
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Η απόφαση ελήφθη τελικά στις Βρυξέλλες με τον γνώριμο τρόπο: ύστερα από μήνες δισταγμών, νομικών ακροβασιών και πολιτικών συμβιβασμών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά στη δημιουργία του πρώτου ευρωομολόγου με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Πρόκειται για μια επιλογή που σηματοδοτεί όχι μόνο οικονομική καινοτομία, αλλά και μια βαθύτερη, ποιοτική μετατόπιση στον ρόλο της ΕΕ: από εγχείρημα ειρήνης σε θεσμικό διαχειριστή πολέμου.
Η συζήτηση γύρω από τα περίπου 200 δισ. ευρώ ρωσικών αποθεματικών που έχουν «παγώσει» μετά την εισβολή στην Ουκρανία αποκάλυψε από νωρίς τα όρια της ευρωπαϊκής ενότητας. Η άμεση δήμευση του κεφαλαίου κρίθηκε νομικά επισφαλής και πολιτικά επικίνδυνη. Το Βέλγιο, όπου εδρεύει η Euroclear, προειδοποίησε για αγωγές, διεθνή προηγούμενα και ενδεχόμενο πλήγμα στην αξιοπιστία του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η Ευρώπη απέφυγε τη σύγκρουση με το διεθνές δίκαιο, όχι όμως και τη σύγκρουση καθαυτή.
Η λύση που τελικά επιλέχθηκε ήταν διαφορετική — και αποκαλυπτική. Το νέο ευρωομόλογο εγγυάται απευθείας από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δεν βασίζεται σε κατασχεμένα ρωσικά κεφάλαια ούτε σε έκτακτους μηχανισμούς. Τα έσοδα από τους τόκους των παγωμένων αποθεματικών λειτουργούν μόνο επικουρικά, μειώνοντας το ρίσκο, όχι όμως θεμελιώνοντας την έκδοση. Το βάρος μεταφέρεται έτσι ξεκάθαρα στην ίδια την Ένωση — στα κράτη-μέλη και, τελικά, στους Ευρωπαίους φορολογούμενους.
Έτσι γεννήθηκε το πρώτο ευρωομόλογο: ένα εργαλείο που παρουσιάζεται ως τεχνική απάντηση σε ένα γεωπολιτικό πρόβλημα, αλλά στην πραγματικότητα συνιστά πολιτική δήλωση. Η ΕΕ δεν αρκείται πλέον στη ρητορική στήριξης· αναλαμβάνει ρόλο χρηματοδότη μιας μακράς σύγκρουσης, με χρονικό ορίζοντα που κανείς δεν ορίζει και κόστος που μεταφέρεται στο μέλλον.
Η Κομισιόν μιλά για «στήριξη της δημοκρατίας» και «επένδυση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια». Πίσω όμως από τις διατυπώσεις, διαμορφώνεται μια στρατηγική όπου ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως διαχειρίσιμος χρηματοοικονομικός φάκελος. Όσο υπάρχουν ομόλογα να εκδοθούν και προϋπολογισμοί να αναθεωρηθούν, η ειρήνη μετατρέπεται σε δευτερεύον ενδεχόμενο.
Η ειρωνεία είναι ιστορική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεμελιώθηκε πάνω στην ιδέα ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα καθιστούσε τον πόλεμο όχι μόνο αδιανόητο, αλλά και ασύμφορο. Σήμερα, η ίδια αυτή αλληλεξάρτηση χρησιμοποιείται για να τον καταστήσει βιώσιμο. Όχι με στρατούς υπό ευρωπαϊκή σημαία, αλλά με επιτόκια, εγγυήσεις και τεχνικές εκθέσεις βιωσιμότητας.
Το ευρωομόλογο αυτό δεν είναι απλώς ένα χρηματοπιστωτικό προϊόν. Είναι ένας πολιτικός δεσμός — ένα bond — που συνδέει την ευρωπαϊκή ταυτότητα με τη λογική της διαρκούς σύγκρουσης. Το κόστος δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι θεσμικό και ηθικό: η ΕΕ απομακρύνεται από τον ρόλο του μεσολαβητή και υιοθετεί εκείνον του «ουδέτερου» χρηματοδότη πολέμου.
Κανείς στις Βρυξέλλες δεν απαντά ξεκάθαρα στο βασικό ερώτημα: τι συμβαίνει αν ο πόλεμος δεν τελειώσει σύντομα; Ποιος αναλαμβάνει το ρίσκο αν τα επικουρικά έσοδα δεν επαρκούν; Και, τελικά, ποιος θα πληρώσει το «τέλος» της στήριξης που όλοι επικαλούνται, αλλά κανείς δεν ορίζει;
Στη νέα ευρωπαϊκή αφήγηση, ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται ως τραγωδία, αλλά ως διαδικασία: χρηματοδοτήσιμη, πολιτικά επικοινωνήσιμη, ενταγμένη στον πολυετή δημοσιονομικό σχεδιασμό. Η κοινή λογική χάνεται μέσα σε επιτροπές και τεχνικά παραρτήματα, ενώ η ειρήνη εμφανίζεται σχεδόν ως ουτοπική παρέκκλιση.
Ίσως τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι το ίδιο το ευρωομόλογο, αλλά η ευκολία με την οποία η Ευρώπη το αποδέχεται. Η γηραιά ήπειρος δεν έχει κουραστεί από τους πολέμους· έχει απλώς μάθει να τους μεταφράζει σε οικονομικά εργαλεία. Με κομψό λεξιλόγιο, θεσμική ψυχραιμία και την αυταπάτη ότι, όσο ο πόλεμος γράφεται σε ισολογισμούς, δεν μας αφορά άμεσα.
Αν αυτό είναι το νέο ευρωπαϊκό ιδεώδες, τότε η ειρήνη δεν χάθηκε ξαφνικά.
Απλώς αναβλήθηκε επ’ αόριστον — με επιτόκιο.

