Σχόλια για μία τηλεοπτική σειρά

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Η πρεμιέρα της τηλεοπτικής σειράς «Φάκελος 17Ν» του Αλέξης Παπαχελάς στον ΣΚΑΪ παρουσιάστηκε ως δημοσιογραφικό γεγονός υψηλής σημασίας: μια «μεγάλη έρευνα» για την τρομοκρατία της Μεταπολίτευσης και ειδικότερα για τη δράση της Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη. Η εναρκτήρια ενότητα, αφιερωμένη στη «Γέννηση της Οργάνωσης», έθεσε στο επίκεντρο τη δολοφονία του Richard Welch τον Δεκέμβριο του 1975, ένα γεγονός που πράγματι σηματοδότησε την απαρχή ενός κύκλου πολιτικής βίας με διεθνείς προεκτάσεις. Τα στοιχεία τηλεθέασης — άνω του ενός εκατομμυρίου θεατών για τουλάχιστον ένα λεπτό — προβλήθηκαν ως απόδειξη απήχησης. Ωστόσο, η εμπορική επιτυχία δεν ταυτίζεται με την ιστορική επάρκεια· αντιθέτως, σε μια εποχή όπου η δημόσια ιστορία μετατρέπεται σε προϊόν υψηλής κατανάλωσης, η δημοφιλία συχνά συγκαλύπτει αφηγηματικές απλουστεύσεις και ιδεολογικές μονομέρειες.

Το κεντρικό ζήτημα δεν είναι αν η 17Ν πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησης — προφανώς και πρέπει. Το ερώτημα είναι με ποια οπτική, με ποια μεθοδολογία και με ποιες πηγές. Η σειρά επιλέγει να ανασυστήσει το κλίμα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου μέσα από μαρτυρίες Αμερικανών αξιωματούχων, διπλωματών και πρώην στελεχών της CIA, αναδεικνύοντας την κινητοποίηση της Ουάσινγκτον μετά τη δολοφονία Welch, την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας και τις εσωτερικές ανησυχίες περί διαρροής της ταυτότητάς του. Η αφήγηση, ωστόσο, εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στη σκοπιά των αμερικανικών υπηρεσιών. Έτσι, η πολιτική βία εμφανίζεται πρωτίστως ως απειλή κατά της «Δύσης» και των εκπροσώπων της, ενώ υποβαθμίζεται η κοινωνική και πολιτική μήτρα μέσα στην οποία γεννήθηκε. Η δεκαετία του 1970 υπήρξε περίοδος θεσμικού σεισμού για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά το τραύμα του Watergate scandal και την παραίτηση του Richard Nixon, η αμερικανική δημοκρατία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα ερώτημα που ξεπερνούσε την κομματική αντιπαράθεση: ποιος ελέγχει τις μυστικές υπηρεσίες και με ποιους όρους; Οι αποκαλύψεις για παράνομες παρακολουθήσεις, για επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης στο εξωτερικό και για σχέδια δολοφονιών ξένων ηγετών οδήγησαν στη συγκρότηση δύο ιστορικών κοινοβουλευτικών επιτροπών, της Church Committee στη Γερουσία και της Pike Committee στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Για πρώτη φορά, ο σκιώδης κόσμος της Central Intelligence Agency και του Federal Bureau of Investigation τέθηκε υπό συστηματικό και δημόσιο κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Η Church Committee, υπό τον γερουσιαστή Frank Church, ανέδειξε ένα πλέγμα δραστηριοτήτων που αμφισβητούσαν ευθέως τις συνταγματικές εγγυήσεις: προγράμματα παρακολούθησης πολιτών, διείσδυση σε πολιτικά κινήματα, αλλά και επιχειρήσεις στο εξωτερικό που περιλάμβαναν απόπειρες δολοφονίας ηγετών όπως ο Fidel Castro. Η Pike Committee, υπό τον βουλευτή Otis Pike, εστίασε περισσότερο στις αποτυχίες ανάλυσης και στην αδιαφάνεια των προϋπολογισμών, συγκρουόμενη μετωπικά με τον Λευκό Οίκο για τη δημοσιοποίηση των πορισμάτων της. Η αντιπαράθεση δεν ήταν απλώς θεσμική· αντανακλούσε μια βαθύτερη σύγκρουση για το ποια εκδοχή της εθνικής ασφάλειας θα επικρατούσε: εκείνη της εκτελεστικής αυθαιρεσίας ή εκείνη της κοινοβουλευτικής λογοδοσίας.

