
Του Ιωάννη Δαμίγου
Μα πόση υπεροψία. Πόση αλαζονεία θα δείχνει ο άνθρωπος του βλεφαρίσματος και αν. Μα τίποτα δεν μπόρεσε ο ανεπίδεκτος μαθήσεως και η ασημαντότητα του μηδαμινού κλάσματος της ύπαρξης, ν’ αποκομίσει; Ο απόλυτος νικητής του τίποτα, ειρωνικά φέρεται ο φαύλος στον άγνωστο τον χρόνο, του αμφισβητούμενου τώρα, του πριν, του μετά, του προ υπάρχοντος, του εσαεί του απροσδιόριστου, του είναι και δεν είναι την άλλη, που δεν θα ξανά είναι στους αιώνες των αιώνων απάντων.
Μυθολογεί καβαλώντας τον καιρό σαν ταύρος να ήταν, πιασμένος απ’ τα κέρατα του ποτέ, ανέτοιμος, χωρίς κατεύθυνση, που το εμπρός, που το πίσω και που το τώρα το άπιαστο, που μένει ανολοκλήρωτο και έωλο, τόσο νωρίς πριν, αργά πολύ μετά.
Και πετάγεται από το πουθενά το ελάχιστο του ανθρώπου και υβρίζει αυτό που υστερεί να του επιβληθεί, που αγνοεί, όπως ο άφαντος ο χρόνος αγνοεί και δικαίως τα πάντα, καθώς ασήμαντα φαντάζουν και στην στιγμή σαν αστραπή. Τι επιζητά, τι επιθυμεί ο αναιδής, να συζητήσει με την αστραπή; Να την προφτάσει δεν μπορεί, κι ας την προβλέπει στο τυχαίο και απομένει ενεός, πριν προλάβει τόσο αργά σταματημένος και αιφνιδιασμένος ν’ αρθρώσει λέξη, όχι σκέψη, που είναι και πιο γοργή. Και επιμένει πως θα δαμάσει τον ταύρο τον χρονικό, που αδυνατεί να ορίσει. Και καταντά φιλόσοφος πεσμένος, χωρίς κέρατα, χωρίς καν ταύρο, να αιωρείται στον φόβο της άγνοιας, αγγίζοντας τα όρια αυτού που δεν αντέχει η ίδια του η φύση, αυτή του ελλείμματος του χρόνιου, του αεί.
Η μια ώρα, άλλοτε εμπρός, που; Πίσω πάλι, πού; Από τι; Η τελευταία ψευδαίσθηση επιβολής, αλίμονο, όχι στο χρόνο που έτσι ονόμασε το αβάπτιστο αόριστο και έξω από τα φτωχά όρια του μόλις του, αλλά επί άλλων ανθρώπων, ακόμα πιο ελλειμματικών, για να ορίζει κάτι κι αυτός, ο ελάχιστος θρασύς. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια, ύβρη, να περάσει πάλι άλλη μια φορά, απ’ αυτό που του έφυγε πριν το καταλάβει, δια παντός. Τι να προλάβαινε να διόρθωνε τάχα, σε μια ώρα πίσω και μάλιστα άγρια χαράματα, αν; Τους δείκτες παιδεύει μόνο, αυτό μπορεί. Κι αυτό σαν βολική ψευδαίσθηση δήθεν. Ε, να κάνει κάτι κι αυτός, ο απειροελάχιστος. στο πέρασμα. Κέρδος μια ώρα ύπνου, για φαντάσου ματαιότητα! Υπνοβάτες στον χρόνο …
