Η πάλη των τάξεων στην Κίνα μετά τον Μάο: η άλλη πολιτι(στι)κή επανάσταση

Του Σωκράτη Αργύρη 

«Αναζητήστε την αλήθεια από τα γεγονότα» (实事求是)

– Μάο Τσε Τουνγκ, «Αναμορφώστε τη Μελέτη μας» ( 改造我们的学) , Μάης 1941 

Η Κίνα που αναδύθηκε από το λυκόφως της μαοϊκής περιόδου το 1976 δεν υπήρξε το προϊόν μιας απλής οικονομικής προσαρμογής, αλλά το πεδίο μιας εκ των έσω ανασύνθεσης της ταξικής κυριαρχίας, η οποία μεταμφιέστηκε σε ορθολογική εκσυγχρονιστική αναγκαιότητα. Η επίσημη ιστοριογραφία, τόσο η δυτική όσο και η εγχώρια κομματική, έτεινε ανέκαθεν να παρουσιάζει τη μετα-μαοϊκή μετάβαση ως μια γραμμική πορεία εξορθολογισμού: την εγκατάλειψη των ιδεολογικών υπερβολών της Πολιτιστικής Επανάστασης προς όφελος της ρεαλιστικής ευημερίας που υποσχέθηκε ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ. Πίσω όμως από τη ρητορική της «σταθερότητας» και των «τεσσάρων εκσυγχρονισμών» κρυβόταν μια βαθιά πολιτική και πολιτισμική αντεπανάσταση, η οποία δεν κατήργησε την πάλη των τάξεων, αλλά άλλαξε ριζικά το υποκείμενο, τα εργαλεία και το λεξιλόγιό της. Το κράτος, έχοντας επιβιώσει από τον εσωτερικό κλυδωνισμό της προηγούμενης δεκαετίας, ανέλαβε εκ νέου τον ιστορικό του ρόλο ως ο αποκλειστικός διαχειριστής της κοινωνικής υπεραξίας, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια πρωτοφανή ιστορική σύγκλιση: τη συγχώνευση της ολοκληρωτικής κρατικής δομής με τις πιο άγριες μορφές του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Η αποκαθήλωση της «Συμμορίας των Τεσσάρων» και η σταδιακή περιθωριοποίηση των ριζοσπαστικών μαοϊκών θυλάκων δεν σήμαναν το τέλος της πολιτικής σύγκρουσης, αλλά την αναδιοργάνωσή της από τα πάνω. Η νέα ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας αντιλήφθηκε ότι η επιβίωση του καθεστώτος δεν μπορούσε πλέον να στηρίζεται στη διαρκή κινητοποίηση των μαζών, η οποία εγκυμονούσε τον κίνδυνο της αυτόνομης εργατικής δράσης. Η απάντηση της γραφειοκρατίας ήταν μια άλλη μορφή πολιτικής και πολιτισμικής επανάστασης, μια «επανάσταση της πειθαρχίας» και της εμπορευματοποίησης, όπου η κοινωνική θέση δεν καθοριζόταν πλέον από την ιδεολογική καθαρότητα, αλλά από την οργανική ένταξη στον νέο μηχανισμό της κρατικά ελεγχόμενης αγοράς. Η διάλυση των αγροτικών λαϊκών κομμούνων και η εισαγωγή του “συστήματος συμβολαίων οικιακής ευθύνης” στις αρχές της δεκαετίας του 1980 δεν απελευθέρωσαν απλώς τις παραγωγικές δυνάμεις της υπαίθρου. Στην πραγματικότητα, αποδιοργάνωσαν τους παραδοσιακούς δεσμούς αλληλεγγύης της αγροτικής τάξης, μετατρέποντας εκατομμύρια παραγωγούς σε εξατομικευμένους οικονομικούς δρώντες και, σύντομα, σε μια τεράστια δεξαμενή πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού που προοριζόταν για τις υπό διαμόρφωση Ειδικές Οικονομικές Ζώνες του νότου. Η ιστορική ειρωνεία αυτής της μετάβασης αποτυπώνεται στις επαφές δυτικών νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων, όπως ο Μίλτον Φρίντμαν, με την κινεζική ηγεσία στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η κατ’ ιδίαν συνάντησή του με τον Ζάο Ζιγιάνγκ το 1988, με αντικείμενο την απελευθέρωση των τιμών και τις ιδιωτικοποιήσεις, ανέδειξε ότι η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν αναζητούσε μια σοσιαλιστική εναλλακτική, αλλά τεχνικές διαχείρισης της μετάβασης προς έναν ιδιότυπο κρατικά καθοδηγούμενο καπιταλισμό.

