
Του Νίκου Λακόπουλου

Αν η Νέα Δημοκρατία κερδίσει πράγματι τις εκλογές θα τις κερδίσει με μεγάλη πλειοψηφία. Αν τις χάσει θα είναι μια έκπληξη σαν κι αυτές που προετοιμάζει το σιωπηλό εκλογικό σώμα που τρία χρόνια τώρα δείχνει στις δημοσκοπήσεις πως τον απογοήτευσε -σε μεγάλο βαθμό ο Αλέξης Τσίπρας. Αλλά τον απογοητεύει κι αυτή η αντιπολίτευση- που αδυνατεί να συσπειρώσει την δεξιά πολυκατοικία.
Η πραγματική δύναμη της Νέας Δημοκρατίας είναι πάνω κάτω αυτή που είχε το 2015 -με πρόεδρο τον Αντώνη Σαμαρά- ελάχιστη ενισχυμένη, αφού ο Κυριάκος Μητσοτάκης που εξελέγη για να την ανανεώσει- την έστρεψε πιο δεξιά από ότι θα θελαν ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Κώστας Καραμανλής -που με ένα κεντροδεξιό κόμμα μπορούσε να συγκεντρώνει 45%- δηλαδή πολύ πάνω από τρία εκατομμύρια ψηφοφόρους. Ποια νίκη ονειρεύεται ο Κυριάκος;
Η Νέα Δημοκρατία δεν καταφέρνει να πιάσει αυτά τα όρια και απλούστατα ο Αλέξης Τσίπρας χάνει ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του -του 2015- αλλά έχει μεγαλύτερη απήχηση από αυτήν του 17% που είχε όταν ξεκίνησε αυτή την εντυπωσιακή πορεία. Nα πάρει ένα κόμμα του 3% και να το οδηγήσει στην κυβέρνηση με 36%- που προφανώς ποτέ δεν του ανήκε.

Το αποτέλεσμα των εκλογών θα κριθεί φυσικά πάλι από την αποχή- που έφτασε σε εντυπωσιακά ποσοστά στις τελευταίες εκλογές με αποτέλεσμα ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ από τον Γενάρη ως τον Σεπτέμβρη έχασε μεγάλες εκλογικές δυνάμεις διατήρησε το ίδιο ποσοστό. H σύγκρουση του 2015 ήταν όμως η βασική μάχη ή απλώς ο πρώτος γύρος για μια σύγκρουση που έρχεται από πολύ παλιά και πάει πολύ μακρυά;
Το διακύβευμα των επόμενων εκλογών είναι η τύχη των ενδιάμεσων κομμάτων σε έναν ατελή νέο δικομματισμό που αναδύεται, όπως το Ποτάμι, η Ένωση Κεντρώων, οι ΑΝΕΛ -που μαζί με άλλα μικρότερα κόμματα συγκέντρωναν ένα ποσοστό πάνω από 20% -που μακροπρόθεσμα θα μοιραστούν τα δύο μεγαλύτερα κόμματα- εκτός αν συμβούν σημεία και τέρατα που δεν διαφαίνονται προς το παρόν.
Η Νέα Δημοκρατία είναι ένα ισχυρό κόμμα που φαίνεται να διεκδικεί την πρωτιά στις εκλογές, αλλά πριν μιλήσει η μεγάλη μάζα των “αναποφάσιστων” που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ- δηλαδή το χώρο του παλιού ΠΑΣΟΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ -παρότι δεν αύξησε ποτέ τον αριθμό των κομματικών μελών, ούτε είχε δύναμη ποτέ στα συνδικάτα και την τοπική αυτοδιοίκηση -όπου φαίνεται να επιβιώνει το ΠΑΣΟΚ- όλα αυτά τα χρόνια διεύρυνε το εκλογικό του σώμα πέρα από το όριο του 17%. Mε την εντυπωσιακή αντοχή του σε καταστροφές όπως το Μάτι, τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό- που έχουν πολιτικό κόστος ιδιαίτερα στην Βόρεια Ελλάδα, την απογοήτευση που προκάλεσε στους οπαδούς του από την εποχή του Όχι που έγινε Ναι.

