Timeo suffragia, percenta ferentia (Φοβού τις δημοσκοπήσεις, ποσοστά φέρουσες)

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Cogitavimus Latine respondere; sed, cognita scientiae tuae limitatione, Graece pergimus.

Σε κάθε προεκλογική περίοδο, σε κάθε πολιτική κρίση, σε κάθε κοινωνικό γεγονός με έστω και ελάχιστο αντίκτυπο, το ίδιο τελετουργικό επαναλαμβάνεται: δημοσκοπήσεις, γραφήματα, δείκτες, προβολές, αναλύσεις. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης προβάλλουν ποσοστά ανεβοκατεβαίνοντας σαν θερμοκρασία καλοκαιρινού καύσωνα, τα πολιτικά κόμματα προσαρμόζουν τα μηνύματά τους στη «θέληση» του κόσμου και οι πολίτες, παρακολουθώντας αυτό το θέαμα, συνηθίζουν να πιστεύουν ότι κάπως έτσι αποτυπώνεται η πραγματικότητα. Ότι οι δημοσκοπήσεις λένε το «τι πιστεύει ο λαός». Κι όμως, αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη αυταπάτη της σύγχρονης πολιτικής ζωής.

Η αλήθεια είναι απλή, αλλά καθόλου βολική για όσους επενδύουν υπερβολικά στη δύναμη αυτών των μετρήσεων: οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν την κοινή γνώμη· κατασκευάζουν μια εκδοχή της, συχνά ευθυγραμμισμένη με την επικαιρότητα που τα ΜΜΕ παράγουν. Και αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι δημοσκόποι είναι κακόβουλοι ή ανίκανοι, αλλά επειδή το εργαλείο έχει εγγενείς αδυναμίες που σπάνια συζητιούνται ανοιχτά.

Ερωτήσεις-προϊόν της ειδησεογραφίας, όχι της πραγματικότητας

Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα είναι η ίδια η φύση των ερωτήσεων. Σε αντίθεση με τις ακαδημαϊκές έρευνες που χτίζονται πάνω σε θεωρητικά μοντέλα, μακροχρόνιες παρατηρήσεις και βαθιές ποιοτικές μεθόδους, οι δημοσκοπήσεις που κατακλύζουν τον δημόσιο διάλογο βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην τρέχουσα ειδησεογραφία. Αν ένα θέμα κυριαρχεί στα δελτία ειδήσεων, τότε αυτόματα μετατρέπεται σε ερώτηση. Αν εξαφανιστεί από τα ρεπορτάζ, εξαφανίζεται και από τα ερωτηματολόγια.

Έτσι, η ατζέντα των ΜΜΕ γίνεται αθόρυβα και χωρίς αντίσταση η ατζέντα των πολιτών — ή, καλύτερα, η ατζέντα που οι πολίτες υποτίθεται ότι έχουν. Δεν διερευνώνται αξίες, προτεραιότητες, αντιφάσεις, βαθύτερες στάσεις ζωής. Δεν ερωτώνται οι πολίτες για τα αληθινά τους άγχη, τις βιωμένες εμπειρίες τους, την καθημερινότητα που καθορίζει την πολιτική τους σκέψη. Αντί αυτού, καλούνται να απαντήσουν για θέματα που ίσως έχουν δει μόνο φευγαλέα στην τηλεόραση ή τα social media.

Η δημοσκόπηση, ως εργαλείο, έχει μετατραπεί σε αντανάκλαση της επικαιρότητας, όχι της κοινωνίας. Και όσο πιο γρήγορα αλλάζει η επικαιρότητα, τόσο πιο ευμετάβλητες μοιάζουν οι «απόψεις» των πολιτών.

