Ο Τραμπ και η θεωρία των παιγνίων – Ορθολογική σύγκρουση και στρατηγική αβεβαιότητας: Oι κινήσεις που φαίνονται απρόβλεπτες ή ασυνεπείς δεν είναι απλώς προσωπικές εκκεντρικότητες ή απρονοησία

Tου Σωκράτη Αργύρη

Η πολιτική του Donald Trump αποτελεί πρόκληση για κάθε παραδοσιακό αναλυτή, γιατί η λογική που χρησιμοποιούν τα διεθνή think tanks βασίζεται σε παραδοχές που στην περίπτωσή του καταρρέουν με σχεδόν συστηματική συνέπεια. Σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική θεωρείται συνήθως γραμμική και προβλέψιμη, ο Τραμπ κινείται σαν παίκτης σε ένα παιχνίδι πολλαπλών επιπέδων, όπου οι κανόνες δεν είναι σταθεροί αλλά μεταβάλλονται συνεχώς και οι παραδοσιακές ισορροπίες δεν διατηρούνται — αμφισβητούνται ενεργά και επαναπροσδιορίζονται.

Η συνάντηση με τον Putin στην Αλάσκα δεν ήταν απλώς διπλωματική κίνηση· ήταν ένα παράδειγμα στρατηγικής που λειτουργεί μέσω αβεβαιότητας, επιτηδευμένης ασάφειας και πίεσης των αντιπάλων σε ένα περιβάλλον όπου η παραδοσιακή προβλεψιμότητα δεν ισχύει πια. Οι αναλυτές αναζητούν μοτίβα, αλλά τα μοτίβα αυτά δεν είναι σταθερά: η λογική Τραμπ δημιουργεί ένα «παράδοξο ορθολογικής σύγκρουσης», όπου η σύγκρουση δεν είναι αποτυχία αλλά εργαλείο — όπως εύστοχα αναλύει ο Γιάνης Βαρουφάκης στο βιβλίο του Rational Conflict.*

Ο Βαρουφάκης επισημαίνει ότι η πλήρης θεωρία της σύγκρουσης είναι ανέφικτη, γιατί ακόμα και ορθολογικοί παίκτες μπορεί να επιλέξουν τη σύγκρουση συνειδητά, χρησιμοποιώντας την για να επηρεάσουν τις προσδοκίες και τις αντιλήψεις των άλλων και η στρατηγική αυτή είναι ακριβώς η σφραγίδα της πολιτικής Τραμπ.

Όταν οι παραδοσιακοί αναλυτές περιμένουν σταθερές και γραμμικές αντιδράσεις, ο Τραμπ δείχνει ένα σύμπαν όπου οι αντιδράσεις είναι δυναμικές, και η ίδια η αβεβαιότητα λειτουργεί ως εργαλείο εξουσίας. Το χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιτικής του είναι η ικανότητα να αναδιαμορφώνει συνεχώς τα πλαίσια των διεθνών σχέσεων: απειλές, αποχωρήσεις, κλιμάκωση και αποκλιμάκωση λειτουργούν όχι ως αντιφατικές κινήσεις αλλά ως μέρος ενός πλέγματος όπου η ασάφεια αυξάνει το στρατηγικό του πλεονέκτημα. 

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι σύμμαχοι και αντίπαλοι αναγκάζονται να προσαρμόζονται διαρκώς, να αναθεωρούν τις υποθέσεις τους και να λαμβάνουν αποφάσεις υπό συνθήκες αβεβαιότητας, χωρίς να έχουν πλήρη εικόνα του τελικού σκοπού. Η αβεβαιότητα μετατρέπεται έτσι σε μηχανισμό πίεσης και ελέγχου. Η στρατηγική αυτή θυμίζει τις αρχές που ο Βαρουφάκης αναλύει στο Rational Conflict: η σύγκρουση, η απροσδιοριστία και η απόκλιση από την αναμενόμενη λογική δεν είναι παρά εργαλεία για την αναδιαμόρφωση των ισορροπιών.