Στο φόντο αυτών των εξελίξεων, η δολοφονία του Richard Welch στην Αθήνα, τον Δεκέμβριο του 1975, λειτούργησε ως καταλύτης. Ο Welch, σταθμάρχης της CIA στην Ελλάδα, έπεσε νεκρός από πυρά της οργάνωσης 17 Νοέμβρη έξω από την κατοικία του. Η επίθεση σημειώθηκε σε μια χώρα που μόλις είχε εξέλθει από τη δικτατορία και όπου η αμερικανική πολιτική αντιμετωπιζόταν με έντονη καχυποψία, ιδίως λόγω της στάσης της Ουάσιγκτον απέναντι στο καθεστώς των συνταγματαρχών και στις εξελίξεις στην Κύπρο.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η δολοφονία αξιοποιήθηκε αμέσως από κύκλους που αντιτίθεντο στις κοινοβουλευτικές έρευνες. Διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι το κλίμα «αποκάλυψης» και η δημοσιοποίηση πληροφοριών για στελέχη της CIA είχαν διευκολύνει τον εντοπισμό του Welch. Αν και το όνομά του είχε ήδη εμφανιστεί σε δημοσιεύματα πριν από τις ακροάσεις, η υπόθεση εντάχθηκε σε μια αφήγηση περί «ανεύθυνης διαφάνειας» που δήθεν έθετε σε κίνδυνο ζωές. Το επιχείρημα αυτό θα συμβάλει αργότερα στη διαμόρφωση νομοθεσίας που ποινικοποιούσε την αποκάλυψη της ταυτότητας εν ενεργεία αξιωματικών πληροφοριών.

Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση δείχνει ότι η ένταση δεν αφορούσε απλώς την ασφάλεια προσώπων αλλά τη φύση της ίδιας της δημοκρατικής εποπτείας. Οι επιτροπές Church και Pike δεν επιδίωξαν να αποκαλύψουν επιχειρησιακές λεπτομέρειες σε πραγματικό χρόνο· στόχευσαν στη θεσμική αναμόρφωση ενός μηχανισμού που είχε λειτουργήσει για χρόνια με ελάχιστο έλεγχο. Η καθιέρωση μόνιμων επιτροπών πληροφοριών στο Κογκρέσο υπήρξε άμεσο αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, σηματοδοτώντας μια μετατόπιση από την άτυπη ανοχή σε μια πιο θεσμοθετημένη λογοδοσία.

Η ελληνική διάσταση της υπόθεσης Welch δεν μπορεί να αποσπαστεί από το κυπριακό ζήτημα και τον ρόλο των αμερικανικών υπηρεσιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Κύπρος, ιδιαίτερα κατά την περίοδο πριν και μετά το 1974, υπήρξε πεδίο έντονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό, αποκτούν ενδιαφέρον οι μεταγενέστερες μαρτυρίες στελεχών της CIA που υπηρέτησαν στην περιοχή. Ο Ron Estes, ο οποίος είχε διατελέσει βοηθός του Welch, αναφέρει σε βιβλίο του ότι κατά τη θητεία τους στην Κύπρο είχαν επιτύχει τη στρατολόγηση προσωπικού γραμματέα του Αρχιεπίσκοπου Μακάριου Γ΄. Η αναφορά αυτή, ανεξαρτήτως της αξιολόγησής της ως προς την ακρίβεια ή την έκταση της συνεργασίας, φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο οι υπηρεσίες πληροφοριών επιδίωκαν πρόσβαση στον στενό κύκλο πολιτικών ηγετών σε μια εξαιρετικά ρευστή συγκυρία.

Η μαρτυρία του Estes εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο όπου η Κύπρος και η Ελλάδα θεωρούνταν κρίσιμα σημεία στην αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου. Η διείσδυση σε επιτελικά περιβάλλοντα, η αξιοποίηση εσωτερικών αντιθέσεων και η καλλιέργεια πηγών πληροφόρησης αποτελούσαν πάγιες πρακτικές όχι μόνο της CIA αλλά και άλλων υπηρεσιών. Η αποκάλυψη τέτοιων πρακτικών, ιδίως μετά το 1974, τροφοδότησε στην ελληνική και κυπριακή κοινή γνώμη την πεποίθηση ότι οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετώπιζαν τα μικρά κράτη ως πεδία άσκησης επιρροής.

Η υπόθεση της στρατολόγησης της γραμματέως του Μακαρίου από τον Ντικ Ουέλς δεν αποτελεί απλώς επεισόδιο κατασκοπευτικής ιστορίας· συνιστά παράθυρο στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις επενέβαιναν στις πολιτικές διεργασίες μικρότερων κρατών κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Είτε πρόκειται για την έκβαση των ελληνικών εκλογών του 1956 είτε για τις εσωτερικές ζυμώσεις της κυπριακής ηγεσίας, το διακύβευμα ήταν η διατήρηση της δυτικής επιρροής σε μια γεωπολιτικά κρίσιμη περιοχή.

Το βέβαιο είναι ότι η ιστορία αυτή φωτίζει τις σκιώδεις όψεις της μεταπολεμικής Ανατολικής Μεσογείου. Σε μια εποχή όπου τα αρχεία παραμένουν εν μέρει κλειστά και οι αφηγήσεις διασταυρώνονται με προσωπικές μαρτυρίες, η αναζήτηση της αλήθειας παραμένει ανοικτή. Όπως συχνά συμβαίνει με την ιστορία των μυστικών υπηρεσιών, η απόσταση ανάμεσα στη γνώση και την επιρροή, ανάμεσα στην προστασία συμφερόντων και την υπονόμευση δημοκρατικών διαδικασιών, είναι λεπτή — και συχνά αόρατη.

Στις 16 Ιουνίου 1956, η Λευκωσία συγκλονίστηκε από μια βομβιστική επίθεση σε καφενείο της πόλης, η οποία στοίχισε τη ζωή σε έναν Αμερικανό διπλωμάτη που υπηρετούσε επισήμως ως υποπρόξενος στην αμερικανική αποστολή. Το όνομά του ήταν William Pierce Boteler. Πίσω όμως από τη διπλωματική του ιδιότητα κρυβόταν ένας αξιωματικός της CIA, ενταγμένος στο εκτεταμένο δίκτυο μυστικών επιχειρήσεων που ανέπτυσσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την κορύφωση του Κυπριακού Αγώνα.

Η επίθεση, όπως αποκαλύφθηκε λίγες εβδομάδες αργότερα, δεν είχε ως στόχο τον ίδιο. Σύμφωνα με επιστολή που εστάλη στο αμερικανικό προξενείο και έφερε τον τίτλο «Tragic Mistake», οι δράστες —μέλη της EOKA— υποστήριξαν ότι η βόμβα προοριζόταν για Βρετανούς αξιωματούχους. Η Κύπρος βρισκόταν τότε υπό βρετανική αποικιακή διοίκηση, και ο ένοπλος αγώνας για ένωση με την Ελλάδα είχε ήδη εισέλθει σε φάση γενικευμένης βίας. Ο Μποτέλερ βρέθηκε «στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή», θύμα μιας σύγκρουσης που υπερέβαινε την προσωπική του αποστολή.

Το περιστατικό αυτό αποκαλύπτει μια κρίσιμη διάσταση της εποχής: την επικάλυψη διπλωματίας και κατασκοπείας. Η πρακτική της κάλυψης πρακτόρων υπό διπλωματική ιδιότητα ήταν διαδεδομένη στον Ψυχρό Πόλεμο. Οι πρεσβείες λειτουργούσαν ως κόμβοι πληροφόρησης και επιρροής, ιδίως σε περιοχές στρατηγικής σημασίας. Στην Κύπρο του 1956, όπου η αποικιακή διοίκηση αμφισβητούνταν ένοπλα και οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονταν, η παρουσία της CIA δεν ήταν απλώς συμπληρωματική· ήταν οργανικό στοιχείο της δυτικής στρατηγικής.

