
Γράφει ο Απόστολος Αποστόλου
Δεν αρκεί η διαφοροποίηση από την κυβέρνηση. Απαιτείται μια συνεκτική, σύγχρονη και κοινωνικά πειστική πρόταση εξουσίας.
Οι νέες δημοσκοπικές μετρήσεις, εφόσον επιβεβαιωθούν και στις επόμενες έρευνες, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για το κόμμα ΕΛ.Α.Σ. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας πολιτικής δύναμης που δυσκολεύεται να πείσει ότι αποτελεί μια πραγματική και πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Η υποχώρηση των ποσοστών του δεν αποτελεί επομένως, απλώς ένα πρόσκαιρο δημοσκοπικό επεισόδιο. Μπορεί όμως να ιδωθεί ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης πολιτικής αδυναμίας.
Για αρκετούς, η εξέλιξη αυτή δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη. Το ΕΛ.Α.Σ., εμφανίζει εδώ και καιρό δυσκολίες στο να συγκροτήσει μια συνεκτική πολιτική ταυτότητα, ικανή να συνδέσει τις επιμέρους θέσεις του σε ένα συνολικό σχέδιο για την κοινωνία και την οικονομία. Η έλλειψη ιδεολογικής συνοχής δεν είναι απλώς ζήτημα θεωρητικής τάξης. Αποτυπώνεται στην καθημερινή πολιτική πρακτική και, κυρίως, στην αδυναμία του κόμματος να διατυπώσει καθαρό λόγο απέναντι στις σύνθετες προκλήσεις της εποχής.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο όταν η πολιτική συζήτηση μεταφέρεται στα ζητήματα της εξουσίας, της δικαιοσύνης και της κυριαρχίας. Οι σχέσεις ανάμεσα στο «quid juris» – το τι προβλέπει το δίκαιο – και στο «quid facti» – το τι συμβαίνει στην πράξη – απαιτούν μια πολιτική δύναμη με διάθεση να εξετάσει τις αντιφάσεις ανάμεσα στους θεσμούς και στην πραγματική άσκηση της εξουσίας. Όταν αυτή η απόσταση παραμένει αθέατη, η πολιτική κριτική περιορίζεται σε διαπιστώσεις και δεν μετατρέπεται σε ουσιαστική πρόταση αλλαγής.
Ανάλογη όμως είναι η εικόνα και στο κοινωνικό πεδίο. Η ακραία παθητικότητα σημαντικών κοινωνικών δυνάμεων, η αποδυνάμωση της συλλογικής διεκδίκησης και η αίσθηση ότι η πολιτική συμμετοχή έχει περιοριστεί στην παρακολούθηση των εξελίξεων αποτελούν κρίσιμα ζητήματα της εποχής. Ένα κόμμα που φιλοδοξεί να εμφανιστεί ως εναλλακτική δύναμη οφείλει να εξηγήσει γιατί δημιουργείται αυτή η παθητικότητα και κυρίως, πώς μπορεί να ανατραπεί. Χωρίς τέτοια προσπάθεια, η πολιτική παραμένει εγκλωβισμένη στη διαχείριση των συμπτωμάτων.
Την ίδια στιγμή, η μετατροπή της πολιτικής σε αντικείμενο συναλλακτικής διαχείρισης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για κάθε αντιπολιτευτική δύναμη. Όταν οι πολιτικές σχέσεις αντιμετωπίζονται κυρίως ως ανταλλαγή συμφερόντων, διευθετήσεων και προσωρινών συμμαχιών, η έννοια της πολιτικής εκπροσώπησης αποδυναμώνεται. Το ΕΛ.Α.Σ., αντί να συγκρουστεί με αυτή τη λογική, δίνει συχνά την εντύπωση ότι κινείται περισσότερο παρακολουθηματικά απέναντι στην πολιτική ατζέντα της Νέας Δημοκρατίας, επιλέγοντας μια διαφοροποίηση κυρίως ως προς τον τόνο και λιγότερο ως προς τη στρατηγική κατεύθυνση.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για ένα κόμμα που θέλει να διεκδικήσει ρόλο στην επόμενη ημέρα. Η πολιτική διαφοροποίηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην αλλαγή διατύπωσης μιας ήδη κυρίαρχης ατζέντας. Χρειάζεται διαφορετική ιεράρχηση των προβλημάτων, διαφορετική αντίληψη για την οικονομία, τους θεσμούς, την κοινωνική προστασία και τη σχέση κράτους και πολιτών. Χρειάζεται, με άλλα λόγια, μια πρόταση που να μπορεί να πείσει ότι δεν πρόκειται απλώς για μια άλλη εκδοχή της ίδιας πολιτικής διαχείρισης.
Το ίδιο ισχύει και για τις κρίσεις του καπιταλισμού. Η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να περιορίζεται στη μετατόπιση του προβλήματος από τον έναν τομέα στον άλλο. Οι οικονομικές ανισότητες, η επισφάλεια, η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η αδυναμία των κοινωνιών να επηρεάσουν αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους συνδέονται μεταξύ τους. Αποτελούν πλευρές μιας ευρύτερης πολιτικής και κοινωνικής κρίσης.
Οι δημοσκοπήσεις, ασφαλώς, δεν αποτελούν από μόνες τους πολιτική ετυμηγορία. Αποτυπώνουν τάσεις, διαθέσεις και συσχετισμούς μιας δεδομένης στιγμής. Ωστόσο, όταν επαναλαμβάνεται η ίδια εικόνα, ένα κόμμα οφείλει να την αντιμετωπίσει ως πολιτικό μήνυμα. Για το ΕΛ.Α.Σ., το μήνυμα φαίνεται να είναι σαφές: δεν αρκεί η διαφοροποίηση από την κυβέρνηση. Απαιτείται μια συνεκτική, σύγχρονη και κοινωνικά πειστική πρόταση εξουσίας.
Το πραγματικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι απλώς να ανακοπεί η δημοσκοπική πτώση, αλλά είναι να αποκτήσει το κόμμα λόγο για τα προβλήματα που ήδη διαμορφώνουν την κοινωνία και να πείσει ότι διαθέτει όχι μόνο διαφορετικές θέσεις, αλλά και διαφορετική πολιτική κατεύθυνση. Χωρίς αυτή τη μετάβαση, η απόσταση ανάμεσα στη δημοσκοπική παρουσία και στην πραγματική δυνατότητα πολιτικής εκπροσώπησης κινδυνεύει να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο.
Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
ΑΠΟ ΤΟ DOCUMENTO

