
Γράφει ο Γιάννης Γουσιόπουλος
Ο τουρισμός έπαψε προ πολλού να αποτελεί προνόμιο των περιοχών που διαθέτουν μόνον θάλασσα και ήλιο, επεκτάθηκε στις ράχες και τις ρεματιές, πήγε εκεί όπου ο άνθρωπος μέχρι πρότινος ζούσε από καταβολής κόσμου. Στη δυτική πλευρά της Πίνδου τα Ζαγοροχώρια αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα επανασύνδεσης των σχέσεων ανθρώπου και φύσης, αλλά και δραστηριότητα αναψυχής.
Ανατολικά της ίδιας οροσειράς, αντίστοιχα, περιοχή με τα ίδια χαρακτηριστικά ως προς το φυσικό και το δομημένο περιβάλλον αλλά και ως προς το κοινωνικό και το ιστορικό πλαίσιο, στο πανέμορφο και πολύπαθο κατά τον τελευταίο πόλεμο Βόιο, καθυστερημένα σε σχέση με τα Ζαγοροχώρια, γίνεται τα τελευταία χρόνια μία προσπάθεια στοιχειώδους ανάπτυξης του τουρισμού.
Έγιναν κάποιες αναπλάσεις, δημιουργήθηκε ένας αριθμός ξενώνων και μικρών αξιόλογων ξενοδοχειακών μονάδων, βελτιώθηκε το τοπικό οδικό δίκτυο, το εθνικό οδικό στην κυριολεξία περικύκλωσε την περιοχή. Ωστόσο οι δυνατότητες δεν εξαντλήθηκαν και επιπλέον στα καταλύματα υπάρχουν προβλήματα λόγω των οποίων όλη η προσπάθεια που έγινε μέχρι τώρα κινδυνεύει να πάει χαμένη.
Φίλος μου, μου διηγήθηκε το παρακάτω περιστατικό που αναδεικνύει μια από τις δυσκολίες εφαρμογής του τουρισμού στη συγκεκριμένη περιοχή. Ο ίδιος παλεύει με κάθε τρόπο και με μοναδικό σκοπό να διασώσει το χωριό του από τον αφανισμό.
«Έκλεισα για λογαριασμό γνωστών μου από τη Θεσσαλονίκη τον ξενώνα του χωριού μου για ολιγοήμερες διακοπές. Οι φίλοι να απολαύσουν τις διακοπές τους, ο ιδιοκτήτης να βγάλει κάποια μεροκάματα και το χωριό να έχει μία κίνηση. Οι επισκέπτες εγκαταστάθηκαν,, όμως τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Η κατάσταση του ξενώνα δεν ήταν καλή και εγώ εκτέθηκα σε αυτούς ανεπανόρθωτα. Δεν είχα ενημερωθεί τελευταία, ο ιδιοκτήτης του σχεδόν τον είχε εγκαταλείψει». Από εκεί και πέρα τα λόγια είναι περιττά. Βεβαίως αυτού του είδους τα προβλήματα συμβαίνουν παντού όμως δεν μπορούν να συμβαίνουν στην αρχή της προσπάθειας. Ουαί κι αλίμονο αν από την αρχή μπολιασθούμε με την παθογένεια της κερδοσκοπίας.
Των προβλημάτων εφαρμογής του τουρισμού έπονται οι ανησυχίες του καθενός εξ υμών. Οι προσωπικές προσεγγίσεις έχουν τη σημασία τους. Η συνολική αντιμετώπιση των προβλημάτων από τους ιδιώτες και τους φορείς είναι επιβεβλημένη.
Το οικοδόμημα ευθύς εξ αρχής πρέπει να δομηθεί σε σωστές βάσεις και στην πρώτη από όλες την ηθική. Το εύκολο περιστασιακό χρήμα είναι προσωρινό, η διαχείριση του χρήματος είναι επισφαλής, στο τέλος της ημέρας το σχέδιο θα πάει στράφι, ο τουρισμός δεν θα έλθει στην περιοχή. Αν και το ήθος του κάθε ανθρώπου είναι επίκτητο, η παιδεία και η επιμόρφωση παίζουν ρόλο στην αποφυγή αυτού του είδους των προβλημάτων. Σε αυτό το θέμα, κατά την εφαρμογή του τουρισμού είναι απαραίτητη η διενέργεια σεμιναρίων, έως ότου η τουριστική μηχανή πάρει μπροστά και οι τουριστικές σπουδές, εκ των πραγμάτων, αποτελέσουν μία από τις επιλογές των νέων της περιοχής. Φυσικά είναι και η τήρηση των κανόνων που έθεσε η πολιτεία.
