Ένας Πόντιος ζητά πτυχίο από το Collège de France

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Το Collège de France δεν είναι πανεπιστήμιο με την κλασική έννοια που γνωρίζει η Ευρώπη. Δεν εγγράφεις φοιτητές, δεν κρατάς μητρώα αποφοίτων, δεν απονέμει πτυχία, δεν ολοκληρώνει κύκλους σπουδών. Είναι ένα ίδρυμα παράδοξο και σχεδόν προκλητικό μέσα στη λιτότητά του: οι πιο σπουδαίοι πανεπιστημιακοί καθηγητές της Γαλλίας —και όχι μόνο— διδάσκουν εκεί ελεύθερα μαθήματα υψηλής έρευνας, συχνά απευθυνόμενα όχι σε φοιτητές αλλά σε όποιον θέλει να ακούσει. Ο ακροατής δεν είναι μαθητής με την τυπική έννοια, αλλά ένας περαστικός της γνώσης· κάποιος που δεν καταγράφεται πουθενά, δεν αξιολογείται, δεν πιστοποιείται. Μόνη απόδειξη της παρουσίας του είναι η μνήμη του ίδιου και ίσως λίγες σημειώσεις σε ένα τετράδιο που μπορεί να χαθεί όπως όλα τα ανθρώπινα πράγματα.

Και ακριβώς μέσα σε αυτό το ίδρυμα, όπου η γνώση υπάρχει χωρίς χαρτιά και η σοφία χωρίς σφραγίδες, συνέβη το εξής παράδοξο: ένας Έλληνας, άνθρωπος συμπαθής κατά τα λοιπά, αλλά χωρίς γαλλικά, χωρίς διπλώματα γαλλικά ή ελληνικά, και χωρίς την παραμικρή αίσθηση ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι εμπόδιο, αποφάσισε μετά από χρόνια ακροάσεων ότι ήρθε η στιγμή να ζητήσει πτυχίο.

Το όνομά του —ας τον πούμε Λάζαρο, γιατί έτσι τον θυμούνταν κάποιοι καθηγητές που είχαν την ατυχία να έχουν καλή μνήμη— δεν προκαλούσε καμία εντύπωση όταν περνούσε την πόρτα του ιδρύματος. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που, αν σταθούν σε μια γωνία, η γωνία δεν τους προσέχει. Δεν είχε το ύφος του σπουδαίου, ούτε το ύφος του ταπεινού· είχε εκείνο το ουδέτερο ύφος του ανθρώπου που δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν η ζωή είναι σοβαρή υπόθεση ή κακόγουστο αστείο.

Κάθισε λοιπόν επί σειρά ετών στις αίθουσες του Collège de France, πάντοτε λίγο πιο πίσω από τους άλλους, σαν να είχε επιλέξει ο ίδιος την αφάνεια όχι από φόβο αλλά από οικονομία κινήσεων. Οι καθηγητές μιλούσαν για φιλοσοφία, για ιστορία, για γλωσσολογία, για φυσικές επιστήμες που απαιτούν δεκαετίες για να κατανοηθούν έστω και επιφανειακά, κι εκείνος σημείωνε με επιμέλεια που θα ζήλευε και γραμματέας υπουργείου. Το περίεργο ήταν ότι δεν ρωτούσε ποτέ τίποτα. Ούτε μία ερώτηση σε τόσα χρόνια. Ούτε ένα «δεν κατάλαβα». Ούτε ένα «μπορείτε να το επαναλάβετε».

Οι καθηγητές αρχικά τον αγνόησαν, όπως αγνοεί κανείς ένα έπιπλο που δεν ενοχλεί. Με τον καιρό όμως, η παρουσία του έγινε σχεδόν ενοχλητικά σταθερή. Ήταν πάντα εκεί. Όχι σαν μαθητής, αλλά σαν ιδέα της παρακολούθησης. Έγραφε συνεχώς. Και όταν λέμε συνεχώς, εννοούμε ότι τα τετράδιά του γέμιζαν με μια ταχύτητα που έκανε ακόμη και τους ίδιους τους διδάσκοντες να αναρωτιούνται αν πράγματι μιλούσαν τόσο πολλά πράγματα ή αν εκείνος επιτάχυνε τον χρόνο.

