Έντονη η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα

Του Μελέτη Ρεντούμη


Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει εξελιχθεί σταδιακά από ένα οικονομικό πρόβλημα σε μία βαθιά κοινωνική και αναπτυξιακή πρόκληση που επηρεάζει πλέον σχεδόν κάθε γενιά. Αν κάποτε η κατοχή κατοικίας αποτελούσε στοιχείο σταθερότητας και κοινωνικής ασφάλειας, σήμερα για μεγάλο μέρος των πολιτών μετατρέπεται σε έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης, όπου το ενοίκιο, οι δόσεις, οι λογαριασμοί και το συνολικό κόστος διαβίωσης απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος.
Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα εμφανίζει πλέον από τις πιο δυσμενείς επιδόσεις στην Ευρώπη. Το ποσοστό των νοικοκυριών που επιβαρύνονται υπερβολικά από το κόστος στέγασης είναι πολλαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η σχέση ενοικίου προς διαθέσιμο εισόδημα βρίσκεται σε ιδιαίτερα ανησυχητικά επίπεδα.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι πολλές οικογένειες δεν περιορίζουν απλώς την κατανάλωσή τους, αλλά αναγκάζονται να θυσιάσουν αποταμίευση, επενδύσεις στην εκπαίδευση των παιδιών, ψυχαγωγία, ακόμη και βασικές ανάγκες, προκειμένου να διατηρήσουν μία αξιοπρεπή κατοικία.
Βέβαια το πρόβλημα δεν προέκυψε ξαφνικά. Η δεκαετής οικονομική κρίση πάγωσε τις νέες κατασκευές, περιόρισε τις επενδύσεις σε κατοικίες και οδήγησε σε γήρανση του κτιριακού αποθέματος. Όταν η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, η ζήτηση επέστρεψε ταχύτερα από την προσφορά. Παράλληλα, η άνοδος των βραχυχρόνιων μισθώσεων μετέφερε σημαντικό αριθμό κατοικιών από τη μακροχρόνια αγορά, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και τις τουριστικές περιοχές.
Την ίδια στιγμή, μεγάλος αριθμός ακινήτων παραμένει κλειστός. Κάποια απαιτούν ανακαίνιση, άλλα βρίσκονται σε κληρονομικές εκκρεμότητες, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι ιδιοκτήτες αποφεύγουν τη μίσθωση λόγω φορολογικών βαρών, φόβου κακοπληρωτών ή δικαστικών καθυστερήσεων. Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο φαινόμενο: υπάρχει στεγαστική έλλειψη, ενώ ταυτόχρονα παραμένουν αναξιοποίητα χιλιάδες ακίνητα.
Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι βαθύτερες από όσο φαίνονται. Η καθυστέρηση αποχώρησης των νέων από το πατρικό σπίτι δεν αποτελεί απλώς πολιτισμικό χαρακτηριστικό, αλλά ένδειξη οικονομικής αδυναμίας. Νέοι εργαζόμενοι με αξιοπρεπείς αποδοχές δυσκολεύονται να ζήσουν αυτόνομα, ζευγάρια αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας και η υπογεννητικότητα ενισχύεται. Παράλληλα, εργαζόμενοι μετακινούνται δυσκολότερα μεταξύ περιοχών, επειδή το στεγαστικό κόστος περιορίζει την επαγγελματική κινητικότητα.
Η στεγαστική πίεση επηρεάζει επίσης τη συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας. Όταν ένα νοικοκυριό διαθέτει πάνω από το μισό εισόδημά του στη στέγη, μειώνεται η κατανάλωση, περιορίζονται οι επενδύσεις σε άλλους κλάδους και συρρικνώνεται η δυνατότητα δημιουργίας πλούτου. Με άλλα λόγια, η στεγαστική κρίση δεν είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα αλλά και εμπόδιο στην ανάπτυξη.
Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι οι λύσεις πρέπει να επικεντρωθούν κυρίως στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών και λιγότερο στην τεχνητή ενίσχυση της ζήτησης. Προγράμματα επιδότησης αγοράς, όσο καλοπροαίρετα και αν είναι, συχνά ανεβάζουν επιπλέον τις τιμές όταν η διαθέσιμη προσφορά είναι περιορισμένη.
Μία πρώτη κατεύθυνση θα μπορούσε να είναι η ανάπτυξη οργανωμένης κοινωνικής κατοικίας μέσω συμπράξεων κράτους και ιδιωτών, με στόχο κατοικίες για νέους εργαζόμενους, οικογένειες και ευάλωτες ομάδες. Παράλληλα, απαιτούνται ισχυρά κίνητρα για ανακαίνιση και επαναφορά κλειστών ακινήτων στην αγορά, όπως φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδοτήσεις ενεργειακής αναβάθμισης και ταχύτερες διαδικασίες μίσθωσης.
Επιπλέον, η διαχείριση των βραχυχρόνιων μισθώσεων χρειάζεται μεγαλύτερη ισορροπία. Δεν σημαίνει απαραίτητα γενικές απαγορεύσεις, αλλά ίσως γεωγραφικούς περιορισμούς σε περιοχές υψηλής πίεσης, όρια συγκέντρωσης ακινήτων και κίνητρα για μεταφορά μέρους του αποθέματος σε μακροχρόνιες μισθώσεις.
Σημαντικό ρόλο θα παίξει και η αστική αναγέννηση. Παλαιές βιομηχανικές ζώνες, εγκαταλελειμμένα κτίρια και υποβαθμισμένες περιοχές μπορούν να μετατραπούν σε νέες οικιστικές κοινότητες, μειώνοντας την πίεση στα κέντρα των πόλεων. Παράλληλα, η βελτίωση μεταφορών και υποδομών θα επιτρέψει στους πολίτες να κατοικούν σε πιο οικονομικές περιοχές χωρίς να αποκόπτονται από την εργασία τους.
Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν είναι μία προσωρινή δυσλειτουργία της αγοράς αλλά ένα διαρθρωτικό πρόβλημα που συνδέεται με την οικονομία, τη δημογραφία, την κοινωνική συνοχή και το μέλλον της χώρας. Αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, κινδυνεύει να δημιουργήσει μία γενιά πολιτών με περιορισμένη πρόσβαση στην ιδιοκτησία, καθυστερημένη οικογενειακή ζωή και μειωμένες προοπτικές ευημερίας.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η στέγη δεν αποτελεί απλώς ένα περιουσιακό στοιχείο ή έναν συνηθισμένο οικονομική δείκτη ανάπτυξης, καθώς μέσω της αξιοπρεπούς στέγασης χτίζεται η κοινωνική σταθερότητα μακροπρόθεσμα, ενώ η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος πρέπει ν’αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα και επένδυση για το ίδιο το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός