Από τη φθορά στην απονομιμοποίηση: ο μονόδρομος της λαϊκής ετυμηγορίας

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Η εικόνα που διαμορφώνεται το τελευταίο διάστημα είναι σαφής και βαριά. Η συσσώρευση πολιτικών, θεσμικών και διαχειριστικών κρίσεων συνθέτει ένα συνολικό πρόβλημα διακυβέρνησης. Η δημόσια συζήτηση έχει περάσει σε άλλο επίπεδο: από την αποτίμηση επιμέρους γεγονότων στη συνολική αξιολόγηση της κυβερνητικής  αναξιοπιστίας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται- όχι απλά  η οικονομική ζημία και η θεσμική καταβαράθρωση- αλλά  η πολιτική ευθύνη. Υποθέσεις όπως οι παρακολουθήσεις, η τραγωδία των Τεμπών και ζητήματα διαχείρισης δημόσιου χρήματος έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Η κοινωνία τα αντιμετωπίζει ως στοιχεία μιας ενιαίας πραγματικότητας που λιώνουν  τον πυρήνα της εξουσίας. Το αποτέλεσμα είναι το  πρωτοφανές έλλειμμα αξιοπιστίας.

Κομβικό ρόλο σε αυτό τον εκφυλισμό διαδραματίζει το μοντέλο του «επιτελικού κράτους». Η συγκέντρωση εξουσιών σε περιορισμένο κύκλο, η υποβάθμιση συλλογικών διαδικασιών και η εξασθένηση θεσμικών αντιβάρων έχουν διαμορφώσει ένα σύστημα σχεδόν μηδενικής λογοδοσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, τα σφάλματα αποκτούν συνέχεια και συνάφεια και προφανώς, ακυρώνουν  συνολικά τη λειτουργία του κράτους.

Παράλληλα, η εικόνα της Δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων αρχών βρίσκεται υπό διαρκή πίεση. Οι καθυστερήσεις, οι αντιφατικές κρίσεις και η αίσθηση επιλεκτικής στάσης φουντώνουν  την απέχθεια. Το ζήτημα ξεπερνά το νομικό επίπεδο και μετατρέπεται σε βαθιά θεσμική κρίση πολιτικής  νομιμοποίησης.

Το τοπίο της ενημέρωσης συμβάλλει στη διαμόρφωση του κλίματος. Μέρος των μέσων, εμφανίζεται πλέον είτε συγκρατημένο είτε και κριτικά στρεφόμενο, στα φαινόμενα σήψης και αλαζονείας, γεγονός που μεταφέρει την αμφισβήτηση ακόμη και στο πλέον συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας. Την ίδια στιγμή, ανεξάρτητες δημοσιογραφικές πρωτοβουλίες αναδεικνύουν κρίσιμα στοιχεία και επηρεάζουν καθοριστικά την κοινή γνώμη. Η αντίθεση αυτή αποτυπώνει το  περιβάλλον γενικευμένης δυσπιστίας.

Την ίδια στιγμή, η  πολιτική πίεση αυξάνεται. Η αντιπολίτευση εντείνει τα αιτήματα λογοδοσίας, ενώ η κοινωνία θέτει υψηλότερες απαιτήσεις. Κάθε νέα εξέλιξη προστίθεται στο ήδη βεβαρημένο κλίμα ενισχύοντας τη δυναμική απαξίωσης.

Η κυβέρνηση κινείται σε συνθήκες διαρκούς άμυνας. Οι εξηγήσεις που δίνονται όχι μόνο δεν αναστρέφουν την εικόνα αλλά καθίστανται αντικείμενο χλεύης και λοιδορίας.  Οι κλασικές κινήσεις διαχείρισης κρίσεων, όπως οι ανασχηματισμοί ή οι επικοινωνιακές παρεμβάσεις, αποδεικνύονται  ασήμαντες απέναντι σε ανεπάρκειες με δομικό χαρακτήρα.

Την ίδια ώρα, νέες υποθέσεις βρίσκονται σε εξέλιξη. Ενδείξεις για επερχόμενες δικογραφίες που αφορούν τη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης, πιθανές πτυχές εξοπλιστικών προγραμμάτων και ζητήματα όπως τα «σπιτάκια ανακύκλωσης»  δημιουργούν πρόσθετη πίεση. Ακόμη και ως αντικείμενο διερεύνησης, επιβαρύνουν το πολιτικό περιβάλλον και ενισχύουν την αίσθηση ότι η κρίση έχει ακόμη μεγαλύτερη συνέχεια.

