Ηταν μια φορά το κόμμα Καρυστιανού…

Του Φοίβου Καρζή

Το πιο ενδιαφέρον θέαμα του καλοκαιριού είναι το σίριαλ της διάλυσης του κόμματος Καρυστιανού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε κόμματα-μετεωρίτες να αστράφτουν στο πολιτικό στερέωμα και ύστερα από λίγο να γίνονται πεφταστέρια και να σβήνουν – και από τον πολιτικό χάρτη και από τη μνήμη εκείνων που τα αποθέωναν και εναπόθεταν σε αυτά τις ελπίδες τους, πριν τους γυρίσουν το ίδιο απότομα την πλάτη. Τέτοια σχήματα προκύπτουν σε εποχές αναταραχής ως σύμπτωμα της απαξίωσης της παραδοσιακής πολιτικής και των φορέων της.

Ποιος θυμάται σήμερα, για παράδειγμα, το όνομα της Μαρίνας Δίζη, της πρώτης «πράσινης» βουλευτού στην ελληνική Βουλή τις ταραγμένες μέρες του 1989; Η εκλογή της είχε χαιρετιστεί τότε ως προανάκρουσμα της επέλασης και στη χώρα μας του οικολογικού κινήματος, που ανθούσε στην Ευρώπη. Ακολούθησε άλλη μια μόνη έδρα στις εκλογές του 1990 και τέλος οι «Οικολόγοι-Εναλλακτικοί». Ή το «Κίνημα Ελευθέρων Πολιτών» που ίδρυσε το 2001 ο Δημήτρης Αβραμόπουλος. Στην εναρκτήρια συνέντευξη διαπίστωσε ότι τα άλλα κόμματα είχαν «κλείσει το βιοϊστορικό τους κύκλο». Αμέσως στις σφυγμομετρήσεις εκτοξεύθηκε και μετά άρχισε να φθίνει – το κόμμα που είχε αγγίξει το δημοσκοπικό 17% δεν έφτασε ούτε στις κάλπες του 2004.

Η περίπτωση Καρυστιανού είναι ακόμη πιο ιδιαίτερη. Προέκυψε μέσα από μια τραγωδία που εισπράχθηκε από την ελληνική κοινωνία ως συλλογικό τραύμα. Ως θύμα της τραγωδίας η ίδια, συνόψισε το κύμα της οργής. Τα συναισθήματα, όμως, ανεβάζουν ή καταβαραθρώνουν κόμματα. Δεν τα συγκροτούν. Χωρίς ιδεολογική τοποθέτηση, χωρίς πολιτικές επεξεργασίες ήταν μοιραίο να καταρρεύσει στη σύγκρουσή του με την πραγματικότητα της πολιτικής.

Την πτώση επισπεύδουν δύο παράγοντες. Πρώτον, οι προσωπικές αντιλήψεις της κας Καρυστιανού την τοποθετούν στην καλύτερη περίπτωση σε ένα θρησκευόμενο συντηρητισμό που η Ευαγγελική εκδοχή του έχει ευρεία βάση στην Αμερική αλλά παραμένει περιθωριακός στην Ελλάδα. Αντίθετα, οι χιλιάδες πολιτών στις διαδηλώσεις των Τεμπών μπορεί να μην είχαν ενιαίο πολιτικό στίγμα, αλλά ήταν στην πλειονότητά τους αριστερών καταβολών ή/και νέοι, εντελώς ξένοι σε μια σχεδόν φονταμενταλιστική ερμηνεία της οργής τους. Δεύτερον, η ιδιωτική διαχείριση του κόμματος από ένα δίδυμο που εκκαθαρίζει κάθε τρίτον και στο τέλος θα καταλήξει αυτό ακριβώς: δύο κυρίες μόνες τους.

Το καίριο ερώτημα είναι πού θα πάνε οι δυνητικοί ψηφοφόροι της μόνης «Ελπίδας» που πεθαίνει πρώτη – και όχι τελευταία. Ενα μέρος τους είναι πιθανό να αυξήσει το ποσοστό της αποχής, διευκολύνοντας σημαντικά την επίτευξη των εκλογικών στόχων του κ. Μητσοτάκη. Ποιο ποσοστό δεν θα πάει στην κάλπη είναι μια από τις βασικές παραμέτρους του εκλογικού αποτελέσματος. Σίγουρα βελτιώνονται οι προοπτικές του κ. Βελόπουλου και το κρίσιμο άθροισμα των εδρών του με εκείνες της ΝΔ. Αλλά ο πιο κερδισμένος – αυτή τη στιγμή – είναι ο κ. Σαμαράς. Η αποσάθρωση Καρυστιανού του ανοίγει μια δυνητική εκλογική δεξαμενή, ιδίως στην προβληματική για την εκλογική του εμβέλεια Βόρεια Ελλάδα. Και ο κ. Σαμαράς έχει την εμπειρία και δεν θα κάνει το λάθος Καρυστιανού να ιδρύσει το κόμμα πριν ξεκινήσει η τελική εκλογική ευθεία. Για τον κ. Μητσοτάκη αυτά δεν είναι καλά νέα. Οπως στο ποίημα, η προειδοποίηση του μαντείου είναι σωστή: «τα εβδομήντα χρόνια να φοβάσαι».

ΑΠΟ ΤΑ ΝΕΑ