Αυτή η μετατόπιση συνοδεύτηκε από μια βαθιά πολιτισμική ανασηματοδότηση της καθημερινής ζωής. Το κράτος έπαψε να απαιτεί τη θυσία του ατόμου στον βωμό της παγκόσμιας επανάστασης και άρχισε να απαιτεί τη θυσία του στον βωμό της εθνικής παραγωγικότητας. Το σύνθημα «το να πλουτίζεις είναι ένδοξο», που αποδίδεται στον Ντενγκ, λειτούργησε ως το θεμέλιο ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Η πολιτιστική ηγεμονία μετατοπίστηκε από την εργατική τάξη –η οποία κατά τη διάρκεια της μαοϊκής περιόδου, παρά την κρατική χειραγώγηση, διατηρούσε μια θεσμοθετημένη συμβολική πρωτοκαθεδρία– προς τη νέα τάξη των τεχνοκρατών, των μάνατζερ και των κρατικών στελεχών που μετατρέπονταν ραγδαία σε επιχειρηματίες. Η εργασία απογυμνώθηκε από κάθε πολιτική διάσταση και μετατράπηκε σε καθαρό εμπόρευμα, ενώ οι παλιές εγγυήσεις του «σιδερένιου μπολ ρυζιού» (η ισόβια απασχόληση, η δωρεάν στέγαση και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη) άρχισαν να ξηλώνονται συστηματικά στα κρατικά εργοστάσια, προκαλώντας βίαιες αλλά αποσπασματικές αντιδράσεις από την παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η κινεζική κοινωνία βρισκόταν σε κατάσταση ακραίας δομικής ανισορροπίας. Η συνύπαρξη της ελεγχόμενης οικονομίας με τις ελεύθερες ζώνες της αγοράς είχε δημιουργήσει ένα σύστημα διπλών τιμών, το οποίο αποτέλεσε το ιδανικό έδαφος για μια άνευ προηγουμένου διαφθορά της κομματικής ελίτ. Τα στελέχη του Κόμματος και τα παιδιά τους –οι λεγόμενοι «πρίγκιπες»– χρησιμοποιούσαν την πρόσβασή τους σε κρατικά αγαθά σε χαμηλές τιμές για να τα μεταπωλούν στην ελεύθερη αγορά με τεράστια κέρδη. Αυτός ο κρατικός-γραφειοκρατικός καπιταλισμός οδήγησε σε έναν καλπάζοντα πληθωρισμό, ο οποίος κατέστρεψε την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και των δημοσίων υπαλλήλων στις πόλεις, ενώ η ανεργία άρχισε να εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες. Η ταξική πάλη, μακριά από το να έχει εξαλειφθεί, επανήλθε στο προσκήνιο όχι ως μια ελεγχόμενη κομματική ντιρεκτίβα, αλλά ως μια αυθόρμητη, εκρηκτική σύγκλιση διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων που έβλεπαν τις υποσχέσεις του εκσυγχρονισμού να μετατρέπονται σε προνόμια μιας ολιγαρχίας.

