Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος
Υπάρχουν στις μέρες μας αντικυβερνητικά μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα; Δημοσιογραφία που αμφισβητεί το επίσημο κυβερνητικό αφήγημα και ερευνά για την αλήθεια; Δημοσιογράφοι που ασκούν το δικαίωμα -έστω μια φορά το χρόνο- να ζητήσουν από τον Πρωθυπουργό πραγματικές απαντήσεις, με πραγματικές ερωτήσεις;
Υπάρχουν. Αλλά η από το 2019 η κυβέρνηση μεριμνά για την αποδυνάμωση, ή και την εξαφάνισή τους. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προτιμάει να ελεγχόμενα ενημερωτικά περιβάλλοντα: δίνει προσωπικές συνεντεύξεις μόνο σε φίλους, οπαδούς του κόμματός του, εξαρτημένους από το κράτος και…συγγενείς του.
Στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου της Θεσσαλονίκης αποκλείει μέσα και δημοσιογράφους – προς αποφυγή ενοχλητικών ερωτήσεων που θα τον βρουν απροετοίμαστο. Ως κατ’ έτος ούτως και εφέτος.
Στις 44 ερωτήσεις που δέχθηκε – με μια συγκεκριμένη σειρά και δείχνοντας απίστευτη ετοιμότητα να απαντήσει- οι δυο ή τρεις από μέσα που δεν πρόσκεινται στην κυβερνηση , υποβλήθηκαν μετά άλλες …τριάντα. Αφού πέρασαν δυο ώρες και η τηλεοπτική μετάδοση είχε αποδυναμωθεί.
Η φετινή συνέντευξη στη ΔΕΘ, πέρα απο την άγαρμπη κυβερνητική διαχείριση των μέσων, διόγκωσε την παθογένεια περασμένων ετών: μακροσκελείς και ανούσιες ερωτήσεις, μακρύτερες απαντήσεις, με χαρακτήρα αγόρευσης ή διάλεξης.
Ο καθένας κάνει τη δουλειά του όπως νομίζει. Αλλά η δουλειά του δημοσιογράφου απέναντι στο κεντρικό πρόσωπο της πολιτικής εξουσίας, δεν είναι να κάνει …τοποθετήσεις, να τον ..καλωσορίζει , ή να επικυρώνει όσα είπε το προηγούμενο βράδυ στην ομιλία του.
Είναι να ωθεί τον Πρωθυπουργό, εκεί που δεν θέλει να πάει, να προκαλεί την ενόχληση ακόμη και την οργή του, να ξύνει τις πληγές του και να ρωτάει αυτά που θα ήθελε να ρωτήσει ο πολίτης από τη δική του σκοπιά.
Κοντολογίς να αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του και να προσπαθεί να διεισδύσει σε αυτά που θέλει να αποκρύψει, ή να αλλοιώσει. Με διάθεση κριτικής- ακόμη και άδικης ή υπερβολικής, κατά τη νομολογία, ευρωπαϊκών και ελληνικών δικαστηρίων.
Απέναντι στις κυβερνήσεις, η δημοσιογραφία δεν είναι «καθως πρέπει» συμπληρωματική δραστηριότητα. Είναι η χειραφετημένη ελεγκτική δύναμη, που καθιστά τον δημοσιογράφο συνεπή σε όσα ορίζουν οι «Αρχές δεοντολογίας δημοσιογραφικού επαγγέλματος» του Σωματείου του και ο «Παγκόσμιος Χάρτης Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας».
Στις 23.000 (!) λέξεις που καταλαμβάνουν οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις της ΔΕΘ ένα μικρό ποσοστό είχε αυτά τα στοιχεία. Κάποιοι δημοσιογράφοι αντιλαμβάνονται το ρόλο τους ως «όλοι δικοί μας είμαστε», που θα έλεγε και ο Ρασούλης.
Ξεχώριζαν ακόμη και από το ύφος, από όσους βρέθηκαν στην αίθουσα ως επαγγελματίες και ήταν ανεπηρέαστοι από τις κυβερνητικές διαθέσεις, στο περιεχόμενο των ερωτήσεων τους. Διόλου τυχαία μάλιστα αυτοί δεν πήραν απάντηση.
Ορισμένες από τις ερωτήσεις περιείχαν και τις απαντήσεις, άλλες ήταν επιθυμητές «πάσες» και ορισμένες υποδήλωναν εμφανή, αν όχι ρητή, υποστήριξη σε απόψεις και θέσεις που είχε διατυπώσει ο Πρωθυπουργός το προηγούμενο βράδυ, ή χαρακτηρίζουν την πολιτική του.