Ο πολίτης απαντά όπως αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα – όχι όπως πραγματικά ζει

Ο μέσος άνθρωπος δεν ζει μέσα στην πολιτική μικροανάλυση. Δεν ξέρει όλες τις παραμέτρους που φωτίζει ή κρύβει το κάθε νομοσχέδιο. Δεν έχει χρόνο να επεξεργαστεί σε βάθος την είδηση της ημέρας. Αντʼ αυτού, σχηματίζει μια αντίληψη βασισμένη σε ό,τι προλαβαίνει να ακούσει, να δει, να συζητήσει βιαστικά. Αυτή η αντίληψη είναι συχνά αποσπασματική, ρευστή και εύκολα επηρεάσιμη από τον τρόπο που τα ΜΜΕ παρουσιάζουν τα γεγονότα.

Όταν λοιπόν σηκώνει το τηλέφωνο και καλείται να απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήσεις, δεν εκφράζει μια παγιωμένη πολιτική άποψη. Εκφράζει την στιγμιαία εντύπωσή του, την οποία έχει σχηματίσει μέσα από θραύσματα πληροφορίας. Αυτό όμως, στη γλώσσα της δημοσκοπικής δημοσιογραφίας, μεταφράζεται ως «τάση της κοινής γνώμης».

Έτσι, η κοινή γνώμη δεν είναι παρά το συλλογικό άθροισμα στιγμιαίων αντιλήψεων, οι οποίες δεν έχουν ούτε βάθος ούτε διάρκεια. Ακόμα χειρότερα: παρουσιάζονται ως κάτι σταθερό και συμπαγές, ενώ στην πραγματικότητα καμία δημοσκόπηση δεν μπορεί να το επιβεβαιώσει.

Η αόρατη κοινωνία: τάξη, ηλικία και αποχή

Ένα ακόμη βαθύτερο πρόβλημα των δημοσκοπήσεων είναι αυτό που δεν φαίνεται στα αποτελέσματα, αλλά καθορίζει αποφασιστικά την πολιτική πραγματικότητα: ποιοι μιλούν και ποιοι σιωπούν. Η «κοινή γνώμη» που καταγράφεται δεν είναι ποτέ κοινωνικά ουδέτερη. Έχει ηλικία, μορφωτικό επίπεδο, οικονομική θέση — και κυρίως έχει χρόνο και διάθεση να απαντήσει.

Οι κοινωνικά πιο επισφαλείς ομάδες, οι εργαζόμενοι με εξαντλητικά ωράρια, οι νέοι σε καθεστώς αβεβαιότητας, οι άνεργοι, οι άνθρωποι που έχουν απομακρυνθεί από την πολιτική διαδικασία, είτε δεν συμμετέχουν καθόλου στις δημοσκοπήσεις είτε συμμετέχουν μηχανικά, χωρίς πραγματική εμπλοκή. Η φωνή τους, αν και κοινωνικά κρίσιμη, χάνεται μέσα στον θόρυβο των στατιστικών.

Αντίθετα, υπερεκπροσωπούνται εκείνοι που έχουν σταθερότητα, πρόσβαση στην ενημέρωση, πολιτική εξοικείωση και —το σημαντικότερο— την αίσθηση ότι η γνώμη τους «μετράει». Έτσι, η δημοσκοπική εικόνα της κοινωνίας τείνει να είναι πιο ώριμη ηλικιακά, πιο μεσοαστική, πιο πολιτικά ενσωματωμένη από ό,τι η κοινωνία στην πραγματικότητα.

Ιδιαίτερα οι νέες ηλικίες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι πολιτικές τους στάσεις είναι συχνά ρευστές, αντιφατικές ή μη λεκτικοποιημένες με τον τρόπο που απαιτεί ένα ερωτηματολόγιο. Πολλοί νέοι δεν εκφράζουν την πολιτική τους στάση μέσω δηλώσεων, αλλά μέσω αποχής, ειρωνείας, αποστασιοποίησης ή αιφνίδιων εκλογικών επιλογών. Αυτές οι στάσεις όμως σπάνια καταγράφονται ως τέτοιες — συχνά μεταφράζονται απλώς ως «αναποφάσιστοι» ή εξαφανίζονται από τα δείγματα.

