H νέα …κυβέρνηση Σαμαρά και πώς ο Κυριάκος έγινε πάλι o γιος του Μητσοτάκη: η ΝΔ παραμένει ένα «γερασμένο κόμμα με απαρχαιωμένες δομές»

Του Νίκου Λακόπουλου

Τελικά ο ανασχηματισμός όχι μόνο δομικός δεν ήταν, αλλά φαίνεται πως έγινε για να φύγει ο Θεοδωρικάκος και να μετατεθεί ο Βρούτσης- που έγινε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος. Συν την αντικατάσταση του ανέκφραστου Πέτσα- που έγινε υφυπουργός εσωτερικών με υπουργό τον Βορίδη- με τον …εκφραστικό Ταραντίλη.

Η είδηση είναι βέβαια πως ο Μάκης Βορίδης, ο «ακτιβιστής με το τσεκούρι» -δικηγόρος του Μαρινάκη, θεωρητικός της «στρατηγικής ήττας της Αριστεράς» -αναλαμβάνει το υπουργείο Εσωτερικών. Ο πρώην βουλευτής του ΛΑΟΣ, αρχηγός άλλοτε της Νεολαίας ΕΠΕΝ και πολλών ακροδεξιών σχημάτων θα οδηγήσει το κόμμα στις εκλογές το 2021.

Οι υπουργοί «πρώτης γραμμής» -Χρυσοχοΐδης, Κικίλιας κ.α.-παραμένουν στις θέσεις τους, ο Δένδιας στο υπουργείο Εξωτερικών, η Κεραμέως στο Παιδείας με τον Άγγελο Συρίγο δίπλα της και η Μενδώνη αμετακίνητη -μάλλον ως …επιτυχημένη. Η άλλη είδηση του ανασχηματισμού πως είναι πως ακόμα και ο Θεοχάρης παραμένει στο υπουργείο Τουρισμού.

Ήταν άλλωστε δύσκολο να αλλάξεις μια κυβέρνηση που η ίδια θεωρεί τον εαυτό της επιτυχημένο! Ή να ανοίξει ο Πρωθυπουργός εσωτερικά μέτωπα. Οι «βαρώνοι» της κυβέρνησης κι ονόματα που κάτι θυμίζουν- Καραμανλής, Βαρβιτσιώτης, Κεφαλογιάννης- είναι αμετακίνητοι μαζί με τους ανθρώπους του Αντώνη Σαμαρά.

Ο Μητσοτάκης ωστόσο κατάφερε κάνει υφυπουργούς «νέα πρόσωπα» -όπως ο Αμυράς ή η Βούλτεψη -μαζί με βουλευτές -άλλο σημάδι πως πάμε σε εκλογές και προτιμούνται εκπρόσωποι των εκλογικών περιφερειών από τους τεχνοκράτες.

Ο ανασχηματισμός ήταν μια ευκαιρία να δούμε ονόματα που ήταν ήδη στην κυβέρνηση, αλλά δεν …απασχόλησαν ποτέ την επικαιρότητα με το έργο τους και την τόσο …διακριτική παρουσία τους.

Ένας «μεταρρυθμιστής» σε λάθος κόμμα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης που είχε υποσχεθεί προεκλογικά ένα …μικρό και ευέλικτο σχήμα -αύξησε πάλι τα μέλη της κυβέρνησης με εμφανή την ανάγκη να δημιουργήσει μια δική του ομάδα κρατώντας τις ισορροπίες σε ένα κόμμα που πολλοί τον θεωρούν «μουσαφίρη», όπως άλλωστε και τον Βορίδη ή τον Άδωνι Γεωργιάδη.

Πρωθυπουργός πια, χωρίς άγχος, επιχειρεί να φιλοτεχνήσει για τον εαυτό του την εικόνα ενός ηγέτη -λέει κάμποσες φορές πως αυτός είναι αρχηγός- που συνδέει την θητεία του όχι μόνο μεν έξοδο από την κρίση, αλλά και τον γιορτασμό της επετείου από τα διακόσια χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

Το πρόβλημα με τον «Νέο Βενιζέλο» -σε λάθος κόμμα- είναι πως η θητεία του ταυτίζεται με την πανδημία, την ύφεση και μηδαμινό έργο. Γι΄αυτό στη Βουλή αναζητά ένα ιστορικό βάθος περιγράφοντας μια εθνική αναγέννηση που αρχίζει με την μείωση του ΕΝΦΙΑ και τις 120 δόσεις.