Στη συγκεκριμένη συνέντευξη «πήραν» ερώτηση αναιμικές εκδόσεις -που λειτουργούν ως «φέιγ βολάν» της κυβερνητικής προπαγάνδας- και ιστότοποι εμφανείς σχέσεις με τον κρατικό, ή τον ευρύτερο κυβερνητικό μηχανισμό.
Σε μερικές περιπτώσεις αν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Π. Μαρινάκης. που συντόνιζε έδινε ερώτηση στον… εαυτό του θα ήταν πιο αυστηρός και πιο «δημοσιογραφικός».
Πραγματικά -αλλά αντιπολιτευόμενα- μέσα ενημέρωσης,, αποκλείσθηκαν. Με τον Βαξεβάνη και το Documento έχει …προσωπικά ο Πρωθυπουργός. Με την Αυγή;
Προφανώς υπάρχει λίστα προγραφών και καταραμένων , που «δεν δικαιούνται για να ερωτούν». Όπως υπάρχουν- από παλιά- και «σκονάκια» , για μεταφορά στον «διαβασμένο» Πρωθυπουργό, που κουράσθηκε να «ευχαριστεί για την ερώτηση».
Για την κυβέρνηση- για την οποία εργάζεται ένας στρατός δημοσιογράφων σε δημόσιους, ή και ιδιωτικούς, φορείς. Κάποιοι στο δημοσιογραφικό σώμα έχουν – ως εργαζόμενοι σε αντίστοιχα κρατικά μέσα- πολιτικό προϊστάμενο, για να μην πούμε εργοδότη, τον… Πρωθυπουργό.
Αυτά είναι νόμιμα και συνήθη. Όχι όμως ο αποκλεισμός ανεπιθύμητων μέσων και δημοσιογράφων απο τον κατάλογο των ερωτήσεων. Και αυτό θα ήταν επαρκής λόγος να βρουν άδεια την αίθουσα ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός του.
Αποτελεί διεθνή πρακτική ,θεμιτή- και πλήρως επαγγελματική – αντίδραση των φορέων της ενημέρωσης να αποχωρούν οι δημοσιογράφοι για συγκεκριμένους λόγους; όταν εμποδίζεται η δουλειά τους, αποκλείονται συνάδελφοί τους, ή διαπιστώνουν άρνηση απαντήσεων σε κρίσιμα ερωτήματα.
Η μαζική αποχώρηση- walkouts- ή το μποϋκοτάζ σε briefings, είναι δράσεις υπεράσπισης της ενημέρωσης.
Στη συνέντευξη της ΔΕΘ, τα περιστατικά που στο διεθνή χώρο προκαλούν διαμαρτυρίες είναι χονδροειδή. Ήδη έχουν καταγγελθεί απο τις Δημοσιογραφικές Ενώσεις. Από την ΠΟΕΣΥ το 2024, για αποκλεισμό συγκεκριμένων δημοσιογράφων και αντιπολιτευόμενων μέσων ενημέρωσης και το 1997 απο την ΕΣΗΕΑ για «ενημέρωση» επιλεγμένων δημοσιογράφων. Ο αποκλεισμός συνιστά λογοκρισία και η υπόδειξη ερώτησης, αυτολογοκρισία.
Στις ΗΠΑ, στο Πεντάγωνο και το Λευκό Οίκο – επί Τραμπ -και στην Ευρώπη, στη Ντάουνιγνκ Στριτ επι Τζόνσον- η μαζική αποχώρηση , ακόμη και η παράδοση διαπιστεύσεων, ήταν η αξιοπρεπής δημοσιογραφική αντίδραση στους περιορισμούς για ερωτήσεις ή για… δημοσίευση των απαντήσεων.
Στην Ελλάδα ο κλάδος βαρύνεται με εκπροσώπους του που δεν κάνουν με πνεύμα ανεξαρτησίας τη δουλειά τους στη ΔΕΘ. Ή επιτρέπουν στην κυβέρνηση και άλλες εξουσίες να επιβάλουν τους κανόνες τους στην ενημέρωση.
Τα τελευταία χρόνια αυξήθηκε ο επαγγελματικός πληθυσμός. Αλλά αυξήθηκαν και τα περιστατικά παραβίασης των κανόνων του επαγγέλματος. Αλλά και της αρχής ο δημοσιογράφος απολογείται μόνο στη συνείδηση και στον διευθυντή του- και όλοι μαζί στο κοινό τους. Ή στη Δικαιοσύνη αν χρειαστεί. Σε κανέναν άλλον…
Η κρίση εμπιστοσύνης που μαστίζει την ελληνική δημοσιογραφία, δεν έπεσε απο τον ουρανό…

