Ο Τσίπρας και το τέλος της αυταπάτης: Πολιτική, εξουσία και ταξική υποταγή

Του Απόστολου Λουλουδάκη

Η πολιτική δεν είναι απλώς η διαχείριση προσώπων· είναι η έκφραση σχέσεων παραγωγής, κοινωνικών συγκρούσεων και ταξικών συμφερόντων. Ο Αντόνιο Γκράμσι σημείωνε πως η πραγματική πολιτική αλλαγή προκύπτει όταν μια τάξη κατακτά την ιδεολογική και πολιτισμική ηγεμονία, όταν δηλαδή οι αξίες της εργατικής τάξης γίνονται κοινωνικά αυτονόητες. Ο Νικολό Μακιαβέλι, από την άλλη, υπενθύμιζε πως η διατήρηση της εξουσίας μπορεί να νομιμοποιήσει την εξαπάτηση, την εγκατάλειψη φίλων και αρχών, εφόσον όλα αυτά εξυπηρετούν τον «πρίγκιπα».

Ο Αλέξης Τσίπρας ξεκίνησε ως πολιτικός που επικαλείτο τον Γκράμσι. Μιλούσε για κοινωνική ηγεμονία της Αριστεράς, για κινηματική δράση, για αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη. Τελείωσε όμως ως Μακιαβελικός κυβερνήτης: με τακτικισμό, σιωπές, στρατηγικές αποσύρσεις και ευέλικτους συμμάχους. Το κόμμα που οδήγησε έγινε κέλυφος, χωρίς όραμα και χωρίς πνοή. 

Η ανάδειξη του Τσίπρα δεν μπορεί να απομονωθεί από τις κοινωνικές και ταξικές συνθήκες που δημιούργησαν το πεδίο για την εξουσία του. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2010, η κρίση του καπιταλισμού, τα μνημόνια και η υπαγωγή της χώρας στους μηχανισμούς επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ δημιούργησαν ένα πολιτικό κενό, μια μαζική δυσαρέσκεια απέναντι στο παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό. Η εργατική τάξη, οι μικρομεσαίοι και οι άνεργοι βρέθηκαν σε μια κατάσταση επιτακτικής ανάγκης για λύση. Σ’ αυτή την κοινωνική πίεση, ο Τσίπρας εμφανίστηκε όχι ως φορέας ριζοσπαστικού προγράμματος, αλλά ως σύμβολο αντίστασης, μεταφυσικής πολιτικής υπέρβασης: το αίτημα για «Πρώτη φορά Αριστερά» ήταν λιγότερο πολιτικό και περισσότερο ελπίδα.

Η εμπιστοσύνη προς τον Τσίπρα γεννήθηκε από την παρθενογένεση ενός πολιτικού φορέα που ποτέ δεν είχε συμμετάσχει ουσιαστικά στη διαχείριση εξουσίας. Η έλλειψη εμπλοκής στο «σύστημα» παρουσιάστηκε ως αρετή. Όμως αυτή η αδυναμία ριζοσπαστικής εμπλοκής, σε συνδυασμό με τη μαζική πίεση για λύσεις, οδήγησε σε ένα στυλ εξουσίας βασισμένο στον τακτικισμό και την εικόνα αντί για στρατηγική και θεσμικό σχέδιο.

Το δημοψήφισμα του 2015 και η μετέπειτα αναστροφή της λαϊκής ετυμηγορίας αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα: από το ηχηρό «ΟΧΙ» στο «ΝΑΙ σε όλα», ο Τσίπρας απέδειξε πως η προσωπική εξουσία υπερισχύει των αξιών, της συλλογικής πολιτικής και της ταξικής αλληλεγγύης. Η ανατροπή αυτή δεν ήταν απλώς πολιτική αναδίπλωση· ήταν ταξική ήττα για την κοινωνία που τον είχε εμπιστευθεί.

Στην πολιτική του διαδρομή αποτυπώνεται με σαφήνεια η ένταση ανάμεσα στο φαινομενικό επαναστατικό όραμα και την πραγματική ταξική υποταγή. Ο Τσίπρας ενσάρκωσε ένα πολιτικό μοντέλο που εκμεταλλεύτηκε τον θυμό και την ελπίδα της κοινωνικής βάσης, χωρίς όμως να διαθέτει σταθερό στρατηγικό σχέδιο. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην ελληνική πολιτική ιστορία: από τον Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι νεότερους σχηματισμούς, η πολιτική νοηματοδοτείται κυρίως μέσα από το συλλογικό φαντασιακό της αλλαγής και της σωτηρίας, όχι μέσα από ταξικές στρατηγικές ή κοινωνικές κατακτήσεις.