Ή με έργα όπως η μετατροπή του Πολυτεχνείου σε αρχαιολογικό μουσείο ή αξιοποίηση του Τατοΐου -που μάλλον δεν θα προλάβει να κάνει. Κι έτσι περιορίζεται σε έναν ανελκυστήρα στην Ακρόπολη και το τσιμέντωμα, όσο περιμένει τους επενδυτές να σπάσουν τα σύνορα.

Ο Μητσοτάκης μάλλον αντλεί στόμφο από ένα έργο που δεν έχει, συχνά αυτοσυγχαίρεται, αυτοθαυμάζεται και ανησυχεί ήδη για το πως θα τον καταγράψει η Ιστορία. Η βασική ιδέα στο «πρόγραμμα» της Νέας Δημοκρατίας ήταν πως η ανάπτυξη και οι επενδύσεις θα έρθουν μόλις έρθει η ίδια στην εξουσία ο ίδιος ο Μητσοτάκης -ως «καλύτερος».

Οι υπουργοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν είχαν «διοικήσει» ούτε περίπτερο, όπως έλεγε, αλλά οι δικοί του «άριστοι» είναι ένα τσούρμο από μετριότητες που φροντίζουν να μην τον αμφισβητούν, αν δεν τον αποθεώνουν. Έτσι και με τον ανασχηματισμό φρόντισε να μην υπάρχει κανένας που να τον υπερβαίνει -χωρίς να αγγίξει όσους θα τον αμφισβητούσαν βγαίνοντας από την κυβέρνηση.

Ο «μεταρρυθμιστής», με ανασφάλεια και συντηρητισμό, επιχειρεί μια αντιμεταρρύθμιση με δεξιές ιδεοληψίες, αλλά το δόγμα «νόμος και τάξη» δεν μπορούν να φέρουν την ανάπτυξη, όπως δεν θα μειώσει την φτώχεια αν απλώς την απαγορεύσει με νομοσχέδια.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει ήδη πως το σχέδιο του έχει πολλά κενά και ετοιμάζεται με περισσότερο κράτος, καινούργια αλεξίσφαιρα γιλέκα και περιπολικά να αντιμετωπίσει την κατάρρευσή του ονείρου και να διαχειριστεί την διάψευση της δικής του ελπίδας που τον έφερε στην εξουσία.

Τα προφητικά λόγια για την Νέα Δημοκρατία

Η πανδημία κάλυψε ως άλλοθι την ανυπαρξία ενός σχεδίου για την αναγέννηση της χώρας και ανακάλυψε ξαφνικά ως τις πλάκες του Μωυσή την έκθεση Πισσαρίδη -μια πραγματική έκθεση ιδεώ, ένα ευχολόγιο για κόμμα αντιπολίτευσης.

Όμως πια ο Μητσοτάκης θα πρέπει να απολογηθεί -δυο χρόνια πια στην εξουσία- για το τι έκανε στην οικονομία, την κοινωνία, την δικαιοσύνη και το «ψηφιακό» κράτος. Τι έκανε δηλαδή για τον εκσυγχρονισμό στο κράτος, την παιδεία, την υγεία, την οικονομία.

Ο λογαριασμός όταν γίνει θα δείξει πως θα παραδώσει μια χώρα φτωχότερη, με περισσότερη ανεργία και μικρότερα εισοδήματα παρότι οι χαμηλόμισθοι θα δουν στο τέλος του χρόνου 20-50 ευρώ (!) να προστίθενται στο εισόδημά τους -που θα αφαιρούνται από την αναπόφευκτη αύξηση των έμμεσων φόρων.

Ο ανασχηματισμός που οδηγεί σε νέα… κυβέρνηση Σαμαρά -κατά γενική διαπίστωση- δείχνει πως ο εφιάλτης του Κυριάκου -που ξανάγινε ο γιος του Μητσοτάκη- είναι πως θα ανατραπεί από την …Δεξιά -στην οποία σπεύδει να δηλώσει υποταγή.

Η τύχη του κρίθηκε όταν βρέθηκε στο γραφείο του αντιπάλου του πατέρα του -για να γίνει υπουργός, υποψήφιος για την αρχηγία του κόμματος -αναπάντεχα- και τελικά πρωθυπουργός, υπό δεσμεύσεις. Δεν χειραφετήθηκε ποτέ και η όποια αξιοπιστία -αν ποτέ είχε – κατέρρευσε ήδη όταν υποσχέθηκε μικρό ευέλικτο κυβερνητικό σχήμα και έφτασε στο μεγαλύτερο σε αριθμό κυβερνητικό σχήμα -από καταβολής Ρώμης.

