Mercosur – Ευρωπαϊκή Ένωση: περιφερειακή ολοκλήρωση ή ανακύκλωση της εξάρτησης;

Του Σωκράτη Αργύρη 

Η ίδρυση της Mercosur με τη Συνθήκη της Ασουνσιόν το 1991 και το Πρωτόκολλο του Ouro Preto το 1994, εγγράφηκε στο πολιτικό φαντασιακό της Νότιας Αμερικής ως μια απόπειρα υπέρβασης της ιστορικής κατακερματισμένης ανάπτυξης της περιοχής. 

Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη και Παραγουάη επιδίωξαν να συγκροτήσουν έναν κοινό οικονομικό χώρο, ικανό να ενισχύσει τη διαπραγματευτική τους ισχύ απέναντι στα κέντρα της παγκόσμιας οικονομίας και να μειώσει την εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που για δεκαετίες λειτουργούσαν ως άτυπος ρυθμιστής της ηπείρου.

Ωστόσο, η Mercosur γεννήθηκε ήδη μέσα σε ένα νεοφιλελεύθερο διεθνές περιβάλλον, όπου η περιφερειακή ολοκλήρωση δεν νοούνταν ως κοινωνικό ή πολιτικό πρόταγμα, αλλά κυρίως ως μηχανισμός απελευθέρωσης των αγορών. 

Η Mercosur υπήρξε πράγματι εργαλείο χειραφέτησης ή απλώς μια άλλη μορφή ενσωμάτωσης στην παγκόσμια αγορά;

Από την αρχή, η ένωση βρέθηκε αντιμέτωπη με εσωτερικές αντιφάσεις: ασύμμετρες οικονομίες, διαφορετικά επίπεδα βιομηχανικής ανάπτυξης και κρατικής παρέμβασης, αλλά και πολιτικές εναλλαγές που συχνά ανέτρεπαν κάθε στρατηγικό σχεδιασμό. Η Mercosur δεν εξελίχθηκε ποτέ σε ένα υπερεθνικό πολιτικό σχέδιο αντίστοιχο —έστω κατ’ αναλογία— της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρέμεινε, αντίθετα, μια ατελής τελωνειακή ένωση, εύθραυστη απέναντι στις πιέσεις της παγκόσμιας αγοράς και στις εσωτερικές ελίτ που επωφελούνταν από το άνοιγμα των συνόρων χωρίς κοινωνικούς όρους.

Η πλήρης ένταξη της Βενεζουέλας στη Mercosur το 2012 συνέπεσε με τη λεγόμενη «ροζ παλίρροια», μια ιστορική συγκυρία κατά την οποία κυβερνήσεις με αριστερό ή κεντροαριστερό πρόσημο επανέφεραν στο προσκήνιο την ιδέα της περιφερειακής αυτονομίας. Για το Καράκας, η Mercosur δεν αποτελούσε απλώς ένα εμπορικό πλαίσιο, αλλά μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής στρατηγικής: απεξάρτηση από την αγορά των ΗΠΑ, ανακατεύθυνση των ενεργειακών ροών και πολιτική νομιμοποίηση ενός μοντέλου ανάπτυξης που στηριζόταν στην κρατική κυριαρχία επί των φυσικών πόρων.

Η αναστολή της συμμετοχής της Βενεζουέλας το 2016 —επισήμως λόγω «θεσμικής μη συμμόρφωσης»— αποκάλυψε την πολιτική φύση της Mercosur. Η απομάκρυνση δεν ήταν απλώς νομική, αλλά βαθιά ιδεολογική: η επιστροφή συντηρητικών κυβερνήσεων στη Βραζιλία και την Αργεντινή σήμανε την επαναφορά ενός νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού, ασύμβατου με το βενεζουελάνικο μοντέλο. Η Mercosur μετατράπηκε έτσι από πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης σε εργαλείο πειθαρχίας.