Η άνοιξη του 1989 και τα γεγονότα που κορυφώθηκαν στην πλατεία Τιενανμέν αποτελούν το κομβικό σημείο αυτής της μετα-μαοϊκής ταξικής σύγκρουσης, μια στιγμή όπου η πολιτική και η κοινωνική επανάσταση διεκδίκησαν εκ νέου το δικαίωμα να καθορίσουν το μέλλον της χώρας. Η κυρίαρχη αφήγηση της Δύσης περιέγραψε τις κινητοποιήσεις αποκλειστικά ως ένα κίνημα φοιτητών που ζητούσαν την εισαγωγή της φιλελεύθερης δημοκρατίας αμερικανικού τύπου. Αυτή η ανάγνωση, αν και βολική για τις ανάγκες του ψυχροπολεμικού Θεάματος, αποσιωπά εσκεμμένα την κοινωνική πολυπλοκότητα και την ταξική δυναμική της εξέγερσης. Το φοιτητικό κίνημα, που ξεκίνησε τον Απρίλιο με αφορμή τον θάνατο του μεταρρυθμιστή ηγέτη Χου Γιαομπάνγκ, ήταν πράγματι η θρυαλλίδα. Οι νεαροί διανοούμενοι ζητούσαν ελευθερία του λόγου, πολιτικό εκδημοκρατισμό και πάταξη της διαφθοράς, κινούμενοι συχνά μέσα σε ένα πλαίσιο που δεν αμφισβητούσε ευθέως την κυριαρχία του Κόμματος, αλλά ζητούσε τον εξορθολογισμό του.

Η πραγματική καμπή των γεγονότων σημειώθηκε όταν η εξέγερση ξεπέρασε τα όρια της πανεπιστημιακής ελίτ και αγκαλιάστηκε από την κινεζική εργατική τάξη. Η ίδρυση της Αυτόνομης Ομοσπονδίας Εργατών του Πεκίνου (WAF) στα μέσα Μαΐου άλλαξε ριζικά το πολιτικό διακύβευμα. Οι εργάτες που κατέβηκαν στους δρόμους δεν υποκινούνταν από αφηρημένες φιλελεύθερες θεωρίες, αλλά από την άμεση εμπειρία της υλικής υποβάθμισης της ζωής τους, την απώλεια της κοινωνικής τους ασφάλειας και την εξοργιστική ανάδυση μιας νέας τάξης αφεντικών που φορούσαν ακόμα τη στολή του Κόμματος. Στα μανιφέστα τους, οι αυτόνομοι εργάτες κατήγγειλαν τη «δικτατορία της γραφειοκρατίας» και επεσήμαιναν ότι οι μεταρρυθμίσεις είχαν μετατρέψει τα εργοστάσια σε ιδιωτικά φέουδα των διευθυντών. Η δική τους διεκδίκηση για δημοκρατία σήμαινε κάτι πολύ πιο ριζοσπαστικό: τον εργατικό έλεγχο στην παραγωγή, τη διαφάνεια στα οικονομικά του κράτους και το δικαίωμα στην ανεξάρτητη συνδικαλιστική οργάνωση έξω από το επίσημο, ελεγχόμενο από το κράτος συνδικάτο.

Η παρουσία των εργατών στην πλατεία και η εξάπλωση των απεργιών σε άλλες μεγάλες βιομηχανικές πόλεις, όπως η Σανγκάη, η Γουχάν και το Σιάν, προκάλεσαν πανικό στην ηγεσία του Κόμματος. Για την γραφειοκρατία, το φάντασμα μιας κινεζικής «Αλληλεγγύης» –κατά το πρότυπο του πολωνικού εργατικού κινήματος που είχε κλυδωνίσει το σοβιετικό μπλοκ– αποτελούσε έναν θανάσιμο κίνδυνο. Η εσωτερική διαμάχη στους κόλπους της ηγεσίας ανάμεσα στους μετριοπαθείς, όπως ο Γενικός Γραμματέας Ζάο Ζιγιάνγκ που αναζητούσε έναν συμβιβασμό, και τους σκληροπυρηνικούς υπό τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ και τον Πρωθυπουργό Λι Πενγκ, έληξε με την επικράτηση των δεύτερων. Η απόφαση για την επιβολή του στρατιωτικού νόμου στις 20 Μαΐου δεν είχε ως στόχο την προστασία της δημόσιας τάξης, αλλά τη διάσπαση της κοινωνικής συμμαχίας μεταξύ φοιτητών και εργατών και την αποκατάσταση της κρατικής αυθεντίας με κάθε κόστος.