Κάποια στιγμή άρχισε να συμβαίνει κάτι ακόμη πιο παράξενο. Στα διαλείμματα, αντί να αποχωρεί όπως οι περισσότεροι ακροατές που πάνε να πάρουν έναν καφέ ή να ξεχάσουν ό,τι άκουσαν, ο Λάζαρος έμενε. Και όχι μόνο έμενε, αλλά συγκέντρωνε γύρω του άλλους ακροατές — ανθρώπους από διάφορες χώρες, κουρασμένους από τις λέξεις που είχαν ακούσει και πρόθυμους να τις ξαναχρησιμοποιήσουν με τρόπο πιο απλό, πιο καθημερινό, πιο… δικό τους.

Και τότε ξεκινούσε η δεύτερη διδασκαλία. Όχι του καθηγητή, αλλά του ακροατή.

«Η νέα γενιά δεν διαβάζει», έλεγε κάποιος.

«Παλιά τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά», απαντούσε άλλος.

«Η σκέψη έχει πέσει», συμπλήρωνε ένας τρίτος.

Και ο Λάζαρος απλώς άκουγε, σημείωνε, και μερικές φορές έλεγε μια φράση που ακουγόταν σαν συμπέρασμα έτοιμο, όχι σαν σκέψη υπό διαμόρφωση.

Οι καθηγητές, φυσικά, δεν τα έβλεπαν όλα αυτά στην αρχή. Ή δεν ήθελαν να τα δουν. Διότι ένα πανεπιστήμιο —ακόμη κι ένα που δεν δίνει πτυχία— ζει από την ιδέα ότι η γνώση κατεβαίνει προς τα κάτω. Όχι ότι ανακυκλώνεται στα διαλείμματα.

Όταν όμως ο Λάζαρος εμφανίστηκε ένα πρωί στο γραφείο της διοίκησης και ζήτησε επίσημη βεβαίωση φοίτησης, τα πράγματα πήραν μια τροπή σχεδόν κωμική.

Ο γραμματέας τον κοίταξε με απορία.

«Δεν απονέμουμε πτυχία», του είπε.

«Δεν θέλω πτυχίο», απάντησε εκείνος.

«Τι θέλετε;»

«Μια επιβεβαίωση ότι ήμουν εδώ.»

Και κάπου εκεί άρχισε το πρόβλημα.

Διότι το “ήμουν εδώ” είναι η πιο επικίνδυνη φράση σε έναν χώρο που δεν καταγράφει την παρουσία.

Ο φάκελος έφτασε στους καθηγητές, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν όπως συγκεντρώνονται πάντα οι άνθρωποι όταν μια μικρή γραφειοκρατική λεπτομέρεια απειλεί να γίνει φιλοσοφικό ζήτημα.

«Δεν μπορούμε να του δώσουμε τίποτα», είπε ο πρώτος.

«Και γιατί όχι;» απάντησε ο δεύτερος. «Αφού όντως ήταν εδώ.»

«Η παρουσία δεν είναι προσόν», αντέτεινε ο πρώτος.

«Όχι, αλλά είναι πιο σταθερή από πολλά προσόντα», είπε ο δεύτερος.

Ο τρίτος, που συνήθως μιλούσε λίγο, είπε μόνο: «Ίσως να είναι ο μόνος που κατάλαβε τι κάνουμε εδώ. Δεν προσπάθησε να αποδείξει τίποτα.»

Αυτή η φράση έπεσε σαν μικρή πέτρα σε ήρεμο νερό.

Και τότε άρχισαν να θυμούνται.

Θυμήθηκαν ότι ο Λάζαρος έγραφε πάντα. Θυμήθηκαν ότι δεν ρωτούσε ποτέ. Θυμήθηκαν ότι στα διαλείμματα μιλούσε για την παρακμή της νέας γενιάς με μια σιγουριά που δεν απαιτούσε επιχειρήματα. Θυμήθηκαν ότι δεν αντιδρούσε ποτέ στις δυσκολότερες διαλέξεις, αλλά σημείωνε με μεγαλύτερη ένταση. Και κυρίως θυμήθηκαν ότι ποτέ, μα ποτέ, δεν είχε ζητήσει να γίνει κατανοητός.