Η θεωρία του Βαρουφάκη γίνεται εδώ εξαιρετικά χρήσιμη για να καταλάβουμε την αίσθηση «μπερδέματος» που προκαλεί στον κόσμο των αναλυτών. Το Rational Conflict δείχνει ότι οι αντιδράσεις των ορθολογικών παικτών δεν μπορούν να προβλεφθούν πλήρως, γιατί η ίδια η σύγκρουση μπορεί να είναι εργαλείο πίεσης και αναδιαμόρφωσης. Η πολιτική Τραμπ μπορεί να ιδωθεί ως συμβατή με αυτό το παράδοξο: οι κινήσεις που φαίνονται απρόβλεπτες ή ασυνεπείς δεν είναι απλώς προσωπικές εκκεντρικότητες ή απρονοησία· είναι μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου, όπου η αβεβαιότητα χρησιμοποιείται για να επηρεάσει την αντίληψη και την αντίδραση των άλλων.

Η οικονομική ορθολογικότητα υποτίθεται ότι επιτρέπει την πρόβλεψη των ενεργειών ενός ατόμου, αν γνωρίζουμε τις επιθυμίες και τις πεποιθήσεις του. Ωστόσο, ο Γιάνης Βαρουφάκης υποστηρίζει στο βιβλίο του Rational Conflict ότι αυτή η υπόθεση αποτελεί μια ιδανική αφαίρεση που στην πραγματική ζωή δεν ισχύει.

Τα κίνητρα και οι φιλοδοξίες των ανθρώπων σε συγκρούσεις δεν μπορούν να αποτιμηθούν πλήρως, ενώ η παραδοσιακή θεωρία συχνά αγνοεί το ευρύτερο ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι αλληλεπιδράσεις.

Με άλλα λόγια, η στρατηγική του Donald Trump μπορεί να ιδωθεί ως εκμετάλλευση της αδυναμίας των αντιπάλων να εκτιμήσουν πλήρως τα κίνητρα και τις φιλοδοξίες που τη διαμορφώνουν.

Στην περίπτωση του Donald Trump, αυτό φαίνεται ξεκάθαρα: οι κινήσεις του δεν ακολουθούν τις κλασικές προβλέψεις που βασίζονται σε συμφέροντα, πίεση συμμάχων ή σταθερούς κανόνες. Η στρατηγική του συνδυάζει ασάφεια, αβεβαιότητα και σύγκρουση — όχι ως λάθη ή αστοχίες, αλλά ως εργαλεία για να αναδιαμορφώσει τις προσδοκίες των αντιπάλων, να επαναπροσδιορίσει ισορροπίες και να δημιουργήσει νέο στρατηγικό χώρο.

Η σύγκρουση δεν είναι απλώς αρνητική ή τεχνικό πρόβλημα. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως αποτυχία επικοινωνίας ή ως οικονομική αναποτελεσματικότητα. Η θεωρία παιγνίων — ειδικά οι έννοιες των μη-μηδενικών παιγνίων, των ασύμμετρων πληροφοριών και των mixed strategies — εξηγεί πώς ένας παίκτης μπορεί να χρησιμοποιήσει την αβεβαιότητα για να επηρεάσει τη συμπεριφορά άλλων. Ο Τραμπ, για παράδειγμα, απειλεί, υποσκάπτει, ανατρέπει ή αναδιαπραγματεύεται συμφωνίες, συχνά χωρίς να εμφανίζεται προβλέψιμος, και αυτή η ίδια η αβεβαιότητα λειτουργεί ως εργαλείο πίεσης. 

Η σύγκρουση, λοιπόν, στην πολιτική Τραμπ δεν είναι αποτέλεσμα λάθους ή εκκεντρικότητας· είναι εργαλείο, μέρος ενός συστήματος όπου η αστάθεια, η επαναδιαπραγμάτευση και η αβεβαιότητα είναι συμβατικά μέσα στρατηγικού ελέγχου. Οι σύμμαχοι προσαρμόζονται συνεχώς, οι αντίπαλοι φοβούνται ή διαφοροποιούν τις κινήσεις τους, και η ίδια η απροσδιοριστία  δημιουργεί μοχλό πίεσης που δεν υπάρχει σε παραδοσιακά, προβλέψιμα συστήματα.

Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική του Τραμπ μπορεί να θεωρηθεί όχι ως «απρόβλεπτη» ή «χαοτική», αλλά ως εφαρμογή ενός παράδοξου ορθολογισμού: η σύγκρουση και η ασάφεια δεν είναι αποτυχίες, αλλά εργαλεία για την αναδιαμόρφωση του παιχνιδιού και των ισορροπιών σε ένα σύνθετο, πολυεπίπεδο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Ταυτόχρονα, η γεωπολιτική σκηνή δεν είναι στατική. Η ανάδυση του Αρκτικού Ωκεανού και η σημασία νέων διαδρομών, σε συνδυασμό με τη σχετική υποχώρηση παραδοσιακών κόμβων όπως της Διώρυγας του Σουέζ, δείχνουν ότι οι σταθερές του 20ού αιώνα μεταβάλλονται. 

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, όπου η ευελιξία, η ταχύτητα και η διαχείριση της μη-προβλεψιμότητας αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, η στρατηγική του Τραμπ αποκτά διαφορετική ανάγνωση.

Οι αναλυτές πέφτουν έξω όχι επειδή η πολιτική του είναι παράλογη, αλλά επειδή επιχειρούν να την ερμηνεύσουν με εργαλεία που αποκλείουν τη σύγκρουση ως δημιουργική δύναμη. Όμως εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό σημείο: η σύγκρουση δεν είναι το πρόβλημα — είναι το εργαλείο.

Το παράδοξο είναι ότι οι κινήσεις που φαίνονται ασταθείς ή ασυνεπείς συχνά δημιουργούν μεγαλύτερο έλεγχο επί των αντιπάλων. Οι σύμμαχοι προσαρμόζονται, οι ανταγωνιστές επανατοποθετούνται και η ίδια η αβεβαιότητα λειτουργεί ως μοχλός ισχύος που δεν υπάρχει σε σταθερά συστήματα.

Στην ουσία, η πολιτική του Donald Trump δείχνει κάτι βαθύτερο: ότι ο 21ος αιώνας δεν θα είναι μόνο πολυπολικός, αλλά και ασταθής ως προς τους ίδιους τους κανόνες του. Και σε έναν τέτοιο κόσμο, η ικανότητα να παράγεις αβεβαιότητα μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με την ικανότητα να την αποφεύγεις.

Η προσέγγιση αυτή θυμίζει, σε κάποιο βαθμό, την έννοια της «δημιουργικής ασάφειας» που ανέδειξε ο Henry Kissinger, σύμφωνα με την οποία η σκόπιμη αμφισημία στις διατυπώσεις και στις προθέσεις μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διπλωματίας, επιτρέποντας σε διαφορετικές πλευρές να διατηρούν ερμηνείες που καθιστούν εφικτή τη συμφωνία χωρίς άμεση σύγκρουση.

Ωστόσο, η διαφορά είναι κρίσιμη: εκεί όπου η δημιουργική ασάφεια λειτουργούσε ως μηχανισμός διατήρησης ισορροπιών, υπό τη στρατηγική του Τραμπ, η ίδια ασάφεια μετατρέπεται σε μέσο ανατροπής και επανακαθορισμού ισορροπιών.

 Η ασάφεια δεν διαχειρίζεται απλώς την πραγματικότητα — τη διαμορφώνει.

Η στρατηγική του Donald Trump στον πόλεμο με το Ιράν μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως χαοτική, όμως αν ιδωθεί μέσα από το πρίσμα του Rational Conflict του Γιάνη Βαρουφάκη, αποκτά μια διαφορετική συνοχή. Δεν πρόκειται απλώς για ασυνέπεια ή απρόβλεπτη συμπεριφορά, αλλά για μια μορφή στρατηγικής κλιμάκωσης που βασίζεται στην ελεγχόμενη ασάφεια και στη συστηματική παραγωγή αβεβαιότητας.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία αυτής της προσέγγισης είναι η επιλεκτική κλιμάκωση. Οι επιθέσεις επικεντρώνονται σε κρίσιμους στρατιωτικούς στόχους, όπως το νησί Kharg, χωρίς όμως να πλήττεται άμεσα το σύνολο της ενεργειακής υποδομής του Ιράν. Με αυτόν τον τρόπο, διατηρείται ένα κρίσιμο «χαρτί» για μελλοντική χρήση. Η λογική αυτή είναι κλασική στη θεωρία παιγνίων: το πιο καταστροφικό ενδεχόμενο δεν ενεργοποιείται άμεσα, αλλά παραμένει ως αξιόπιστη απειλή που ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση.

