
Του Σήφη Φανουράκη
Σύμφωνα με τον νοτιοκορεάτη φιλόσοφο Han, «…η δημοκρατία τίθεται σε κίνδυνο από την εξαφάνιση γεγονότων ή μάλλον από την διάλυση μιας ενιαίας και κοινής πραγματικότητας, ικανής να χρησιμεύσει ως κοινό σημείο αναφοράς για οποιαδήποτε πολιτική διαλεκτική.
Με τις τηλεπικοινωνίες και τις όλο και πιο ελαφριές(soft) αλυσίδες παραγωγής, το κεφάλαιο μπόρεσε να κατακερματίσει, να μετεγκατασταθεί, να καταστήσει επισφαλές και τελικά να ακυρώσει την αλληλεγγύη που βοήθησε τους κοινωνικούς εταίρους να οργανωθούν.
To ψηφιακά δίκτυα συμβάλλουν στην εξαθλίωση της πολιτικής διαλεκτικής στον σημερινόψηφιακό καπιταλισμό. Το κλειδί για την κατοχή της εξουσίας έχει μετατοπιστεί, κατά τη διάρκεια της νεωτερικότητας, από την κατοχή των μέσων παραγωγής, στη δυνατότητα πρόσβασης σε πληροφορίες, στο πλαίσιο ενός παραγωγικού καθεστώτος όπου δεν αξιοποιούνται οι ενέργειες αλλά οι ψηφιακές πληροφορίες».
Είναι σαφές ότι, το καθεστώς πληροφόρησης συμβαδίζει με τον καπιταλισμό της πληροφορίας, ο οποίος εξελίσσεται σε καπιταλισμό παρακολούθησης και υποβαθμίζει τους ανθρώπους σε ψηφιακά δεδομένα(data) και διαδικτυακούς πλοηγούς και καταναλωτές. Η πλοήγηση ανάμεσα σε μεγάλα προγράμματα ψυχαγωγίας και πληροφοριών μπορεί να οδηγήσει σε μια απατηλή αίσθηση κοινωνικής κινητικότητας και να ωθήσει όλους να γίνουν μέλη ή κόμβοι ενός οικονομικού δικτύου, στο οποίο παράγονται δωρεάν ψηφιακά αγαθά.
Έτσι σε αυτό το πλαίσιο, το υποκείμενο δεν είναι ούτε υπάκουο ούτε ανυπάκουο, αλλά πιστεύει τον εαυτό του, ελεύθερο, αυθεντικό και δημιουργικό, δηλαδή, παράγει και αναπαραγάγει την ηχώ του.
Ωστόσο, το διαδίκτυο κυριαρχεί και αρέσει, διότι μας διευκολύνει στην καθημερινότητα. Οι επιρροές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θεμελιώνουν την επικράτηση των ψηφιακών τεχνολογιών στο κοινό και ταυτόχρονα εσωτερικεύουν τις νεοφιλελεύθερες τεχνικές της εξουσίας και διαφήμισης, σκηνοθετώντας τον εαυτό τους.
Οι πληροφορίες διαδίδονται χωρίς να περνούν από τον δημόσιο χώρο. Παράγονται σε ιδιωτικούς χώρους και αποστέλλονται σε ιδιωτικούς χώρους. Επομένως, το Δίκτυο δεν αποτελεί δημόσια σφαίρα.
Υπάρχουν ψηφιακοί καταναλωτές-αναγνώστες που «βιώνουν» τα ψηφιακά δίκτυα ως εργαλεία απελευθέρωσης από τη γραφειοκρατία και επιβολής διαφάνειας και ενημέρωσης.
Η υποκειμενικότητα του καθενός αντιμετωπίζει τα γεγονότα υπό το πρίσμα και την προτεραιότητα της δικής του λογικής. Ως αντίβαρο, σχηματίζονται σύνδεσμοι μεταξύ ατόμων και ομάδες με συνδετικό ιστό την αλληλεγγύη. Εμφανίζονται αξιώσεις ενός νέου είδους, που δεν προορίζονται να ισχύουν για όλους, αλλά για να ικανοποιήσουν τις ομάδες που αισθάνονται ότι υπέφεραν ή εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο αδικιών και οι οποίες στο εξής σκοπεύουν να αποκαταστήσουν τη βλάβη που υπέστησαν.