Και εδώ αναδεικνύεται ο ρόλος της αποχής, του πιο παρεξηγημένου πολιτικού φαινομένου. Η αποχή δεν είναι απουσία άποψης· είναι συχνά πολιτική στάση, αποτέλεσμα μακροχρόνιας απογοήτευσης, αίσθησης αδυναμίας ή έλλειψης εκπροσώπησης. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις τη χειρίζονται ως στατιστικό θόρυβο, όχι ως κοινωνικό μήνυμα. Δεν ρωτούν γιατί κάποιος απέχει· απλώς τον αφαιρούν από την εικόνα.

Έτσι, η «κοινή γνώμη» που παρουσιάζεται είναι στην πραγματικότητα η γνώμη όσων εξακολουθούν να συμμετέχουν. Όχι η γνώμη της κοινωνίας στο σύνολό της. Κι αυτό έχει σοβαρές πολιτικές συνέπειες: οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται με βάση μια εικόνα που αγνοεί ακριβώς εκείνα τα κοινωνικά στρώματα όπου συσσωρεύεται η μεγαλύτερη δυσαρέσκεια — και από τα οποία συχνά προκύπτουν οι μεγαλύτερες εκλογικές ανατροπές.

Ο φαύλος κύκλος της αυτοεκπληρούμενης προφητείας

Υπάρχει όμως και κάτι πιο ανεπαίσθητο, αλλά εξίσου κρίσιμο: η σχέση εξάρτησης ανάμεσα σε δημοσκοπήσεις και ΜΜΕ. Οι δημοσκοπήσεις τροφοδοτούν τα δελτία ειδήσεων. Τα δελτία ειδήσεων τροφοδοτούν τις επόμενες δημοσκοπήσεις με νέες ερωτήσεις, που στηρίζονται σε όσα οι προηγούμενες ανέδειξαν — ή δημιούργησαν.

Το αποτέλεσμα είναι ένας μηχανισμός ανακύκλωσης αντιλήψεων, όπου η κοινή γνώμη δεν διαμορφώνεται οργανικά, αλλά κατευθύνεται μέσα από τα φίλτρα πληροφόρησης που προηγούνται της ίδιας. Πρόκειται για μια μορφή αυτοεκπληρούμενης προφητείας: οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν αυτό που τα ΜΜΕ προβάλλουν, και τα ΜΜΕ προβάλλουν αυτό που οι δημοσκοπήσεις «αποκαλύπτουν».

Σε αυτό το περιβάλλον, το βάθος εξαφανίζεται. Οι μεγάλες κοινωνικές ερωτήσεις — εργασία, οικονομική ανασφάλεια, παιδεία, κοινωνικές ανισότητες — σπάνια γίνονται αντικείμενο ουσιαστικής διερεύνησης. Αν δεν αποτελούν «είδηση», δεν γίνονται ερώτηση.

Η πραγματική δοκιμασία: οι εκλογές

Και τότε έρχεται η στιγμή της αλήθειας. Οι εκλογές. Το μοναδικό εργαλείο που καταγράφει όχι τι δηλώνουν οι πολίτες, αλλά τι πραγματικά επιλέγουν. Και ξαφνικά, οι δημοσκοπήσεις καταρρέουν ή εμφανίζουν «αστοχίες». Τα ποσοστά μετατοπίζονται απροσδόκητα. Μικρά κόμματα είτε εξαφανίζονται είτε εμφανίζουν εκρηκτικά ποσοστά που κανείς δεν είχε προβλέψει. Οι αναλυτές αναρωτιούνται πού χάθηκαν οι ψηφοφόροι, αλλά η απάντηση είναι μπροστά στα μάτια μας: η κοινή γνώμη δεν είναι αυτή που αποτυπώνεται στα ερωτηματολόγια, αλλά αυτή που εκφράζεται στην κάλπη.

