
Του Θωμά Τσαλαπάτη

Βλέπουμε τον προβληματισμό και τις προτεινόμενες λύσεις, τα πανό και τα συνθήματα. Ανάμεσά τους το «Η δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία», γραμμένο από χέρι μαθητή -μπορεί καθοδηγούμενου αλλά παρ’ όλα αυτά μαθητή- κάπου στον Βορρά.
Εχει κάτι τρομακτικό αυτό το συμβάν. Οχι επειδή ένα σύνθημα χρυσαυγίτικης έμπνευσης βρήκε χώρο σε ένα σχολείο (για όποιον έχει μεγαλώσει στην Κυψέλη και τις γύρω περιοχές τα φασιστικά συνθήματα στα σχολεία δεν προκαλούν έκπληξη εδώ και δεκαετίες). Αλλά για τον τρόπο που ο αξιακός κώδικας που προτείνει έρχεται να συνομιλήσει με την ηλικία.
Για τον τρόπο που το συμβάν περιγράφει τη ρωγμή εντός της οποίας βρισκόμαστε. Το σύνθημα περιγράφει πως ζούμε στη φάση που η δημοκρατία δεν είναι το ίδιο αυτονόητη με την υπερβατική πραγματικότητα που ονομάζεται «Μακεδονία». Αυτό το σημείο που συμπυκνώνει μύθους για το παρελθόν και φόβους για το μέλλον. Ξενοφοβία, μιζέρια και μισαλλοδοξία.

Απέναντι σε αυτή την απόλυτη βεβαιότητα, η δημοκρατία τίθεται ως μια αμφιβολία που ράγισε, ως ένα ελαττωματικό εργαλείο που δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει τα αυτονόητα, ως μια δυσλειτουργία στη ροή του αίματος του έθνους.
Αν η δημοκρατία μάς οδηγεί να κάνουμε επιλογές μη αποδεκτές από τους τοποτηρητές των αυτονόητων, τότε μπορεί να αντικατασταθεί. Γιατί το «Μακεδονία» φτάνει πιο βαθιά από το «δημοκρατία». Εντός του συνθήματος η κοινωνία ταυτίζεται με το «Μακεδονία» και όχι με το «δημοκρατία».
Ολα αυτά ειπωμένα σε πανό σχολείου μοιάζουν αποκαρδιωτικά. Ακόμα και αν υπήρχαν πάντοτε. Ακόμα και αν θα υπάρχουν για πάντα. Ο τραμπούκος φασιστάκος συμμαθητής με τον μεγάλο αδελφό στη Χρυσή Αυγή, ο κάγκουρας- αλάνι που δεν γουστάρει πακιστάνια και τέτοια, ο λεβεντομαλάκας μελλοντικός βλαχοδήμαρχος που μιλάει για πατρίδα, θρησκεία και οικογένεια.

Αυτόν τον μοναδικό συνδυασμό πληροφορίας και αμάθειας, βαλσαμωμένου Εγώ και κόμπλεξ κατωτερότητας και ταύτισης μυθολογίας, ιστορίας και γεωγραφίας σε έναν αιγαιοπελαγίσιο αχταρμά επιθυμίας και ταυτότητας.
Δεν είναι θέμα παιδείας (όπως θα ξεστομίσει η γέρικη εκδοχή του εαυτού μας). Είναι θέμα έλλειψης της καλλιέργειας μιας διάθεσης για την επί της ουσίας αμφισβήτηση από τη μεριά των παιδιών. Αμφισβήτηση των δασκάλων, των γονιών και ημών των ιδίων. Αμφισβήτηση της κάθε αυτονόητης γνώσης και παραδοχής. Ουσιαστικά, δηλαδή, κατάφαση στην τάση της συγκεκριμένης ηλικίας, κατάφαση στη ροπή προς το νέο από τη μεριά των νέων.
Καμία παιδεία δεν είναι αντίδοτο στους νεόγερους μαθητές-μακεδονομάχους. Καμία καταδίκη των καταλήψεων, καμία συλλήβδην κατηγοριοποίησή τους ως φασιστών.
Η μόνη απάντηση και η μόνη ελπίδα μπορεί να έρθει από τους άλλους μαθητές. Από αυτούς που ενσαρκώνουν την αμφισβήτηση ως συνύπαρξη και όχι ως μίσος. Ως ορίζοντα και όχι ως κλειστοφοβία. Ως Δημοκρατία και όχι ως «Μακεδονία».