Η νύχτα της 3ης προς την 4η Ιουνίου 1989 δεν ήταν απλώς μια πράξη κρατικής καταστολής, αλλά η ιδρυτική πράξη βίας της σύγχρονης κινεζικής αγοράς. Τα τανκς του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, καθώς εισέβαλαν στο Πεκίνο, δεν συνέτριψαν μόνο τα οδοφράγματα· συνέτριψαν την πιθανότητα μιας εναλλακτικής πορείας εκσυγχρονισμού που θα βασιζόταν στην κοινωνική δικαιοσύνη και τον δημοκρατικό έλεγχο. Είναι ιστορικά αξιοσημείωτο, και συχνά παραλείπεται, ότι οι περισσότεροι θάνατοι εκείνης της νύχτας δεν σημειώθηκαν μέσα στην ίδια την πλατεία Τιενανμέν, αλλά στις εργατικές γειτονιές της δυτικής περιφέρειας του Πεκίνου, όπως το Μουξιντί. Ήταν οι εργάτες που, με γυμνά χέρια, πέτρες και ξύλα, προσπάθησαν να εμποδίσουν την προέλαση των τεθωρακισμένων μεραρχιών, πληρώνοντας το βαρύτερο τίμημα σε αίμα. Η καταστολή που ακολούθησε τις επόμενες εβδομάδες ήταν επιλεκτικά ταξική: ενώ οι επιφανείς φοιτητές ηγέτες έλαβαν ποινές φυλάκισης ή κατάφεραν να διαφύγουν στο εξωτερικό με τη βοήθεια δυτικών δικτύων, δεκάδες εργάτες και μέλη των αυτόνομων συνδικάτων εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στα γήπεδα και στις φυλακές της χώρας. Σε αυτό το σημείο, η γεωπολιτική σκακιέρα του Ψυχρού Πολέμου ενεργοποιήθηκε μέσω της “Επιχείρησης Yellowbird”, ενός παράτολμου δικτύου φυγάδευσης στο τότε βρετανικό Χονγκ Κονγκ, όπου η MI6 και η CIA αναδείχθηκαν σε κεντρικούς ρυθμιστές, συνεργαζόμενες υπόγεια με ντόπιους ακτιβιστές, διασημότητες, ακόμα και με τα συνδικάτα του οργανωμένου εγκλήματος (τριάδες), προκειμένου να φυγαδεύσουν εκατοντάδες καταζητούμενους διανοούμενους και φοιτητές μεταφέροντάς τους στη Δύση.