Η αναγκαιότητα μιας ταξικής και πολιτισμικής ανάλυσης γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετάσουμε τους συνεργάτες του Τσίπρα και τις σιωπές του απέναντι στις κρίσεις της κυβέρνησης. Ο Νίκος Κοτζιάς εγκαταλείφθηκε όταν συγκρούστηκε με τον Πάνο Καμμένο για τη Συμφωνία των Πρεσπών· η κυβέρνηση προτίμησε τον κυβερνητικό συνέταιρο αντί για την αλήθεια. Ο Γιώργος Κατρούγκαλος παραιτήθηκε προεκλογικά όταν στοχοποιήθηκε για το ασφαλιστικό, και ο Τσίπρας παρέμεινε σιωπηλός, λες και δεν ήταν δικό του το σχέδιο. Ο Νίκος Παππάς, στο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, ασκεί σφοδρή αυτοκριτική: «Λειτουργούσαμε προσωποκεντρικά. Δεν είχαμε στρατηγική. Δεν κάναμε ποτέ σοβαρή αποτίμηση.» Καμία απάντηση από τον Τσίπρα.

Αυτή η αδράνεια απέναντι στους συνεργάτες του αποκαλύπτει την υποταγή του πολιτικού προσωπικού στα προσωπικά συμφέροντα και στο συγκεντρωτικό στυλ διακυβέρνησης. Αν δούμε τα πράγματα μέσα από τη μαρξιστική σκοπιά, η πολιτική του Τσίπρα δεν υπηρέτησε τις ανάγκες της εργατικής τάξης ή των κοινωνικών κινημάτων· υπηρέτησε τη διατήρηση της προσωπικής εξουσίας, με κόστος την ταξική και κοινωνική αλληλεγγύη.

Η πολιτική πορεία του Τσίπρα ενσωματώνει την αντίφαση ανάμεσα στην επαναστατική ρητορική και την καπιταλιστική λογική: υποσχέθηκε ρήξη με τα μνημόνια και την τρόικα, αλλά υπέγραψε το τρίτο, πιο σκληρό μνημόνιο. Το «ΟΧΙ» του δημοψηφίσματος μετατράπηκε σε «ΝΑΙ σε όλα», και η συγκυβέρνηση με τον Πάνο Καμμένο απέδειξε πως η ηγεμονία της Αριστεράς υποχωρεί μπροστά στη διατήρηση της πολιτικής θέσης. Οι εργατικές και ασφαλιστικές κατακτήσεις αποδόμηθηκαν, και η διαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας έγινε εργαλείο τακτικισμού και επικοινωνιακής στρατηγικής.

Η περίπτωση αυτή καθιστά σαφές πως η ιδεολογική ηγεμονία, όπως περιέγραψε ο Γκράμσι, δεν μπορεί να περιορίζεται σε λόγους και συνθήματα. Η πραγματική ηγεμονία απαιτεί δομές, στρατηγική, συλλογική δράση και αναγνώριση λαϊκής δύναμης. Ο Τσίπρας απέδειξε ότι η μεταρρύθμιση και η επαναστατική ρητορική μπορούν να γίνουν καταλύτης αναποτελεσματικότητας όταν υποτάσσονται στο ατομικό πολιτικό συμφέρον.

Η κοινωνική και ταξική διάσταση της εξουσίας του Τσίπρα είναι ακόμη πιο εμφανής αν αναλογιστούμε τη σχέση του με τον ελληνικό λαό. Η προσδοκία για «σωτήρα» έχει διαχρονικές ρίζες, όπως παρατήρησε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος: ο Έλληνας πολίτης εμπιστεύεται όχι τους θεσμούς αλλά τον ηγέτη που υπόσχεται αλλαγή. Στην πραγματικότητα, όμως, η πίστη στον ηγέτη συχνά γίνεται εργαλείο για την αναπαραγωγή του υπάρχοντος ταξικού συστήματος. Ο Τσίπρας αναπαρήγαγε τη δυναμική αυτή, εκμεταλλευόμενος τη συλλογική ανάγκη για ελπίδα, ενώ τελικά παρέδωσε τη λαϊκή εμπιστοσύνη στην καπιταλιστική και μνημονιακή πραγματικότητα.