Η μη καθολική συμμετοχή των χωρών της Λατινικής Αμερικής στη Mercosur δεν αποτελεί τεχνική αστοχία, αλλά αντανάκλαση ανταγωνιστικών στρατηγικών ένταξης στην παγκόσμια οικονομία. Το Μεξικό, ενταγμένο δομικά στη Βορειοαμερικανική αγορά μέσω της NAFTA (και αργότερα USMCA), λειτούργησε ως εργαστήριο αποβιομηχάνισης και φθηνής εργασίας για τις ΗΠΑ. Η Χιλή και το Περού επέλεξαν ένα μοντέλο ακραίου ανοίγματος, υπογράφοντας δεκάδες διμερείς συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, συχνά εις βάρος της εγχώριας παραγωγής.

Η Mercosur, αντί να αποτελέσει εναλλακτικό πόλο, συνυπήρξε με αυτά τα μοντέλα χωρίς να τα αμφισβητήσει ουσιαστικά. Η περιφερειακή ολοκλήρωση παρέμεινε αποσπασματική, με την ήπειρο να λειτουργεί περισσότερο ως άθροισμα εθνικών στρατηγικών παρά ως συλλογικό υποκείμενο.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας αποκαλύπτει με ιδιαίτερη καθαρότητα τον πολιτικό χαρακτήρα της Mercosur. Αν και η χώρα εντάχθηκε επισήμως ως πλήρες μέλος στις 31 Ιουλίου 2012, η συμμετοχή της παραμένει, στην πράξη, ανεσταλμένη από το 2017. Η απόφαση των ιδρυτικών κρατών–μελών —Αργεντινής, Βραζιλίας, Παραγουάης και Ουρουγουάης— στηρίχθηκε αρχικά στη μη πλήρη ενσωμάτωση του νομικού και εμπορικού πλαισίου της ένωσης και, στη συνέχεια, στην επίκληση του Πρωτοκόλλου του Ουσουάια για τη Δημοκρατική Δέσμευση, το οποίο προβλέπει την αναστολή κρατών που παραβιάζουν τη «δημοκρατική τάξη».

Η επίσημη αιτιολόγηση περιλάμβανε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θεσμική απορρύθμιση και τη συγκρότηση της Συντακτικής Συνέλευσης από την κυβέρνηση Μαδούρο το 2017. 

Ωστόσο, η χρονική συγκυρία της αναστολής —σε μια περίοδο συντηρητικής στροφής στη Βραζιλία και την Αργεντινή— καθιστά σαφές ότι η «δημοκρατία» λειτούργησε και ως πολιτικό φίλτρο.

Η Mercosur, που στο παρελθόν είχε ανεχθεί σοβαρές θεσμικές εκτροπές σε άλλα κράτη–μέλη, επέλεξε να ενεργοποιήσει τον μηχανισμό κυρώσεων ακριβώς απέναντι σε μια κυβέρνηση που αμφισβητούσε ανοιχτά το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα.

Η αναστολή της Βενεζουέλας είναι αόριστης διάρκειας και παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα. Παράλληλα, για να αποτραπεί η περαιτέρω επιδείνωση της κοινωνικής κρίσης, δεν τροποποιήθηκαν δραστικά οι πολιτικές που αφορούν τη μετανάστευση και ορισμένες εμπορικές ροές — μια σιωπηρή παραδοχή ότι οι κυρώσεις έχουν κυρίως πολιτικό και συμβολικό χαρακτήρα.

Η δομή της Mercosur αντανακλά την αδυναμία συγκρότησης ενός ενιαίου περιφερειακού μπλοκ. Πέρα από τα πλήρη μέλη, η ένωση περιλαμβάνει ένα πλέγμα «συνδεδεμένων χωρών» —Χιλή, Κολομβία, Ισημερινό, Γουιάνα, Παναμά, Περού και Σουρινάμ— που συμμετέχουν επιλεκτικά, χωρίς να δεσμεύονται από κοινή δασμολογική πολιτική. Πρόκειται για κράτη που έχουν ήδη ενσωματωθεί σε δίκτυα διμερών συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου, κυρίως με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, και αντιμετωπίζουν τη Mercosur περισσότερο ως συμπληρωματικό πλαίσιο παρά ως στρατηγική επιλογή.

