Από το λιμάνι της Ιθάκης στα βουνά της ΕΛ.Α.Σ

Του Απόστολου Λουλουδάκη

Η εμφάνιση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο ως ίδρυση ενός νέου κόμματος. Αποτελεί ταυτόχρονα μια προσπάθεια ανασύνθεσης της πολιτικής βιογραφίας του ανθρώπου που τη συγκροτεί. Για να κατανοήσουμε την κίνηση αυτή, οφείλουμε να παρακολουθήσουμε την πραγματική ιστορική διαδρομή μιας ολόκληρης δεκαετίας, η οποία κινείται ανάμεσα σε δύο αντίρροπα σύμβολα: ένα λιμάνι και ένα βουνό.

Η αφετηρία αυτής της διαδρομής βρίσκεται στην περίοδο της διακυβέρνησης 2015-2019. Ήταν η εποχή που ο Αλέξης Τσίπρας ήρθε αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα της κρατικής μηχανής, την απρόσωπη πειθαρχία των ευρωπαϊκών θεσμών και τους άκαμπτους διεθνείς συσχετισμούς. Εκείνο που συχνά αποδίδεται απλουστευτικά ως «εξωτερικός καταναγκασμός» δεν ήταν ένα ενιαίο μπλοκ πίεσης, αλλά ένα πολυεπίπεδο πλέγμα θεσμών, κανόνων και εσωτερικευμένων προσδοκιών, στο οποίο η ελληνική κρατική μηχανή δεν λειτουργούσε ως παθητικός αποδέκτης, αλλά ως ενεργός κόμβος προσαρμογής. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί και οι αγορές δεν συγκροτούσαν απλώς ένα εξωτερικό όριο της πολιτικής, αλλά ένα πεδίο μέσα στο οποίο η ίδια η έννοια της κυβερνησιμότητας επαναπροσδιοριζόταν καθημερινά. Σε αυτό το περιβάλλον, ο ριζοσπαστισμός του παρελθόντος υποτάχθηκε στη λογική της αναγκαιότητας και της θεσμικής συνέχειας.

Η μετάβαση από την πολιτική της υπέρβασης στην πολιτική της προσαρμογής δεν υπήρξε στιγμιαία, αλλά διαρκής και δομική, παράγοντας ένα ιδιαίτερο υβρίδιο λόγου: έναν λόγo που διατηρούσε τα ίχνη της ριζοσπαστικής καταγωγής του, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσε μέσα στο πλαίσιο της διαχειριστικής ορθολογικότητας. Αυτό ακριβώς το υβρίδιο αποτυπώθηκε εκ των υστέρων στις σελίδες του βιβλίου του, της «Ιθάκης», ενός κειμένου που επιχειρεί έναν απολογισμό της κυβερνητικής θητείας παρουσιάζοντας την έξοδο από τα μνημόνια ως μια μορφή δικαίωσης.

Το βιβλίο εκείνο λειτούργησε ως μια πολιτική αυτοβιογραφία του ρεαλισμού, όπου η αναγκαιότητα μετατρέπεται σε πολιτική αρετή. Η διαχείριση των περιορισμών δεν παρουσιάζεται ως ήττα, αλλά ως ωρίμανση· ως η παραδοχή ότι η ιστορία δεν μεταβάλλεται με συνθήματα, αλλά κυβερνάται με συσχετισμούς ισχύος. Η «Ιθάκη» υπήρξε το μνημείο ενός αναγκαστικού συμβιβασμού, η διακήρυξη ότι η άφιξη στον ασφαλή λιμένα της ευρωπαϊκής κανονικότητας αποτελούσε τη μόνη εφικτή διέξοδο για μια παράταξη που έμαθε να κυβερνά αποδεχόμενη τα όρια.

Η συνέχεια, όμως, δεν εξελίχθηκε σύμφωνα με το σενάριο της δικαίωσης. Η ήττα του 2019 δεν ήταν μια παροδική εκλογική κάμψη, αλλά η απαρχή μιας παρατεταμένης κρίσης νομιμοποίησης. Στα χρόνια της αντιπολίτευσης που ακολούθησαν, ο προηγούμενος πολιτικός μηχανισμός απέτυχε να αρθρώσει έναν εναλλακτικό λόγο. Η κάλπη του 2023, με την απώλεια 850.000 ψηφοφόρων, και η επακόλουθη εσωτερική διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να διαβαστεί ως ένδειξη ότι ένα μεγάλο τμήμα της εκλογικής του βάσης δεν πείστηκε πλέον από την εικόνα του υπεύθυνου διαχειριστή. 

Η ΕΛ.Α.Σ. δεν προκύπτει, επομένως, ως συνέχεια μιας πολιτικής επιτυχίας, αλλά ως απάντηση στη διάρρηξη της σχέσης εκπροσώπησης που εκδηλώθηκε μετά το 2019 και κορυφώθηκε το 2023.

Η δημιουργία ενός νέου φορέα δεν είναι μόνο η πρωτοβουλία ενός πολιτικού προσώπου. Δεν πρόκειται απλώς για ένα κόμμα που αναζητά εκλογική επιβίωση. Πρόκειται για ένα ολόκληρο πολιτικό και διανοητικό στρώμα —ένα σύνολο στελεχών, συμβούλων, ακαδημαϊκών και κομματικών λειτουργών— το οποίο συγκροτήθηκε μέσα από τη διακυβέρνηση και επιδιώκει να αναπαράγει τη θέση του στο πολιτικό πεδίο. 