Η μαρξιστική ανάλυση δίνει τη δυνατότητα να δούμε πέρα από τα πρόσωπα και την επικοινωνιακή στρατηγική. Η κρίση της ελληνικής Αριστεράς, όπως ενσαρκώθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι κρίση του τρόπου που η εργατική τάξη και τα κοινωνικά κινήματα εκπροσωπούνται πολιτικά. Η ιδεολογική ηγεμονία που υπόσχεται λύτρωση μέσω «πρώτης φοράς Αριστερά» μετατρέπεται σε καταστολή της συλλογικής δράσης και σε υποταγή στην καπιταλιστική και κρατική εξουσία.

Ο Τσίπρας, αντί να ενισχύσει τις κοινωνικές δυνάμεις, απέδειξε πως η ηγεμονία μπορεί να γίνει εργαλείο εξαπάτησης, χειραγώγησης και αδρανοποίησης των κινημάτων. Οι συνεργάτες του, οι υπουργοί και οι πολιτικοί σύμμαχοι, εγκαταλείφθηκαν στις κρίσεις και τα προσωπικά τους διλήμματα, αποδεικνύοντας την κυριαρχία της ατομικής πολιτικής στρατηγικής πάνω στις συλλογικές ανάγκες.

Η ηγεσία του Τσίπρα αποκάλυψε επίσης τη σχέση ανάμεσα στην ιδεολογία και το κράτος. Το κράτος δεν λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής δικαιοσύνης ή ταξικής αναδιανομής, αλλά ως μηχανισμός αναπαραγωγής της εξουσίας και των οικονομικών συμφερόντων. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που εμφανίστηκε ως αντίβαρο στο νεοφιλελευθερισμό, ενσωματώθηκε στα μνημόνια και τη διαχείριση των διεθνών οικονομικών μηχανισμών, επιβεβαιώνοντας πως η προσωπική εξουσία μπορεί να υποτάξει τις ταξικές και κοινωνικές επιδιώξεις.

Η ελληνική κοινωνία, υπό την πίεση της κρίσης, βρέθηκε εγκλωβισμένη ανάμεσα στις προσδοκίες για ρήξη και την πραγματικότητα της υποταγής. Η «Αλλαγή», υπό την ηγεσία του Τσίπρα, δεν ήρθε ποτέ ως συλλογική διαδικασία· ήταν υπόσχεση προσωρινής λύτρωσης, χωρίς θεσμική, οικονομική ή κοινωνική στήριξη. Η μαρξιστική ανάγνωση αυτής της πορείας δείχνει πως η πολιτική ανισότητα και η ταξική αδικία μπορούν να κρυφτούν πίσω από τη ρητορική της Αριστεράς, δημιουργώντας αυταπάτες και ενισχύοντας την καπιταλιστική δομή εξουσίας.

Η ελληνική εμπειρία της δεκαετίας 2010–2020 αποδεικνύει πως η επαναστατική ρητορική δεν αρκεί χωρίς οργανωμένη ταξική δύναμη και κοινωνικές δομές. Ο Τσίπρας απέδειξε πως ένα κόμμα και ένας ηγέτης μπορεί να επιβιώνουν επικοινωνιακά, ακόμη κι αν έχουν εγκαταλείψει κάθε επαναστατικό σχέδιο ή κοινωνική στρατηγική. Η πολιτική αποδοχή βασίζεται στην ελπίδα, όχι στην αλήθεια, και αυτή η δυναμική αναπαράγει την ταξική υποταγή.

Το μάθημα είναι σαφές: η πολιτική ηγεμονία δεν μπορεί να περιορίζεται σε προσωποκεντρικούς ηγέτες. Χρειάζεται συλλογική οργάνωση, διαφάνεια, αυτοκριτική και βαθιά κατανόηση των ταξικών συμφερόντων. Η εργατική τάξη και τα κινήματα δεν μπορούν να αφήνονται στα χέρια ηγετών που υπόσχονται λύτρωση, αλλά λειτουργούν κυρίως ως εργαλεία επικοινωνιακής επιρροής.

Η κρίση της Αριστεράς στην Ελλάδα δεν αφορά μόνο τον Τσίπρα· αφορά την κοινωνία που εμπιστεύεται προσωποκεντρικούς ηγέτες αντί να οργανώνεται συλλογικά για τις ανάγκες της. Η επαναστατική δυνατότητα βρίσκεται στην αναγνώριση της ήττας, στη ντροπή για την κοινωνική αδικία και στην ενεργοποίηση της συλλογικής δράσης απέναντι στην καπιταλιστική και κρατική κυριαρχία.