Η πλήρης ένταξη της Βολιβίας τον Ιούλιο του 2024, μετά από μακρά διαδικασία επικύρωσης, προσέδωσε νέο πολιτικό βάθος στην ένωση. Η Βολιβία, με ισχυρή κρατική παρουσία στον τομέα των φυσικών πόρων και σαφή αναφορά στην έννοια της εθνικής κυριαρχίας, επαναφέρει —έστω μετριοπαθώς— το ερώτημα αν η Mercosur μπορεί να λειτουργήσει πέρα από τους κανόνες της αγοράς.

Ταυτόχρονα, όμως, η παραμονή της Βενεζουέλας σε αναστολή υπογραμμίζει τα όρια αυτής της μετατόπισης.

Η επιμονή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σύναψη συμφωνίας με τη Mercosur δεν εξηγείται πρωτίστως από την προώθηση της δημοκρατίας ή της περιφερειακής σταθερότητας, αλλά από σαφώς προσδιορισμένα γεωοικονομικά συμφέροντα. Σε έναν κόσμο αυξανόμενου ανταγωνισμού με την Κίνα και αναδιάταξης των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας, η Νότια Αμερική αποτελεί για την ΕΕ στρατηγικό εφεδρικό χώρο: πηγή πρώτων υλών, αγροτικών προϊόντων και ενεργειακών αποθεμάτων, αλλά και αναδυόμενη αγορά για ευρωπαϊκά βιομηχανικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Η συμφωνία Mercosur–ΕΕ * επιτρέπει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να κατοχυρώσουν νομικά δικαιώματα πρόσβασης σε αγορές όπου μέχρι σήμερα αντιμετώπιζαν προστατευτικά εμπόδια. Οι διατάξεις που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις, την πνευματική ιδιοκτησία και τις επενδύσεις ενισχύουν δυσανάλογα τις ευρωπαϊκές πολυεθνικές, περιορίζοντας τα περιθώρια άσκησης εθνικής βιομηχανικής πολιτικής από τις χώρες της Mercosur.

Πρόκειται, στην ουσία, για εξαγωγή του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου στον Παγκόσμιο Νότο, μέσω μιας συμφωνίας που δεσμεύει τις χώρες της περιοχής σε κανόνες τους οποίους δεν συνδιαμόρφωσαν ισότιμα.

Οι βασικοί ωφελημένοι εντός της ΕΕ είναι σαφώς προσδιορίσιμοι: οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες —ιδίως της Γερμανίας και της Γαλλίας— αποκτούν ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές της Νότιας Αμερικής, ενώ οι φαρμακευτικοί και χημικοί κολοσσοί ενισχύουν την προστασία των πατεντών τους, περιορίζοντας τη δυνατότητα των χωρών της Mercosur να παράγουν γενόσημα φάρμακα.

Παράλληλα, οι μεγάλες αγροτοβιομηχανίες της Ευρώπης εξασφαλίζουν φθηνές εισαγωγές πρώτων υλών, μεταφέροντας το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος στον Νότο.

Αντίθετα, οι χώρες της Mercosur προσφέρονται κυρίως ως εξαγωγείς πρωτογενών προϊόντων —σόγια, βοδινό κρέας, ζάχαρη, βιοκαύσιμα— αναπαράγοντας έναν κλασικό διεθνή καταμερισμό εργασίας, όπου η προστιθέμενη αξία παράγεται στον Βορρά και η περιβαλλοντική και κοινωνική φθορά συσσωρεύεται στον Νότο.

Η σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αμφισβητεί αυτή τη δομή· αντίθετα, την παγιώνει θεσμικά.