Προφανώς αυτός είναι ο λόγος που ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να πάει τις εκλογές όσο πιο μακρυά γίνεται, να τις αποσυνδέσει από την Συμφωνία των Πρεσπών και να τις συνδέσει με ένα αντιδεξιό μέτωπο -με δεξιές “δημοκρατικές” δυνάμεις- ως εκφραστής της Κεντροαριστεράς απέναντι σε ένα άλλο μέτωπο που σχηματίζουν η Νέα Δημοκρατία, το Κινάλ και το Ποτάμι.
Η στρατηγική του είναι να φέρει τους αντιπάλους του στο ίδιο μέτωπο και να τους νικήσει όλους μαζί – ως το “παλιό πολιτικό σύστημα”. Ο βασικός στόχος του ήταν και παραμένει το Κινάλ. Θέλει μια συμμαχία κεντροαριστερή, αλλά όχι με αυτή την ηγεσία. Με την απλή αναλογική αποφάσισε ότι οι επόμενες κυβερνήσεις θα είναι κυβερνήσεις συμμαχιών, αλλά με ποιες δυνάμεις;
Eίναι σαφές ότι βλέπει σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό όπου δεν θα υπάρχουν ενδιάμεσα κόμματα και η Νέα Δημοκρατία με τον ΣΥΡΙΖΑ θα μοιραστούν αυτό το ποσοστό σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό όπου μακροπρόθεσμα το 35% που πήρε το 2015 είναι ένα μεγάλο ποσοστό για ένα κόμμα του 3%- που δεν υπάρχει πια, αλλά ένα μικρό ποσοστό για ένα κόμμα που εκφράζει μια κεντροαριστερή συμμαχία -όπως λέει με κάθε ευκαιρία.
Η ανάδειξη του Αντώνη Κοτσακά σε πρώτο σε σταυρούς στην Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ έγινε καθώς το Κινάλ ξεχνάει όλο και πιο πολύ το ΠΑΣΟΚ, αλλά το θυμάται ο ΣΥΡΙΖΑ. “Η Διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη, δεν ήταν μόνο σωστή, δίκαιη και επαναστατική για την εποχή, αλλά και εφαρμόσιμη, εφικτή, καταλυτική. Όπως έλεγε και ο Γκράμσι, οι ιδέες είναι μεγάλες όταν είναι εφικτές. Όταν γίνονται κτήμα των μαζών και των εργαζόμενων” είχε γράψει ο Αλέξης Τσίπρας στο περίφημο άρθρο του με τον τίτλο “Ήταν ψεύτης ο Ανδρέας;”

Αποτέλεσε τομή στην πολιτική και στην κοινωνία. Έδειξε το δρόμο της απαλλαγής από το σκοτάδι της μετεμφυλιακής κυριαρχίας του χωροφύλακα και της Δεξιάς. Το δρόμο της απελευθέρωσης από την ξένη εξάρτηση, που οδήγησε στη χούντα και στην κυπριακή τραγωδία. Το δρόμο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας, χωρίς διαχωρισμούς και πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας”.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου -για τον Τσίπρα- “έβαλε για πρώτη φορά τα κυρίαρχα αιτήματα της κομμουνιστικής Αριστεράς, για κοινωνική δικαιοσύνη και σοσιαλισμό στο κέντρο της αντιπαράθεσης”. “Η ιδρυτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ, με επικεφαλής τον Ανδρέα, ήταν παρούσα με τον δικό της εμφατικό τρόπο. Δεν βολεύτηκαν στο πατρικό κόμμα της Ένωσης Κέντρου, αλλά επέλεξαν τον δύσκολο – και για πολλούς από τους παραδοσιακούς ακατανόητο – δρόμο της δημιουργίας νέου κόμματος, απαλλαγμένου από τις αμαρτίες του παλιού πολιτικού συστήματος, ανοιχτού σε νέα ρεύματα και αντιλήψεις”.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν πως ο Αλέξης Τσίπρας διαβάζει όλο και πιο πολύ Ανδρέα Παπανδρέου και μαθαίνει από το “ραντεβού” με την Ιστορία του 1981, όταν το ΠΑΣΟΚ μαζί με τη Δεξιά νίκησε και την Ένωση Κέντρου. Κι ότι το δικό του ραντεβού με την Ιστορία δεν ήρθε ακόμα.