Και τότε άρχισε να συμβαίνει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: οι καθηγητές άρχισαν να τον περιγράφουν με θαυμασμό.

«Εξαιρετικός ακροατής», είπε ο ένας.

«Σπάνια συνέπεια», είπε ο άλλος.

«Υπόδειγμα παρουσίας», είπε ο τρίτος.

Κανείς δεν είπε «μαθητής».

Διότι δεν ήταν.

Ήταν κάτι άλλο. Κάτι που δεν χωρούσε στις λέξεις τους.

Όταν τον κάλεσαν για ποιο λόγο ζητά κάτι όταν είναι γνωστό ότι το Collège de France δεν δίνει πτυχία ή τίτλους σπουδών.  

Και τότε ο Έλληνας άλλαξε ύφος. Όχι γιατί θύμωσε — αυτό θα ήταν απλό — αλλά γιατί ένιωσε εκείνη τη γνώριμη ηθική υπεροχή του ανθρώπου που έχει βρει μια λογική που «στέκει στο χαρτί», έστω κι αν δεν στέκει πουθενά αλλού.

Έβαλε το τετράδιο κάτω, ίσιωσε λίγο το σακάκι του, και τους κοίταξε σαν να απευθυνόταν σε επιτροπή που είχε ξεχάσει τον σκοπό της ύπαρξής της.

— Να σας πω κάτι, είπε ήρεμα. Εγώ δεν έχω πρόβλημα μαζί σας προσωπικά.

Οι καθηγητές τον κοίταξαν με εκείνη τη συλλογική προσοχή που έχουν οι άνθρωποι όταν ξέρουν ότι έρχεται η πρόταση που θα τους βάλει σε διοικητική περιπέτεια.

— Αλλά, συνέχισε, εδώ υπάρχει ένα θέμα σοβαρό.

Ο πρώτος καθηγητής ανασήκωσε το φρύδι.

— Ποιο θέμα;

Ο Έλληνας χαμογέλασε ελαφρά, με εκείνο το χαμόγελο που δεν προμηνύει διάλογο αλλά δήλωση.

— Κατάχρηση όρου.

Σιωπή.

Ο δεύτερος καθηγητής έγειρε μπροστά.

— Συγγνώμη;

— Ναι, είπε ο Έλληνας. Κατάχρηση όρου. Η λέξη «κολέγιο».

Οι τρεις καθηγητές κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, σαν να προσπαθούσαν να καταλάβουν αν μπήκαν σε φιλοσοφική συζήτηση ή σε υπηρεσία ονοματολογίας.

— Εξηγηθείτε, είπε ο τρίτος.

Και τότε ο Έλληνας το είπε καθαρά, χωρίς περιστροφές:

— Στην Ελλάδα, είπε, όταν λέμε κολέγιο, εννοούμε ότι στο τέλος παίρνεις πτυχίο. Με εξετάσεις ή χωρίς εξετάσεις, με παρακολούθηση ή χωρίς παρακολούθηση, με διάβασμα ή με καλή διάθεση. Αλλά παίρνεις.

Έκανε μια παύση για να δει αν τον παρακολουθούν.

Τον παρακολουθούσαν.

— Εσείς εδώ, συνέχισε, χρησιμοποιείτε τη λέξη «κολέγιο» αλλά δεν δίνετε τίποτα. Ούτε πτυχίο. Ούτε τίτλο. Ούτε ένα χαρτί να πεις ότι πέρασες και δεν πέρασες τζάμπα τον χρόνο σου.

Ο πρώτος καθηγητής χαμογέλασε αμήχανα.

— Δεν είμαστε κολέγιο με την έννοια που λέτε.

Ο Έλληνας τον διέκοψε ευγενικά αλλά σταθερά.

— Αυτό δεν το λέτε εσείς. Το λέει η ταμπέλα.

Σιωπή.

Ο δεύτερος καθηγητής προσπάθησε να επαναφέρει τη λογική.

— Εδώ δεν έχουμε διαδικασία απονομής τίτλων.

Ο Έλληνας έγνεψε.