Η απουσία της Βενεζουέλας από τη συμφωνία δεν αποτελεί δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Η χώρα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως και ένα μοντέλο κρατικού ελέγχου επί των φυσικών πόρων που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τη φιλοσοφία των εμπορικών συμφωνιών της ΕΕ. Ο αποκλεισμός της λειτουργεί ως πολιτικό μήνυμα: η περιφερειακή ολοκλήρωση είναι αποδεκτή μόνο εφόσον ευθυγραμμίζεται με τους κανόνες της αγοράς και της «κανονιστικής σύγκλισης».

Η επίκληση των δημοκρατικών αξιών από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Mercosur αποδεικνύεται συχνά επιλεκτική. Η ΕΕ διατηρεί στενές οικονομικές σχέσεις με καθεστώτα που παραβιάζουν συστηματικά τα ανθρώπινα δικαιώματα, εφόσον αυτά εγγυώνται επενδυτική ασφάλεια και γεωπολιτική σταθερότητα. Αντίθετα, χώρες όπως η Βενεζουέλα αντιμετωπίζονται ως «μη κανονικές» όχι μόνο λόγω θεσμικών ελλειμμάτων, αλλά κυρίως επειδή αμφισβητούν την ίδια τη λογική των νεοφιλελεύθερων συμφωνιών.

Έτσι, η Mercosur και η σύνδεσή της με την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελούν ουδέτερα εγχειρήματα ολοκλήρωσης, αλλά πεδία σύγκρουσης διαφορετικών οραμάτων για την ανάπτυξη, την κυριαρχία και τη δημοκρατία. Η περίπτωση της Βενεζουέλας φωτίζει αυτή τη σύγκρουση με τρόπο που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.

Πίσω από την ευρωπαϊκή επιμονή για τη συμφωνία Mercosur–ΕΕ διαφαίνεται και ένας λιγότερο δηλωμένος, αλλά κρίσιμος γεωπολιτικός στόχος: η ανάσχεση της κινεζικής διείσδυσης στη Νότια Αμερική. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η Κίνα έχει αναδειχθεί σε βασικό εμπορικό εταίρο πολλών χωρών της περιοχής, χρηματοδοτώντας υποδομές, εξορυκτικά έργα και ενεργειακά δίκτυα, συχνά χωρίς τις κανονιστικές και πολιτικές προϋποθέσεις που θέτουν η ΕΕ και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Για τις Βρυξέλλες, η Mercosur λειτουργεί ως θεσμικός μηχανισμός «δέσμευσης» της Νότιας Αμερικής στο ευρωπαϊκό κανονιστικό σύμπαν: μέσα από ρήτρες για το εμπόριο, τις επενδύσεις και τα πρότυπα, η ΕΕ επιδιώκει να κατοχυρώσει προνομιακή πρόσβαση σε αγορές και πρώτες ύλες πριν αυτές ενταχθούν οριστικά στις κινεζικές αλυσίδες αξίας. Η σύγκρουση, επομένως, δεν αφορά μόνο δασμούς και ποσοστώσεις, αλλά τον έλεγχο των κανόνων του παιχνιδιού σε μια περιοχή που μετατρέπεται εκ νέου σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.

Τρεις δεκαετίες μετά την ίδρυσή της, η Mercosur βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Μπορεί να εξελιχθεί σε εργαλείο συλλογικής κυριαρχίας ή να παγιωθεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής της εξάρτησης. Η συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί ουδέτερη επιλογή, αλλά πολιτική απόφαση με σαφείς ταξικές και γεωπολιτικές συνέπειες.

Για τη Βενεζουέλα, το ερώτημα δεν είναι απλώς αν θα επιστρέψει στη Mercosur, αλλά αν μια τέτοια ένωση μπορεί να φιλοξενήσει πραγματικά μια εναλλακτική φωνή.