Παράλληλα, η αβεβαιότητα λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός πίεσης. Από τη μία πλευρά, διατυπώνονται απειλές για περαιτέρω κλιμάκωση· από την άλλη, δεν διακόπτεται πλήρως η ροή του πετρελαίου ούτε μπλοκάρεται   η ναυσιπλοΐα. Το αποτέλεσμα δεν είναι η μέγιστη δυνατή ζημιά, αλλά η μέγιστη δυνατή αβεβαιότητα. Οι αντίπαλοι δεν γνωρίζουν ποιο θα είναι το επόμενο βήμα, ενώ οι αγορές και οι σύμμαχοι αναγκάζονται να λειτουργούν υπό διαρκή πίεση. Η ασάφεια εδώ δεν είναι παρενέργεια — είναι το ίδιο το εργαλείο στρατηγικής.

Ταυτόχρονα, η σύγκρουση δεν εκτυλίσσεται σε ένα μόνο επίπεδο. Η πολιτική του Trump λειτουργεί ως πολυεπίπεδο παιχνίδι: στρατιωτικά απέναντι στο Ιράν, οικονομικά μέσω της αγοράς πετρελαίου και γεωπολιτικά σε σχέση με συμμάχους και ανταγωνιστές, όπως το ΝΑΤΟ και η Κίνα. Αυτή η ταυτόχρονη διεξαγωγή πολλαπλών «παιχνιδιών» ενισχύει τη διαπραγματευτική ευελιξία, αλλά αυξάνει και την πολυπλοκότητα του συστήματος.

Ωστόσο, εδώ αναδεικνύεται και το πιο κρίσιμο σημείο. Παρά την έντονη πίεση που δημιουργεί, η στρατηγική αυτή δεν οδηγεί σε πλήρη έλεγχο του αποτελέσματος. Οι σύμμαχοι δεν ευθυγραμμίζονται πλήρως, εμφανίζονται εσωτερικές αντιδράσεις και το Ιράν διατηρεί σημαντικό βαθμό επιρροής, ιδίως σε κρίσιμα σημεία όπως το Στενό του Ορμούζ. Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας «ελεγχόμενης αστάθειας», όπου η πίεση αυξάνεται χωρίς να μεταφράζεται απαραίτητα σε στρατηγική κυριαρχία.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική του Trump φαίνεται να επιβεβαιώνει τις βασικές ιδέες του Rational Conflict: η σύγκρουση, η ασάφεια και η αβεβαιότητα μπορούν να αποτελέσουν ορθολογικά εργαλεία στρατηγικής. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει και τα όρια αυτής της λογικής. Σε ένα πολυπολικό και πολυεπίπεδο διεθνές σύστημα, όπου δρουν ταυτόχρονα κράτη, αγορές και συμμαχίες, η αβεβαιότητα δεν παραμένει πλήρως ελέγξιμη.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον: η πολιτική του Trump δεν είναι απλώς ένα παράδειγμα «παράδοξου ορθολογισμού», αλλά και μια ένδειξη των περιορισμών του. Η αβεβαιότητα μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ισχύος, αλλά δεν εγγυάται τον έλεγχο του αποτελέσματος. Αντιθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να δημιουργήσει δυναμικές που υπερβαίνουν τον ίδιο τον δρώντα.

Έτσι, η στρατηγική του δεν πρέπει να ιδωθεί ούτε ως καθαρά χαοτική ούτε ως πλήρως ελεγχόμενη. Πρόκειται για μια μορφή ορθολογικής δράσης σε ένα περιβάλλον όπου τα ίδια τα εργαλεία ισχύος —και κυρίως η αβεβαιότητα— μπορούν να ξεφύγουν από τον έλεγχο εκείνου που τα χρησιμοποιεί.

*https://archive.org/details/rationalconflict0000varo/page/n8/mode/1up