Η δολοφονία του Μποτέλερ φωτίζει επίσης το κλίμα αντι-αμερικανισμού που διαχεόταν σε τμήματα του κυπριακού και ευρύτερα μεσογειακού χώρου. Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν η αποικιακή δύναμη, συχνά θεωρούνταν —δικαίως ή αδίκως— ως σιωπηροί υποστηρικτές της βρετανικής παρουσίας ή, τουλάχιστον, ως δύναμη που προέτασσε τη σταθερότητα έναντι της αυτοδιάθεσης. Η αμερικανική πολιτική, εγκλωβισμένη στη λογική της ανάσχεσης της σοβιετικής επιρροής, έτεινε να αντιμετωπίζει τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα μέσα από το πρίσμα του Ψυχρού Πολέμου.

Η επίθεση στη Λευκωσία κατέδειξε ότι η διάκριση μεταξύ «φίλου» και «εχθρού» ήταν συχνά θολή. Στο πεδίο των αποικιακών συγκρούσεων, η στοχοποίηση βασιζόταν σε συμβολισμούς όσο και σε πραγματικές ταυτότητες. Ένας Αμερικανός διπλωμάτης μπορούσε να εκληφθεί ως εκπρόσωπος μιας ευρύτερης δυτικής ηγεμονίας, ακόμη κι αν η Ουάσιγκτον δεν είχε άμεση επιχειρησιακή εμπλοκή στην καταστολή του αγώνα.

Ταυτόχρονα, η παρουσία αξιωματικών πληροφοριών υπό διπλωματική κάλυψη καθιστούσε τις αμερικανικές αποστολές δυνητικούς στόχους. Η αποκάλυψη —μεταγενέστερα— ότι ο Μποτέλερ ήταν πράκτορας της CIA προσέδωσε στην επίθεση μια επιπλέον διάσταση: δεν επρόκειτο μόνο για «τραγικό λάθος», αλλά για ένδειξη του πόσο βαθιά είχαν διεισδύσει οι μυστικές υπηρεσίες στο νησί. Η Κύπρος δεν ήταν απλώς αποικιακό πρόβλημα της Βρετανίας· ήταν κόμβος σε μια παγκόσμια αναμέτρηση.

Η δολοφονία Welch, επομένως, δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα ούτε ως απλή «παρενέργεια» των αποκαλύψεων των επιτροπών ούτε ως μεμονωμένη πράξη τρομοκρατίας. Αποτέλεσε σημείο τομής ανάμεσα σε τρεις δυναμικές: την αμερικανική θεσμική κρίση εμπιστοσύνης, τη μεταπολιτευτική ρευστότητα στην Ελλάδα και την ανοιχτή πληγή του Κυπριακού. Η οργάνωση 17 Νοέμβρη επιχείρησε να εγγράψει την ενέργεια σε μια αντιιμπεριαλιστική αφήγηση, παρουσιάζοντάς την ως απάντηση σε δεκαετίες ξένης παρέμβασης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντιθέτως, η υπόθεση λειτούργησε ως επιχείρημα υπέρ της ενίσχυσης της μυστικότητας και της προστασίας των πρακτόρων.

Σύμφωνα με όσα  δηλώνει ο Αλέξης Παπαχελάς στην εκπομπή του, η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών δαπάνησε εκατομμύρια δολάρια για να εντοπίσει ποιοι έστειλαν τη προκήρυξη της Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη στη γαλλική εφημερίδα Libération. Η προσπάθεια αυτή, όπως φαίνεται εκ των υστέρων, ήταν εν μέρει άκαρπη, αφού οι ερευνητές επέλεξαν λάθος πρόσωπα να ερωτήσουν και τα αποτελέσματα δεν οδήγησαν σε κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, υποδηλώνοντας ότι μεγάλα κεφάλαια και ανθρώπινοι πόροι δαπανήθηκαν μάλλον για σαμπάνιες και ταξίδια χωρίς ουσιαστικό όφελος. Ταυτόχρονα, η αφήγηση του John Kiriakou περιέχει ανακρίβειες, όπως η ταύτιση του φιλόσοφου Bernard-Henri Lévy με τον γραμματέα του Jean-Paul Sartre, όταν ο πραγματικός γραμματέας ήταν ο Benny Lévy, γεγονός που υπογραμμίζει τα όρια των προφορικών μαρτυριών ως πηγής ιστορικής γνώσης και αποκαλύπτει την εγγενή δυσκολία αξιολόγησης των επιχειρήσεων μυστικών υπηρεσιών, ακόμη και όταν διατίθενται τεράστια χρηματικά ποσά και τεχνικοί πόροι.