Διαμορφώνεται έτσι, ένα παλίμψηστο ατομικής και συλλογικής μνήμης, αποτελούμενο από διαδοχικά αισθήματα αδικίας και προδοσιών, που φτάνουν σε οριακή κατάσταση, και μεταφράζονται σε πάθος και βαθύ μίσος. Το πνεύμα του καιρού δεν χαρακτηρίζεται από τη βούληση του κατευνασμού κα των καταστάσεων. Αντίθετα καθένας είναι γεμάτος δυσαρέσκεια και παρορμητική ανάγκη να δώσει μάχη, να εκδικηθεί τους επικυρίαρχους του κόσμου, αλλά και τον διπλανό. Η ρητορική του μίσους, για την οποία κατηγορούνται οι ψηφιακοί αλγόριθμοι, βασίζεται σε αυτό ακριβώς το πνεύμα.
Τα δίκτυα ενισχύουν τις νέοφιλελεύθερες λογικές της ατομικής ευθύνης και του υπέρ-εγώ (Ναρκισσισμού). Και εμφανίζεται μια νέα πολιτική κατηγορία που εδράζεται στην ίδια την άρνηση του πολιτικού, ο αποκαλούμενος «ολοκληρωτισμός του πλήθους».
Συμπερασματικά, βιώνουμε μια τεχνική και κοινωνική καμπή που θα επιτρέψει ολοένα και περισσότερο στις μηχανές (και επομένως σε εταιρείες και κυβερνήσεις) να καθοδηγούν τη ζωή μας.
Οι άνθρωποι-χρήστες, εγκλωβίζονται στις περιήγησης, τα likes στα κοινωνικά δίκτυα , στις ηλεκτρονικές συσκευές, στα λογισμικά και στις εταιρείες. Όλο αυτό το σύστημα αποτελεί ένα συμπαγές σύνολο, μια ψηφιακή κάψουλα, που θα αποφασίζει σε ποιο ψηφιακό «σύμπαν» θα προορίζεται να ζήσει ο καθένας από εμάς. Και είναι αυτό που λέμε, το τέλος της δημοκρατίας.
Ο θάνατος της Δημοκρατίας συνδέεται με την επικράτηση του πολιτισμού των υπολογιστών στον οποίο ζούμε. όπου : Η ικανότητα να επιχειρηματολογείς εξασθενεί, η επιθυμία για ακρόαση ομιλιών εξαφανίζεται, ο λόγος πεθαίνει. Ένας ανθρωπολογικός, αργός θάνατος, από τα smartphones , που οφείλεται όχι τόσο στην αλγοριθμική εξατομίκευση, αλλά στην «εξαφάνιση του άλλου» και των δεξιοτήτων ακρόασης. Η κοινωνία διαλύεται σε ασυμβίβαστες ταυτότητες, χωρίς ετερότητα. Στη θέση του λόγου βρίσκουμε έναν πόλεμο ταυτότητας. Έτσι, η κοινωνία χάνει το κοινοτικό στοιχείο, και μάλιστα κάθε συλλογική αίσθηση.
Στην κοινωνία της πληροφορίας απλώς δεν έχουμε χρόνο για ορθολογική δράση. Ο καταναγκασμός για επιταχυνόμενη επικοινωνία μας στερεί τον ορθολογισμό. Οι ψεύτικες ειδήσεις είναι πιο ισχυρές από τις παρεμβάσεις ελέγχου. Οι αφηγήσεις ενός πραγματικού γεγονότος δεν εξηγούν τίποτα στους σημερινούς εγκεφάλους, οι οποίοι δεν απομνημονεύουν.
Δεν υπάρχει η δυνατότητα ψηφιακής παρέμβασης, που να μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικό εκδημοκρατισμό της χρήσης των ψηφιακών «δεδομένων» και συνεπώς της ψηφιακής πολιτικής.
Είναι σαφές ότι, η ψηφιακή επικοινωνία δεν είναι ο σωστός δρόμος επικοινωνίας, γιατί μας απομακρύνει από τον ορθολογισμό, μεταβιβάζοντας τον ορθολογισμό στις μηχανές.
Ενδέχεται βραχυπρόθεσμα, η κομματική δημοκρατία να δώσει τη θέση της σε «ψηφιακούς» πολιτικούς-επιστήμονες υπολογιστών, που θα διοικούν την κοινωνία πέρα από ιδεολογικές αρχές και ανεξάρτητα από συμφέροντα, αλλά με την παρακολούθηση και την καταστολή της διαφωνίας ή σε αυτό που Φουκώ ονόμασε ένα «πειθαρχικό καθεστώς».
Προς το παρόν, είναι αδύνατο να φανταστούμε εναλλακτικές που δεν είναι δυστοπίες, πραγματικές ή φανταστικές. Ίσως, να μην μπορέσουμε ποτέ να καταλάβουμε αν υπάρχει καλύτερο, μέχρι να προσπαθήσουμε να αμφισβητήσουμε την ψηφιακή δυναμική που βιώνουμε.