Ο Μεσσίας με τις αστείες γκριμάτσες -που ήδη αμφισβητείται από όσους βλέπουν την εποχή μετά από αυτόν- αναγκάστηκε να -μην- κάνει ένα ανασχηματισμό γιατί όσοι τον «γιγάντωσαν» μπορούν ανά πάσα στιγμή να τον ανατρέψουν.

Στο μέλλον θα πρέπει να απαντά σε ερωτήσεις σαν κι αυτή που έκανε ο κάποτε ο Νίκος Χατζηνικολάου: «Πώς δικαιολογείται ότι όλοι στην οικογένεια έχουν τηλεφωνικές συσκευές της ίδιας εταιρείας;». Ή στο ερώτημα αν μπορεί κάποιος να είναι μεταρρυθμιστής χωρίς μεταρρυθμίσεις.

Ακόμα χειρότερα, επιστρέψει σε ένα παλαιοκομματικό κόμμα με όλα τα κακά του πελατειακού συστήματος, τον νεποτισμό, τα ρουσφέτια, τις απευθείας αναθέσεις και την αστυνομία ως λύση για όλα τα προβλήματα.

Τα είπε όλα πριν γίνει πρωθυπουργός:

«Στη Νέα Δημοκρατία πρέπει να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας, να κάνουμε μια γενναία αυτοκριτική για τα δικά μας σφάλματα, να παραδεχτούμε ότι είναι ένα γερασμένο κόμμα με απαρχαιωμένες δομές, το οποίο δεν απευθύνεται ούτε στη νεολαία ούτε στις παραγωγικές τάξεις και να αναγνωρίσουμε ότι αν δεν αλλάξουμε, το μέλλον μας θα είναι ζοφερό».

Και θα είναι ζοφερό, όπως ήταν η παλιά κυβέρνηση Σαμαρά -που έφτασε στο κόμμα στο 18%. «Η υποψηφιότητά μου πρεσβεύει την ανανέωση που έχει ανάγκη η Νέα Δημοκρατία. Αν δεν γίνει αυτή η ανανέωση τότε η Νέα Δημοκρατία θα έχει πάντα ρόλο κομπάρσου στα πολιτικά δρώμενα».

Προφητικά λόγια. Η Νέα Δημοκρατία αναπαλαιώθηκε με θεούσες σε ρόλο εκσυγχρονιστή στον πολιτισμό και την παιδεία, τον άνθρωπο με το τσεκούρι σε ρόλο υπουργού Εσωτερικών και ανθυπομετριότητες με …πτυχίο στην κυβέρνηση -με μόνο προσόν ότι ήταν κάποτε στη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ.

Τι μένει; H «ανατροπή» μιας «διαφορετικής» προσωπικότητας σε ρόλο υφυπουργού Πολιτισμού, χωρίς να διευκρινίζεται αν η επιλογή του έγινε γι΄αυτό τον λόγο ή γιατί προέρχεται από το Ποτάμι. Ανάμνηση μαζί με άλλες μεταγραφές της μεθόδου της «Αποστασίας» -οικογενειακή παράδοση όπως και η «ταχτοποίηση» ημετέρων και αποτυχημένων πολιτευτών.

Όταν η κυβέρνηση γίνεται… φιλανθρωπική οργάνωση

Η κυβέρνηση απέτυχε στο να κάνει μεταρρυθμίσεις ή τομές -που συγκρούονται με τα συμφέροντα όσων ανακάλυψαν στον γιο του Μητσοτάκη έναν μεταρρυθμιστή -που θα άλλαζε πρώτα τη Νέα Δημοκρατία. Το επιτελικό κράτος είναι ένα ξεκούρδιστο ρολόι με τους υπουργούς να χτυπάνε ο ένας πάνω στον άλλο.

Είναι η στιγμή που ο Μητσοτάκης ανακαλύπτει την φιλανθρωπία και μοιράζει τρόφιμα σε ταβέρνα. Για να πείσει ακόμα περισσότερo μάλιστα στέλνει την κόρη του να καθαρίζει πατάτες στην ίδια ταβέρνα.

Μπορεί και να πιάσει. Ο λαός συγκινείται με αυτά. Αν δεν δουλέψει, ετοιμαστείτε να δείτε τον Μητσοτάκη να μιλάει για τη φτωχολογιά και να δακρύζει.