Η εμπειρία παραπέμπει στην προσπάθεια του Σίσυφου και δείχνει ότι σε τέτοιες συνθήκες ο βράχος ξανακυλά στον πάτο.  Η παραμονή στην εξουσία δίχως καθαρές απαντήσεις βαθαίνει το ρήγμα και ενισχύει την απονομιμοποίηση.

Η μόνη καθαρή διέξοδος είναι η άμεση προσφυγή στις κάλπες. Η προκήρυξη εκλογών επαναφέρει τη δημοκρατική νομιμοποίηση, μεταφέρει την απόφαση στους πολίτες και επιτρέπει μια νέα εκκίνηση του πολιτικού συστήματος. Κάθε καθυστέρηση επιβαρύνει την κατάσταση και εντείνει την κρίση.

Στο κλίμα αυτό, οι εκτιμήσεις για άμεση προσφυγή στις κάλπες ενισχύονται, καθώς το πολιτικό περιβάλλον αποκτά χαρακτηριστικά παρατεταμένης αστάθειας. Η πίεση προς την κυβέρνηση αυξάνεται από πολλαπλές κατευθύνσεις: κοινωνική δυσαρέσκεια, εντεινόμενη αντιπολιτευτική ρητορική και διαρκής ανάδειξη νέων υποθέσεων με θεσμικό και οικονομικό βάρος.

Κρίσιμος παράγοντας αποτελεί η δυναμική των επόμενων εβδομάδων. Η πιθανή έλευση νέων δικογραφιών διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένου πολιτικού ρίσκου. Σε τέτοιες συνθήκες, κάθε νέα εξέλιξη λειτουργεί ως πυροκροτητής,  πολλαπλών εκρήξεων.

Παράλληλα, η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί το συσσωρευμένο έλλειμμα αξιοπιστίας. Η παρατεταμένη φθορά ακυρώνει εκ προοιμίου  την ανάκτηση πρωτοβουλίας κινήσεων- για παράδειγμα κράσαρε ακόμη και η πλατφόρμα για τη διάθεση του γλίσχρου ενεργειακού βοηθήματος-  ενώ υπονομεύει την αποτελεσματικότητα επικοινωνιακών παρεμβάσεων ή διορθωτικών αλλαγών.

Συνεπώς, το  ερώτημα μετατοπίζεται από το «αν» στο «πότε» και «με ποιους όρους» θα υπάρξει πολιτική εκτόνωση.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το εσωτερικό μέτωπο. Στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας καταγράφεται αυξανόμενη πίεση και έντονος εκνευρισμός. Βουλευτές μεταφέρουν την οργή της εκλογικής τους βάσης και εκφράζουν αγωνία για τη διαρκή απορρύθμιση που σχετίζεται με το προσωπικό εκλογικό μέλλον τους. Η δυσκολία και η απροθυμία κεντρικών στελεχών υπεράσπισης της κυβερνητικής γραμμής στην κοινωνία και στα μέσα ενημέρωσης επιτείνει τις συνθήκες εσωτερικής ασφυξίας. Ακόμη και χωρίς ανοιχτές ρήξεις, αυτή η πίεση λειτουργεί παραλυτικά επηρεάζοντας καθοριστικά τις τελικές επιλογές.

Την ίδια στιγμή, η στάση της αντιπολίτευσης, που επενδύει σε αίτημα εκλογών, ενισχύει τη δημόσια πίεση και διαμορφώνει κλίμα αναμονής για πολιτική αλλαγή.

Η επιλογή της άμεσης προσφυγής στις κάλπες εμφανίζεται από σημαντική μερίδα στελεχών της Κυβέρνησης και της Κ.Ο. της Ν.Δ. ως στρατηγική διαχείρισης του  διογκούμενου κόστους.

Σε διαφορετική περίπτωση, η παράταση της θητείας υπό καθεστώς συνεχών αποκαλύψεων ενδέχεται να οδηγήσει ακόμη και σε πλήρη διάλυση.

Συνολικά, το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών συγκεντρώνει υψηλές και διαρκώς αυξανόμενες πιθανότητες. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό γεωστρατηγικών εξελίξεων, πολιτικών ισορροπιών και κοινωνικών αντιδράσεων. Ωστόσο, η τάση δείχνει επιτάχυνση των διεργασιών, με τις κάλπες να αποτελούν ορατό και ρεαλιστικό σενάριο στο άμεσο χρονικό ορίζοντα.