Σε έναν κόσμο όπου η «ολοκλήρωση» ταυτίζεται όλο και περισσότερο με την υποταγή στους κανόνες της αγοράς, η πρόκληση δεν είναι η ένταξη, αλλά ο επαναπροσδιορισμός του ίδιου του όρου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πραγματική πρόκληση για τη Mercosur δεν είναι η διεύρυνση, αλλά η πολιτική της αυτονομία — αν αυτή παραμένει ακόμη δυνατή. Η ένωση καλείται να αποφασίσει αν θα λειτουργήσει ως εργαλείο συλλογικής κυριαρχίας ή ως μηχανισμός αναπαραγωγής της εξάρτησης από μεγάλες οικονομικές δυνάμεις.

Η ιστορία της Mercosur δείχνει ότι η περιφερειακή ολοκλήρωση δεν είναι απλώς θέμα τελωνειακών δασμών ή εμπορικών συμφωνιών, αλλά διαρκής πολιτική διαπραγμάτευση μεταξύ διαφορετικών μοντέλων ανάπτυξης, κρατικής παρέμβασης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η περίπτωση της Βενεζουέλας λειτουργεί ως παράδειγμα των ορίων που θέτει η ιδεολογική και γεωπολιτική κυριαρχία των ισχυρότερων μελών, ενώ η Βολιβία και άλλες χώρες με ισχυρό δημόσιο χαρακτήρα στους φυσικούς πόρους θέτουν υπό αμφισβήτηση την καθαρά νεοφιλελεύθερη λογική της ένωσης.

Η σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, με την ταυτόχρονη γεωπολιτική διάσταση απέναντι στην Κίνα, καθιστά σαφές ότι η Mercosur δεν είναι ένα «ουδέτερο» οικονομικό όργανο. Είναι ταυτόχρονα εργαλείο οικονομικής στρατηγικής, πολιτικού ελέγχου και γεωστρατηγικής αναδιάταξης. Η ένωση βρίσκεται σε μια διαρκή ισορροπία μεταξύ της προσπάθειας δημιουργίας ενός ισχυρού, συλλογικού μπλοκ και της πίεσης για υποταγή στις ανάγκες και τους κανόνες των μεγαλύτερων δυνάμεων της διεθνούς οικονομίας.

Συνεπώς, η Mercosur σήμερα δεν μπορεί να αναλυθεί μόνο υπό το πρίσμα του εμπορίου και της οικονομίας.

Αντιπροσωπεύει μια διαρκή διαπραγμάτευση ισχύος, κυριαρχίας και πολιτικής αυτονομίας σε μια περιοχή όπου οι κοινωνικοί, πολιτικοί και γεωπολιτικοί παράγοντες είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι. Η πραγματική πρόκληση για τα κράτη-μέλη είναι να επαναπροσδιορίσουν τους όρους της συνεργασίας και της περιφερειακής ολοκλήρωσης, ώστε η Mercosur να μπορέσει να λειτουργήσει ως εργαλείο συλλογικής ισχύος και όχι ως μηχανισμός αναπαραγωγής της εξάρτησης.

Η πορεία των επόμενων ετών θα καθορίσει αν η Mercosur θα μπορέσει να μετατραπεί σε έναν χώρο πραγματικής περιφερειακής κυριαρχίας ή αν θα παραμείνει ένα «ατελές» όργανο, όμηρος των εσωτερικών ανισοτήτων και των εξωτερικών πιέσεων από ΕΕ, ΗΠΑ και Κίνα. 

Σε κάθε περίπτωση, η έννοια της ολοκλήρωσης δεν ταυτίζεται πλέον απλώς με τη μείωση δασμών ή την ελευθερία των αγορών, αλλά με την ικανότητα των χωρών της Νότιας Αμερικής να καθορίζουν οι ίδιες τους όρους ανάπτυξης, διακυβέρνησης και κυριαρχίας.

*https://www.consilium.europa.eu/el/infographics/eu-mercosur-trade/