Από εκεί και πέρα επί του πεδίου πολλά άλλα ακολουθούν. Η τουριστική ανάπτυξη πρέπει να έχει πολυμορφικό χαρακτήρα, όπως αυτός διαμορφώνεται από τις δυνατότητες των επί μέρους περιοχών. Μέχρι τώρα ο χαρακτήρας δεν έγινε αντιληπτός από τους φορείς.
Ποιες είναι οι δυνατότητες των επί μέρους περιοχών.
Στο λεγόμενο Άνω Βόιο είναι οι οικισμοί τοπικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Στη μέση ημιορεινή περιοχή όπου υπάρχει αγροτική παραγωγή είναι ο αγροτουρισμός. Στη Σιάτιστα και όλη την περιοχή ανατολικά της κοιλάδας του Αλιάκμονα, είναι το πολιτιστικό απόθεμα.
Πέτρινα γεφύρια, παλιά αρχοντικά, μεταβυζαντινές εκκλησίες, ακμάζοντα μοναστήρια, φυσικό ορεινό και παραποτάμιο περιβάλλον, πεζοπορία – διαδρομές, λαϊκή παράδοση, κουλτούρα των κατοίκων από την άσκηση κατά το παρελθόν στα γράμματα και τις τέχνες, από τους αγώνες για την ελευθερία και την προκοπή.
Ποια είναι αυτά που απομένουν να γίνουν.
Είναι η δημιουργία χρηματοδοτικών εργαλείων με αποκλειστικό σκοπό για την κατασκευή ξενώνων. Οι ξενώνες σήμερα είναι ελάχιστοι, τα ξενοδοχεία που υπάρχουν υπολειτουργούν λόγω του υποτονικού γενικά, τουριστικού ρεύματος. Το ισχυρό τουριστικό ρεύμα θα προκληθεί μόνον μέσα από την ύπαρξη πολλών ξενώνων διασκορπισμένων σε όλη την περιοχή.
Είναι το διαδίκτυο και τα ψηφιακά μέσα, οι τουριστικές εκθέσεις και τα γραφεία, τα Μ.Μ.Ε., η τηλεφωνική ενημέρωση, το έντυπο υλικό. Σε κάθε περίπτωση η προβολή να είναι ενιαία, να αφορά το σύνολο της περιοχής. Μέχρι τώρα ελάχιστα έγιναν από όλα αυτά.
Είναι η σύσταση και λειτουργία από τον Δήμο της περιοχής, οργανισμού διαχείρισης και προώθησης προορισμών, στελεχωμένου με ειδικευμένο προσωπικό και έδρα τη Νεάπολη, γεωγραφικό και συγκοινωνιακό κέντρο της περιοχής, το οποίο θα χαράξει τη στρατηγική για την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής. Όπως άλλωστε δείχνουν και τα σχέδια που εκπορεύονται από το Υπουργείο Τουρισμού.
Η περιοχή είναι πανέμορφη, το ανάγλυφο προσομοιάζει με εκείνο της Τοσκάνης, οι ξενώνες του Πάδου στην Εμίλια – Ρουμάνια λείπουν από την κοιλάδα του Αλιάκμονα. Θα μου πείτε… υπερβολές. Ίσως. Όμως στην Ελλάδα των 38 εκ. τουριστών κατά έτος, στο Βόιο, το όνειρο της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της περιοχής με άξονα τον τουρισμό κατ΄ εμέ μπορεί να γίνει πραγματικότητα.
Πριν από όλα όχι λάθη σαν αυτό που ο ανήσυχος Βοϊώτης μου εξομολογήθηκε!