Αυτός ο μηχανισμός, έχοντας απολέσει τα παραδοσιακά κανάλια επιρροής και πρόσβασης στους κρατικούς θεσμούς, αντιμετωπίζει το φάσμα της πολιτικής περιθωριοποίησης. Όταν ένας τέτοιος μηχανισμός χάνει την κοινωνική του νομιμοποίηση, δεν εξαφανίζεται· αναζητά νέα οργανωτική μορφή και νέα συμβολική γλώσσα. Η ίδρυση ενός νέου κόμματος λειτουργεί γι’ αυτό το περιβάλλον ως αναγκαίο όχημα ανασυγκρότησης. Του επιτρέπει να επαναδιατυπώσει τον ρόλο του ως απαραίτητου διαμεσολαβητή ανάμεσα στις μάζες και την κρατική εξουσία, μετατρέποντας την ανάγκη της δικής του πολιτικής επιβίωσης σε συλλογικό αίτημα ανανέωσης. Με αυτή την έννοια, η νέα αφήγηση δεν απαντά μόνο στις ανάγκες της κοινωνίας· απαντά και στην ανάγκη αναπαραγωγής του ίδιου του πολιτικού προσωπικού που τη διατυπώνει.

Εδώ εντοπίζεται η αντίφαση. Ο ίδιος άνθρωπος που το 2019 υποστήριζε ότι η χώρα δεν μπορούσε να κινηθεί έξω από το αυστηρό πλαίσιο των διεθνών και οικονομικών περιορισμών, εμφανίζεται σήμερα ως ιδρυτής ενός φορέα που υπόσχεται μια νέα αρχή. Αν όμως το βασικό επιχείρημα της διακυβέρνησης 2015–2019 ήταν ότι η πολιτική δεν μπορεί να υπερβεί τους διεθνείς και οικονομικούς περιορισμούς, τότε η σημερινή υπόσχεση μιας διαφορετικής διακυβέρνησης δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως απλή πολιτική ανανέωση. Προϋποθέτει ότι κάτι θεμελιώδες έχει μεταβληθεί. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να αλλάξει η πολιτική· το ερώτημα είναι ποιοι περιορισμοί εξέλιπαν. 

Αν οι περιορισμοί παραμένουν οι ίδιοι, τότε η μετατόπιση αφορά πρωτίστως την αφήγηση. Και κάθε νέα αφήγηση οφείλει να εξηγήσει όχι μόνο τι υπόσχεται, αλλά και γιατί σήμερα είναι εφικτό αυτό που χθες παρουσιαζόταν ως αδύνατο. Εδώ έγκειται η βαθύτερη δυσκολία του εγχειρήματος: η πολιτική βιογραφία επιχειρεί να ξαναγραφτεί χωρίς να ξαναγραφτεί η ιστορία.

Η επιλογή του ονόματος ΕΛ.Α.Σ. επιβεβαιώνει αυτή τη μετατόπιση. Το ακρωνύμιο ανασύρει μια ιστορική μνήμη, παραπέμποντας στην παράδοση της «Κυβέρνησης του Βουνού». Στόχος είναι να δημιουργηθεί η αίσθηση μιας παράλληλης, αντισυστημικής εξουσίας που έρχεται να συγκρουστεί με το κατεστημένο κέντρο. Όμως, η πολιτική αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο από όσα υπόσχεται κανείς για το μέλλον, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει το δικό του παρελθόν. Κάθε νέα αφήγηση αποκτά πραγματικό βάρος όταν συνοδεύεται από έναν αντίστοιχα νέο αναστοχασμό για τις προηγούμενες επιλογές. 

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη έχει το δικαίωμα να προτείνει μια νέα στρατηγική. Το ερώτημα είναι αν η νέα αυτή στρατηγική συνοδεύεται από μια ειλικρινή αυτοκριτική για τα όρια του κυβερνητισμού που η ίδια ηγεσία υπηρέτησε και αποτύπωσε γραπτώς στην  «Ιθάκη».

Χωρίς αυτόν τον αναστοχασμό, η επιστροφή στα «βουνά» κινδυνεύει να παραμείνει μια αισθητική επιλογή, ένα επικοινωνιακό προϊόν στη σύγχρονη ψηφιακή δημόσια σφαίρα. 

Η ΕΛ.Α.Σ. αναγκάζεται πλέον να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σκοινί: προσπαθεί να διατηρήσει την εικόνα της κυβερνητικής σοβαρότητας που κέρδισε στο λιμάνι της Ιθάκης, ενώ ταυτόχρονα επιστρατεύει τη ρομαντική, συγκρουσιακή ορμή του βουνού για να συγκινήσει μια απογοητευμένη κοινωνική βάση. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να γίνει κυβέρνηση. Είναι αν μπορεί να πείσει ότι η πραγματικότητα που χθες παρουσιαζόταν ως αμετακίνητη έχει πράγματι μεταβληθεί. Αν όχι, τότε η μετάβαση από την Ιθάκη στην ΕΛ.Α.Σ. δεν θα αποτελεί πολιτική τομή. Θα αποτελεί απλώς την αντικατάσταση μιας αφήγησης από μια άλλη.