Ο Τσίπρας μας έδειξε πού οδηγεί η εγκατάλειψη των αξιών: στην υποταγή, στην εξαπάτηση και στην ταξική αδυναμία. Η πολιτική ανάδειξη των προσώπων δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ταξική στρατηγική και την κοινωνική αυτονομία. Από εδώ και πέρα, η ανανέωση της Αριστεράς πρέπει να στηριχθεί σε συλλογικά όργανα, στην ενίσχυση των κινημάτων, στην αυτοκριτική και στην αναγνώριση των λαϊκών αναγκών πάνω από τις προσωπικές φιλοδοξίες.

Η ελληνική εμπειρία δείχνει επίσης πως η ντροπή είναι επαναστατικό αίσθημα, όπως έγραφε ο Μαρξ: η αίσθηση της αδικίας και της υποταγής μπορεί να κινητοποιήσει δράση. Αντίθετα, η αδιαφορία, η σιωπή και η διαχείριση εικόνας – χαρακτηριστικά που επανειλημμένα επέδειξε ο Τσίπρας – ακυρώνουν την πολιτική δυνατότητα της κοινωνίας.

Η απάντηση στις αυταπάτες του παρελθόντος δεν βρίσκεται στην αναζήτηση νέων μεσσιών, αλλά στην ενεργοποίηση της συλλογικής πολιτικής συνείδησης, στη δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης και στην ανάπτυξη κοινωνικών και πολιτικών δομών που υπερβαίνουν το προσωποκεντρικό μοντέλο εξουσίας. Η αλήθεια για την Αριστερά δεν μπορεί να επιβιώσει ως ρητορική· πρέπει να ενσωματωθεί σε στρατηγική, δομές και κοινωνική ηγεμονία.

Η εμπειρία της κυβέρνησης Τσίπρα αποτελεί μαρτυρία για το πώς οι πολιτικές αυταπάτες, η έλλειψη συλλογικότητας και η υποταγή στην καπιταλιστική λογική οδηγούν σε κοινωνική και ταξική ήττα. Το μάθημα είναι καθαρό: δεν χρειάζονται προσωπικότητες που υπόσχονται λύτρωση· χρειάζονται πολιτικές συλλογικότητας, λογοδοσίας και στρατηγικής. Η νέα Αριστερά πρέπει να χτίζεται από τα κάτω, με βάση τις ανάγκες των κοινωνικών τάξεων και όχι των προσωποκεντρικών ηγετών.

Αυτό είναι το επαναστατικό καθήκον σήμερα: να μην συμβιβαστούμε με την υποταγή, τη σιωπή και την εξαπάτηση. Να απαιτήσουμε συλλογικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και ταξική στρατηγική. Ο Τσίπρας μας έδειξε πού οδηγεί η εγκατάλειψη των αξιών· η συνέχεια είναι δουλειά της κοινωνίας.

Επίλογος 

Όπως ο Λουκιανός συνέγραψε το «Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν», θέτοντας κανόνες για τη συγγραφή μιας αξιόπιστης ιστορίας, έτσι και σήμερα θα μπορούσε να απευθυνθεί κανείς σε κάθε πολιτικό που επιχειρεί να καταγράψει τα γεγονότα της εποχής του. Η συγγραφή πολιτικού βιβλίου δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στη μνήμη ή στην προσωπική οπτική, χωρίς τεκμήρια και πηγές.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα είναι:

Τοιοῦτος οὖν μοι ὁ συγγραφεὺς ἔστω, ἄφοβος, ἀδέκαστος, ἐλεύθερος, παῤῥησίας καὶ ἀληθείας φίλος, ὡς ὁ κωμικός φησι, τὰ σῦκα σῦκα, τὴν σκάφην δὲ σκάφην ὀνομάσων…

«Τέτοιος λοιπόν πρέπει να είναι για μένα ο ιστορικός: άφοβος, αδέκαστος, ελεύθερος, φίλος της παρρησίας και της αλήθειας, ώστε —όπως λέει ο κωμικός—[εννοεί τον Μένανδρο] να ονομάζει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη …»

Η σύστασή μας, λοιπόν, προς τον Αλέξη Τσίπρα –και κάθε πολιτικό που επιχειρεί να αφήσει το αποτύπωμά του στη γραπτή ιστορία– θα μπορούσε να είναι ένα σύγχρονο «Πώς γράφεται ένα πολιτικό βιβλίο»:

με διασταύρωση στοιχείων, με παραπομπές σε ντοκουμέντα, με σαφή διάκριση ανάμεσα στη μαρτυρία και την ιστορική αποτίμηση. 

Μόνο έτσι η προσωπική αφήγηση μπορεί να αποκτήσει την αξία που της πρέπει: ως πηγή, και όχι ως αυθαίρετο «μάθημα ιστορίας».