Η σφαγή του 1989 ξεκαθάρισε το τοπίο για την τελική φάση της κινεζικής μετάβασης. Η βίαιη εξάλειψη της κοινωνικής αντιπολίτευσης επέτρεψε στο Κόμμα να προχωρήσει, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, σε μια ακόμη πιο ριζοσπαστική και επώδυνη αναδιάρθρωση της οικονομίας. Η περίφημη «περιοδεία στον νότο» του Ντενγκ Σιαοπίνγκ το 1992 έδωσε το σύνθημα για το οριστικό και αμετάκλητο άνοιγμα της χώρας στο παγκόσμιο κεφάλαιο. Με την εξασφάλιση ότι δεν θα υπήρχαν πλέον ανεξάρτητα συνδικάτα ή πολιτικές αμφισβητήσεις, οι πολυεθνικές εταιρείες της Δύσης και της Ασίας έσπευσαν να μετατρέψουν την Κίνα στο «εργοστάσιο του κόσμου». Η είσοδος της χώρας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001 επισφράγησε αυτή την πορεία, εντάσσοντας το κινεζικό προλετάριο στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας κάτω από τις πιο ευνοϊκές συνθήκες για την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Αυτή η νέα μορφή πολιτικής οικονομίας δημιούργησε μια κοινωνική δομή που χαρακτηρίζεται από τις πιο έντονες ανισότητες στον σύγχρονο κόσμο. Η παραδοσιακή εργατική τάξη των κρατικών επιχειρήσεων υπέστη μια διαδικασία μαζικής αποβιομηχάνισης και υποβάθμισης, με δεκατομμύρια απολύσεις κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Στη θέση της αναδύθηκε μια νέα εργατική τάξη, αποτελούμενη από τους nongmingong – τους εσωτερικούς μετανάστες από την ύπαιθρο, οι οποίοι σήμερα ξεπερνούν τα 290 εκατομμύρια. Αυτοί οι εργάτες, στερημένοι λόγω του συστήματος καταγραφής νοικοκυριών (hukou) από τα βασικά κοινωνικά δικαιώματα, τη δημόσια εκπαίδευση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στις πόλεις όπου εργάζονται, αποτέλεσαν το κατεξοχήν υποκείμενο της κινεζικής υπερ-εκμετάλλευσης. Είναι αυτοί που έχτισαν τις νέες μεγαλουπόλεις και επάνδρωσαν τις γραμμές παραγωγής των ηλεκτρονικών και των ενδυμάτων, ζώντας σε καθεστώς διαρκούς προσωρινότητας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Η πάλη των τάξεων στην Κίνα του 21ου αιώνα έχει μεταφερθεί πλέον στο εσωτερικό αυτού του νέου ψηφιακού και βιομηχανικού προλεταριάτου. Παρά την απουσία νόμιμων δομών, οι «άγριες» απεργίες, οι δικαστικές διεκδικήσεις και οι αυθόρμητες κινητοποιήσεις στους χώρους εργασίας αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Η κρατική ασφάλεια έχει αναπτύξει ένα εξελιγμένο σύστημα προληπτικής καταστολής και διαχείρισης των συγκρούσεων, το οποίο συνδυάζει την ψηφιακή επιτήρηση, τη χρήση μεγάλων δεδομένων και την άμεση εξαγορά των τοπικών ηγετών των κινητοποιήσεων, προκειμένου να αποτραπεί η οριζόντια δικτύωση των εργατών. Το Κόμμα δεν επιδιώκει πλέον να εξαλείψει την κοινωνική δυσαρέσκεια, αλλά να την περιορίσει σε τοπικό επίπεδο, εμποδίζοντας την πολιτικοποίησή της.

Παράλληλα, ο πολιτισμικός έλεγχος έχει αποκτήσει μια νέα, ολοκληρωτική διάσταση μέσω της σύγκλισης του κράτους με τις μεγάλες εγχώριες εταιρείες τεχνολογίας. Η καθημερινή ζωή των Κινέζων πολιτών ρυθμίζεται από αλγόριθμους που αξιολογούν όχι μόνο την οικονομική τους συμπεριφορά, αλλά και την κοινωνική τους πίστη. Ο καταναλωτισμός, ο οποίος προωθήθηκε συστηματικά μετά το 1989 ως το μοναδικό νόμιμο πεδίο αυτοπραγμάτωσης, έχει μετατραπεί σε έναν μηχανισμό ιδεολογικής ενσωμάτωσης. Η άνοδος του «κινεζικού ονείρου» υπό την ηγεσία του Σι Τζινπίνγκ συνδυάζει αυτή την καταναλωτική υπόσχεση με έναν επιθετικό εθνικισμό, ο οποίος επιχειρεί να συσκοτίσει τις ταξικές αντιθέσεις παρουσιάζοντας το έθνος ως μια ενιαία, αρμονική οικογένεια που απειλείται από εξωτερικούς εχθρούς.