— Το ξέρω. Αυτό λέω.

Και τότε ήρθε η φράση που άλλαξε τη γεωμετρία του δωματίου.

— Θα το γράψω στο βιογραφικό μου.

Σιωπή πιο βαριά.

Ο τρίτος καθηγητής τον κοίταξε προσεκτικά.

— Τι ακριβώς θα γράψετε;

Ο Έλληνας δεν δίστασε ούτε στιγμή.

— Ότι πέρασα από το Collège de France.

Μικρή παύση.

Ο πρώτος καθηγητής έγειρε μπροστά.

— Μα δεν «περάσατε». Παρακολουθήσατε.

Ο Έλληνας τον διόρθωσε ήρεμα, σχεδόν διδακτικά:

— Αυτό είναι δική σας ερμηνεία.

Ο δεύτερος άρχισε να γελάει, αλλά το γέλιο του δεν είχε χαρά.

— Δηλαδή επειδή ήρθατε εδώ, θα γράψετε ότι φοιτήσατε εδώ;

Ο Έλληνας τον κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε γιατί αυτό είναι περίεργο.

— Μα δεν ζητάτε εξετάσεις.

Παύση.

— Δεν ζητάτε παρακολούθηση.

Παύση.

— Δεν ζητάτε παρουσία υποχρεωτική.

Μικρή παύση.

Και μετά, με απόλυτη φυσικότητα:

— Άρα τι με εμποδίζει;

Σιωπή.

Και εκεί φάνηκε καθαρά το ελληνικό παράλογο σε σύγκρουση με το γαλλικό παράδοξο:

● εκείνοι δεν έδιναν τίτλους γιατί δεν πίστευαν στους τίτλους

● εκείνος όμως πίστευε μόνο στους τίτλους και όχι στη διαδικασία

Ο τρίτος καθηγητής προσπάθησε να το βάλει σε σειρά.

— Δηλαδή θέλετε να χρησιμοποιήσετε το όνομα ενός ιδρύματος που δεν απονέμει τίτλους, για να αποδείξετε ότι αποκτήσατε τίτλο;

Ο Έλληνας το σκέφτηκε λίγο και απάντησε με ειλικρίνεια που τρόμαζε:

— Όχι. Θέλω να δείξω ότι ήμουν αρκετά καλός ώστε να μη χρειάζομαι τίτλο από εσάς.

Σιωπή.

Ο πρώτος καθηγητής τον κοίταξε για λίγο και είπε:

— Αυτό είναι αντιφατικό.

Ο Έλληνας έγνεψε.

— Είναι ελληνικό.

Και τότε σηκώθηκε.

— Να το ξεκαθαρίσουμε, είπε. Δεν ζητάω άδεια. Σας ενημερώνω.

Οι καθηγητές τον κοίταξαν.

— Για τι πράγμα; ρώτησε ο δεύτερος.

Ο Έλληνας χαμογέλασε ευγενικά, σχεδόν υπηρεσιακά.

— Ότι θα το γράψω.

Σιωπή.

— Και αν κάποιος ρωτήσει, συνέχισε, θα πω ότι αφού δεν απαιτείτε εξετάσεις, τότε προφανώς δεν υπάρχει διαδικασία αποκλεισμού. Άρα υπάρχει συμμετοχή.

Ο τρίτος χαμογέλασε πικρά.

— Δηλαδή μετατρέπετε την απουσία κανόνων σε κανόνα υπέρ σας.

Ο Έλληνας έγνεψε.

— Επιτέλους το καταλάβατε.

Και εκεί τελειώνει το πραγματικό αστείο:

Δεν ήταν ότι δεν υπήρχαν κανόνες.

Ήταν ότι κάθε σύστημα που δεν τους ορίζει ρητά, γίνεται υλικό για όποιον έχει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στη διατύπωση.

Ο πρώτος καθηγητής ψιθύρισε:

— Αυτό είναι κατάχρηση εννοιών.

Ο δεύτερος απάντησε:

— Όχι. Είναι κατάχρηση βεβαιότητας.

Και ο τρίτος, πιο ήσυχα:

— Ή απλώς ελληνικό βιογραφικό.ReplyForward