
Του Γ. Λακόπουλου

Κανόνας πρώτος. Η πρωθυπουργία δεν είναι συλλογικός θεσμός. Ο πρωθυπουργός ως φορέας της λαϊκής εντολής αποφασίζει κατά την κρίση του για όλα τα θέματα: από την ασκούμενη πολιτική μέχρι τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου. Αν αποφασίζει σωστά ή λάθος κρίνεται στη Βουλή και την κάλπη. Στην πρώτη περίπτωση πέφτει η κυβέρνησή του και στη δεύτερη χάνει τις εκλογές. Απλά και καθαρά.
Κανόνας δεύτερος. Διάσταση μεταξύ πρωθυπουργού και υπουργού δεν νοείται. Όταν ο υπουργός διαφωνεί με τον πρωθυπουργό- ή με την ασκούμενη πολιτική- παραιτείται και βγάζει έτσι από την υποχρέωση και τον πρωθυπουργό να τον αποπέμψει. Τα παραδείγματα Ανδρέα Παπανδρέου με τον Σημίτη και Κ. Μητσοτάκη με τον Σαμαρά είναι χαρακτηριστικά. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορούν να υπάρχουν δύο πολιτικές, δύο γραμμές και δύο πρωθυπουργοί σε μια κυβέρνηση. Όπως συνέβαινε στην πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα όταν ο Παν. Λαφαζάνης ως υπουργός είχε τη δική του πολιτική, διαφορετική από τον πρωθυπουργό, το έλεγε και… έμενε υπουργός!
Τρίτος κανόνας. Είναι άλλο η κοινοβουλευτική στήριξη που προσφέρει ένα κόμμα σε ένα άλλο για το σχηματισμό της απαραίτητης πλειοψηφίας που στηρίζει μια κυβέρνηση και άλλο η συμμετοχή σε αυτή την κυβέρνηση, του επικεφαλής αυτού του κόμματος στην κυβέρνηση. Πολύ συχνά κόμματα στηρίζουν κυβερνήσεις χωρίς να εκπροσωπούνται. Υπάρχουν άλλωστε προηγούμενα. Οι κυβερνήσεις Ζολώτα, Τζαννετάκη και Παπαδήμου, ήταν κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις χωρίς υπουργοποίηση των αρχηγών των κομμάτων που τις στήριζαν.
Τέταρτος κανόνας. Κάθε κόμμα μπορεί να έχει τη διακριτή ιδεολογία του, να λαμβάνουν αποφάσεις τα κομματικά του όργανα χωρίς να συμπίπτουν απαραιτήτως με τις αποφάσεις του κόμματος ή των κομμάτων με τα οποία συμπράττει στον σχηματισμό κυβέρνησης. Τα κομματικά στελέχη των συνεργαζόμενων κομμάτων μπορούν να διαφωνούν με την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική χωρίς αυτό να επηρεάζει την ευστάθεια της κυβέρνησης εφόσον δεν μετέχουν σε αυτήν. Όπως και οι βουλευτές της πλειοψηφίας μπορούν να έχουν τις αντιρρήσεις τους χωρίς να θίγεται η κυβέρνηση εφόσον δεν την καταψηφίζουν.
Τα κομματικά στελέχη των συνεργαζόμενων κομμάτων μπορούν να διαφωνούν με την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική χωρίς αυτό να επηρεάζει την ευστάθεια της κυβέρνησης
Από όλα αυτά βγαίνει αβίαστα ένα συμπέρασμα: Ο Πάνος Καμμένος ως αρχηγός των ΑΝΕΛ μπορεί να διαφωνεί όσο θέλει με τον Αλέξη Τσίπρα για το όνομα των Σκοπίων. Δεν μπορεί όμως να διαφωνεί ως υπουργός Άμυνας και να παραμένει. Εφόσον επιλέξει να κρατήσει τη διαφωνία του οφείλει να αποχωρήσει από το υπουργικό συμβούλιο. Διαφορετικά οφείλει να τον αποπέμψει ο πρωθυπουργός. Και υπουργός και διαφωνών δεν γίνεται. Το ίδιο ισχύει για όλους τους υπουργούς σε όποιο κόμμα και αν ανήκουν.
Από εκεί και πέρα ο Καμμένος και οι βουλευτές του μπορούν να πράξουν ότι κρίνουν ως βουλευτές. Μπορούν δηλαδή να καταψηφίσουν την κυβέρνηση -οπότε θα ισχύσουν όσα προβλέπει ο Κανονισμός της Βουλής και το Σύνταγμα για τη συνέχεια του βίου της. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί εφόσον παραμένουν υπουργοί. Πολύ περισσότερο αν προκύπτει ότι η επιβίωση της κυβέρνησης -άρα και της υπουργίας τους- θα κριθεί από τις ψήφους άλλων κομμάτων ή βουλευτών στο συγκεκριμένο θέμα.
Πρακτικά αυτό αποτελεί και ένα σωσίβιο για τον Καμμένο εφόσον δεν πεισθεί ότι η λύση που διαπραγματεύεται ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς δεν τον καλύπτει. Να αποσυρθεί από την κυβέρνηση μαζί με τους υπουργούς του –αν κι αυτοί διαφωνούν- και να παραμείνει αρχηγός κόμματος το οποίο θα συνεχίσει να στηρίζει την κυβέρνηση -είτε ψηφίσει τη συγκεκριμένη λύση είτε όχι. Μπορεί να φύγει δηλαδή από την κυβέρνηση, χωρίς να άρει την εμπιστοσύνη του σε αυτήν. Και αν σε επόμενο ανασχηματισμό ο πρωθυπουργός χρειαστεί τις υπηρεσίες του μπορεί τον ξαναβάλει στην κυβέρνηση. Τόσο απλά.