Ωστόσο, η ίδια η δυναμική του συστήματος γεννά νέες μορφές άρνησης και αντίστασης που ξεφεύγουν από τα παραδοσιακά πλαίσια της πολιτικής δράσης. Η εμφάνιση πολιτισμικών φαινομένων όπως το κίνημα tangping  «ξάπλωμα στο έδαφος», δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τις υλικές συνθήκες υπερεργασίας που χαρακτηρίζουν την κινεζική αστική οικονομία, όπως το διαβόητο σύστημα 996 (9 π.μ.–9 μ.μ., έξι ημέρες την εβδομάδα). Οι νέοι εργαζόμενοι, εξαντλημένοι από την εντατικοποίηση της εργασίας και την αβεβαιότητα της κοινωνικής ανόδου, επιλέγουν μια εσκεμμένη ελαχιστοποίηση της συμμετοχής τους στον ανταγωνισμό, αρνούμενοι να επενδύσουν σε ένα μοντέλο συνεχούς αυτο-πειθάρχησης.

Το φαινόμενο του tangping δεν αποτελεί απλώς πολιτισμική ιδιορρυθμία της κινεζικής νεολαίας, αλλά τη σύγχρονη, αποπολιτικοποιημένη εκδοχή μιας παλαιότερης κριτικής του Πωλ Λαφάργκ, σύμφωνα με την οποία ο καπιταλισμός δεν εκμεταλλεύεται μόνο την εργασία, αλλά συγκροτεί και μια ιδεολογία που την μετατρέπει σε ηθικό καθήκον, καθιστώντας την εξάντληση αρετή. Εκεί όπου ο 19ος αιώνας πρότεινε την ανατροπή της εργασίας ως ιστορικής σχέσης, ο 21ος αιώνας παράγει μια σιωπηλή αποχώρηση από την ίδια την επιθυμία συμμετοχής σε αυτήν.

Αν το tangping συνιστά την παθητική αποχώρηση από την επιταγή της παραγωγικότητας, το bailan («αφήστε το να σαπίσει») αποτελεί το επόμενο στάδιο αυτής της ιστορικής φθοράς: το bailan εισάγει μια λογική αποσύνδεσης, στην οποία η εργασία, η φιλοδοξία και η κοινωνική κινητικότητα παύουν να λειτουργούν ως εσωτερικά κίνητρα. Πρόκειται για μια μορφή διάχυτης αρνητικής συνείδησης, η οποία δεν συγκροτεί ακόμη πολιτικό υποκείμενο, αλλά αποσταθεροποιεί τις ίδιες τις προϋποθέσεις της πειθαρχημένης συσσώρευσης.

Το Πεκίνο αντιλαμβάνεται αυτή τη μετατόπιση ως πρόκληση για τη συνοχή του μεταρρυθμιστικού του μοντέλου, καθώς η διάχυση πρακτικών αποεπένδυσης από την εργασία και την κατανάλωση υπονομεύει σιωπηλά την υπόσχεση που στήριξε την κινεζική μετάβαση: τη διαρκή κοινωνική άνοδο με αντάλλαγμα την πολιτική πειθαρχία. Σε ένα περιβάλλον επιβράδυνσης, δημογραφικής γήρανσης και κρίσης προσδοκιών, η απόσυρση αυτή δεν συγκροτείται ως οργανωμένη αντιπολίτευση, αλλά ως διάχυτη απώλεια κινήτρου που διαφεύγει των κλασικών μηχανισμών διακυβέρνησης και καθιστά δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στην κοινωνική δυσαρέσκεια και την παθητική αποσταθεροποίηση.