Ας δούμε όμως την περίπτωση του John Kiriakou, ο οποίος σε μεταγενέστερη φάση κατέστη γνωστός για τις αποκαλύψεις του σχετικά με τεχνικές όπως το waterboarding (εικονικό πνιγμό) στο πλαίσιο της μετα-11ης Σεπτεμβρίου εκστρατείας. Η μετέπειτα καταδίκη του για διαρροή απόρρητων πληροφοριών και η διεθνής συζήτηση περί «black sites» [Οι «μαύρες τοποθεσίες» είναι μυστικά κρατικά λειτουργούμενα κέντρα κράτησης συχνά συνδεδεμένα με τη CIA όπου κρατούνται άτομα χωρίς απαγγελία κατηγοριών ή νομική διαδικασία. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου χρησιμοποιήθηκαν για την ανάκριση και βασανισμό «εχθρικών μαχητών» μέσω «ενισχυμένων τεχνικών ανάκρισης» με τη συμμετοχή χωρών υποδοχής] — που απασχόλησε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου — υπενθυμίζουν ότι οι αφηγήσεις των υπηρεσιών δεν είναι ουδέτερες. Φέρουν το βάρος θεσμικών συμφερόντων, προσωπικών δικαιώσεων και πολιτικών στοχεύσεων. Η απουσία συστηματικής αντιπαραβολής των ισχυρισμών με αρχειακό υλικό ή με ανεξάρτητη επιστημονική έρευνα δημιουργεί την εντύπωση μιας ασύμμετρης πολυφωνίας.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η αδυναμία της σειράς: η αποκοπή της ένοπλης δράσης από το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Η Μεταπολίτευση υπήρξε περίοδος έντονης ιδεολογικής κινητικότητας, με ισχυρή αντιιμπεριαλιστική κουλτούρα, φοιτητικά δίκτυα, εμπειρίες εξορίας και πολιτικής στράτευσης. Η πολιτική γλώσσα της εποχής διαπερνιόταν από διεθνείς αναφορές, ιδίως γαλλικές, αποτέλεσμα της εμπειρίας πολλών Ελλήνων στο Παρίσι των χρόνων της χούντας. Η επισήμανση του Δημήτρη Ψυχογιού περί της χρήσης της λέξης «τρακτ» στην δεύτερη προκήρυξη της οργάνωσης — δάνειο από το γαλλικό tract — εντάσσεται σε αυτή τη διαπολιτισμική όσμωση. Η παρατήρηση έχει πολιτισμικό ενδιαφέρον· δεν συνιστά εγκληματολογική απόδειξη. Η μετατροπή γλωσσικών ενδείξεων σε υποτιθέμενα επιχειρησιακά ίχνη φανερώνει την τάση ορισμένων μαρτύρων να υπερτιμούν αποσπασματικά στοιχεία, συχνά εσκεμμένα για να ενισχύσουν τη δραματικότητα της αφήγησης, άλλοτε από την ανθρώπινη ανάγκη να προσδώσουν συνοχή σε ένα χαοτικό παρελθόν.

Οι προφορικές μαρτυρίες που προβάλλονται στην οθόνη πάσχουν συχνά από αυτό ακριβώς το πρόβλημα. Πρώην αξιωματούχοι περιγράφουν «ανθρωποκυνηγητά» στη Μέση Ανατολή και την Κύπρο, υπαινίσσονται διεθνή δίκτυα, ανασυνθέτουν συνομιλίες δεκαετιών με εντυπωσιακή βεβαιότητα. Ωστόσο, η προφορική ιστορία, ιδίως όταν αφορά μυστικές υπηρεσίες, ταλαντεύεται ανάμεσα στη μνήμη και στη μυθοπλασία. 

Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και στην ελληνική σκηνή. Η δολοφονία του Ευάγγελου Μάλλιου παρουσιάζεται ως σημείο καμπής, με έμφαση στην απαγόρευση δημοσίευσης πληροφοριών από την εισαγγελία. Όμως η συζήτηση για τη διαχείριση της πληροφορίας, για τα όρια της λογοκρισίας και για την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας του Τύπου παραμένει επιφανειακή. Η σιωπή δεν ήταν απλώς επιχειρησιακή επιλογή· ήταν και πολιτικό σύμπτωμα μιας δημοκρατίας που ακόμη διαμόρφωνε τα όριά της.

Ιδιαίτερο βάρος φέρει και το ζήτημα της κρατικής επιδότησης της παραγωγής. Όταν δημόσιοι πόροι χρηματοδοτούν μια αφήγηση για την τρομοκρατία, η απαίτηση διαφάνειας και επιστημονικής επάρκειας καθίσταται αυξημένη. Δεν πρόκειται για λογοκριτική ένσταση, αλλά για θεσμική εγρήγορση. Η μνήμη της Μεταπολίτευσης υπήρξε επί δεκαετίες πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης· η αναπαράστασή της σήμερα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις σύγχρονες συζητήσεις περί ασφάλειας, κρατικής ισχύος και δικαιωμάτων.

Η αισθητική της σειράς — σκοτεινός φωτισμός, δραματική μουσική, γρήγορο μοντάζ — ενισχύει την αίσθηση θρίλερ. Η δραματοποίηση, ωστόσο, μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την ανάλυση στο συναίσθημα. Η Ιστορία παρουσιάζεται ως σκηνή κορυφώσεων, όχι ως πεδίο αντιφάσεων. Η 17Ν αναδύεται ως σχεδόν μεταφυσική απειλή, ενώ οι κοινωνικές διεργασίες που επέτρεψαν τη μακρόχρονη δράση της υποφωτίζονται. Η μονομερής εστίαση στις υπηρεσίες ασφαλείας παράγει ένα αφήγημα όπου το κράτος και οι διεθνείς σύμμαχοί του εμφανίζονται αποκλειστικά ως θύματα, απαλλαγμένα από τις δικές τους ιστορικές ευθύνες.

Κι όμως, η περίοδος εκείνη υπήρξε κόμβος διασταύρωσης πολλαπλών ρευμάτων: της αμερικανικής κρίσης θεσμικής εμπιστοσύνης μετά το Watergate, της ελληνικής μεταπολιτευτικής ρευστότητας, της ψυχροπολεμικής γεωπολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η βία — κρατική και μη κρατική — αναδιαμόρφωσε τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Η απάντηση των Ηνωμένων Πολιτειών δεν ήταν μόνο επιχειρησιακή· ήταν και ιδεολογική, με στόχο την επανανομιμοποίηση της μυστικότητας. Η απάντηση της ελληνικής πολιτείας υπήρξε εξίσου σύνθετη, ταλαντευόμενη ανάμεσα στην ενίσχυση των μηχανισμών ασφαλείας και στη διατήρηση των δημοκρατικών εγγυήσεων.

Εάν η δημόσια ιστορία περιοριστεί σε ένα καλοσκηνοθετημένο αφήγημα που επιβεβαιώνει κυρίαρχες οπτικές, τότε η κοινωνία δεν ενημερώνεται· απλώς καταναλώνει. Η αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο από την ακρίβεια των επιμέρους στοιχείων, αλλά από την πληρότητα της οπτικής, από την ικανότητα ανάδειξης των αντιφάσεων, από την ετοιμότητα να επισημανθούν τα λάθη — εσκεμμένα ή μη — των μαρτύρων. Σε διαφορετική περίπτωση, η Ιστορία μετατρέπεται σε σκηνικό και η μνήμη σε θέαμα.

Η αναμέτρηση με το τραύμα της 17Ν απαιτεί περισσότερα από τηλεοπτική δεξιοτεχνία. Απαιτεί κριτική αποστασιοποίηση, διασταύρωση πηγών, ένταξη των γεγονότων στο ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό τους πλαίσιο. Μόνο τότε ο στοχασμός μπορεί να υπερβεί την απλή αφήγηση εγκλημάτων και να καταστεί ουσιαστική συμβολή στη δημοκρατική αυτογνωσία. Διαφορετικά, ακόμη και η πιο επιτυχημένη παραγωγή κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μηχανισμός καθησυχασμού — και όχι ως αφορμή προβληματισμού.