Αυτή η αποχή από τις επιταγές του συστήματος αντιμετωπίζεται από την ηγεσία του Πεκίνου με ανησυχία ανάλογη εκείνης που θα προκαλούσε μια απεργιακή κινητοποίηση, καθώς υπονομεύει τις ιδεολογικές και δημογραφικές βάσεις της μελλοντικής ανάπτυξης. Σε αυτό το πλαίσιο, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας αντιμετωπίζει αυτές τις μορφές παθητικής απόσυρσης όχι ως απλές πολιτισμικές τάσεις, αλλά ως ζήτημα κοινωνικής σταθερότητας και ιδεολογικής συνοχής  του αναπτυξιακού μοντέλου. Η απάντησή του κινείται σε πολλαπλά επίπεδα: από τη συστηματική λογοκρισία των σχετικών όρων στα ψηφιακά δίκτυα και την αναδιαμόρφωση του δημόσιου λόγου, έως την ενίσχυση μιας ηθικοπολιτικής ρητορικής που προβάλλει την εργασία ως πατριωτικό καθήκον και μορφή συλλογικής «αναγέννησης».

Παράλληλα, επιχειρείται η διοχέτευση των κοινωνικών πιέσεων μέσω πολιτικών ενίσχυσης της απασχόλησης και της «καινοτομικής επιχειρηματικότητας» των νέων, ώστε η απογοήτευση να μετασχηματιστεί σε ατομική προσαρμογή αντί συλλογικής άρνησης. Ωστόσο, η ίδια αυτή στρατηγική διαχείρισης βασίζεται στην υπόθεση ότι η επιθυμία συμμετοχής στην παραγωγική υπόσχεση παραμένει ενεργή — μια υπόθεση που τα φαινόμενα tangping και bailan ακριβώς θέτουν υπό αμφισβήτηση.

Η ιστορική εμπειρία της Κίνας μετά τον θάνατο του Μάο δεν λειτουργεί απλώς ως επιβεβαίωση της ανθεκτικότητας της πάλης των τάξεων, αλλά ως ένδειξη ότι οι σύγχρονες μορφές καπιταλιστικής συσσώρευσης συγκροτούνται μέσα από διαρκείς μετασχηματισμούς της κρατικής βίας, της ιδεολογίας και της εργασιακής πειθάρχησης σε παγκόσμια κλίμακα. Η κινεζική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά συμπύκνωση μιας γενικότερης ιστορικής τάσης, όπου η παραγωγή υπεραξίας συνδέεται όλο και περισσότερο με τεχνολογικά συστήματα ελέγχου και με μορφές κοινωνικής αποσύνδεσης που δεν εκδηλώνονται πάντα ως ανοιχτή σύγκρουση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση δεν εμφανίζεται πλέον μόνο ως εξέγερση, αλλά και ως διάχυτη αδράνεια, ως ρωγμή στην ίδια τη βεβαιότητα ότι η εργασία μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως καθολικό μέτρο κοινωνικής ένταξης. Η ιστορία της κινεζικής μετάβασης, έτσι, δεν κλείνει ένα κεφάλαιο, αλλά υποδεικνύει ότι το ίδιο το μοντέλο ανάπτυξης που τη γέννησε εισέρχεται σε μια φάση εσωτερικής έντασης, όπου η υπερσυσσώρευση και η κοινωνική κόπωση συνυπάρχουν αντιφατικά.

Το ερώτημα που αναδύεται δεν αφορά πλέον μόνο το πού θα εκδηλωθεί η επόμενη ρήξη, αλλά το αν οι ίδιες οι μορφές της ρήξης μπορούν ακόμη να αναγνωριστούν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική, η εργασία και η υποκειμενικότητα έχουν ήδη ενσωματωθεί σε ενιαία συστήματα διαχείρισης.

 Η κατανόηση αυτής της αλήθειας είναι απαραίτητη για την αποδόμηση τόσο των μύθων του Πεκίνου περί «σοσιαλισμού» όσο και των δυτικών αυταπατών περί «εκδημοκρατισμού μέσω του εμπορίου», αποκαλύπτοντας ότι το μέλλον της κοινωνικής χειραφέτησης θα κριθεί, για άλλη μια φορά, στους δρόμους και στα εργοστάσια των ασιατικών μεγαλουπόλεων.