Και μετά τις εκλογές; Εκεί αποδεικνύεται ακόμη πιο καθαρά η αναξιοπιστία των δημοσκοπήσεων. Η νέα κυβέρνηση ξεκινά τη θητεία της με υψηλά ποσοστά αποδοχής, βασισμένα στις ίδιες φευγαλέες εντυπώσεις που καταγράφουν οι εταιρείες. Όμως μόλις οι προεκλογικές υποσχέσεις αρχίσουν να υποχωρούν μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα της διακυβέρνησης — μόλις δηλαδή αλλάξει το πρόγραμμα, τροποποιηθούν οι δεσμεύσεις, διαψευστούν οι προσδοκίες — τα ποσοστά γκρεμίζονται.

Και αυτό συμβαίνει επειδή οι δημοσκοπήσεις δεν κατέγραψαν ποτέ βαθιά εμπιστοσύνη, αλλά ρηχή προσδοκία.

Η πολιτική συμπεριφορά των πολιτών είναι γεμάτη αντιφάσεις, συναισθήματα, μικρές και μεγάλες απογοητεύσεις. Δεν πρόκειται για αριθμητικό μέγεθος που υπολογίζεται με μαθηματική ακρίβεια. Είναι ανθρώπινη, ασταθής και υπόκειται σε όλους τους παράγοντες που οι δημοσκοπήσεις αποφεύγουν να αγγίξουν.

Οι δημοσκοπήσεις μετρούν τη στιγμή — όχι την κοινωνία

Αυτός είναι ίσως ο πιο θεμελιώδης περιορισμός τους. Η κοινωνία έχει βάθος, διάρκεια και παρελθόν. Οι δημοσκοπήσεις έχουν μόνο χρόνο διεξαγωγής. Μετρούν τι σκέφτεται ο πολίτης τη Δευτέρα, όχι τι πραγματικά πιστεύει ως κοινωνικό ον που ζει, εργάζεται, δυσκολεύεται, ονειρεύεται και απογοητεύεται.

Η πολιτική συμπεριφορά των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα εμπειριών, όχι εντυπώσεων. Και οι εμπειρίες δεν καταγράφονται ποτέ σε ερωτήσεις όπως:

«Πόσο ικανοποιημένοι είστε από την κυβέρνηση;»

«Ποιο είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας;»

«Τι θα ψηφίζατε αν είχαμε εκλογές την επόμενη Κυριακή;»

Αυτές οι ερωτήσεις μοιάζουν αντικειμενικές, αλλά στην πραγματικότητα απαιτούν συμπύκνωση μιας ολόκληρης ζωής σε μία απάντηση λίγων δευτερολέπτων.

Η ψευδαίσθηση της μαθηματικής ακρίβειας

Ένα από τα πιο παραπλανητικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων είναι η μαθηματική τους γλώσσα. Ποσοστά, δείκτες, στατιστικά περιθώρια σφάλματος. Όλα αυτά δημιουργούν την εντύπωση επιστημονικής ακρίβειας, λες και οι πολιτικές στάσεις των ανθρώπων είναι αναλυτικές μεταβλητές που υπακούν σε αυστηρούς κανόνες.

Αλλά η «ακρίβεια» αυτή είναι συχνά ψευδαίσθηση. Αν η ερώτηση είναι λάθος διατυπωμένη, αν ο πολίτης δεν έχει άποψη αλλά νιώθει ότι «πρέπει» να απαντήσει, αν η επικαιρότητα έχει δημιουργήσει μια ψευδή αίσθηση σημασίας γύρω από ένα θέμα, τότε όλοι οι αριθμοί που θα προκύψουν θα είναι προϊόν μιας λανθασμένης βάσης.

Με άλλα λόγια, δεν έχει σημασία πόσο καλά μετράς, αν μετράς το λάθος πράγμα.

Τι θα σήμαινε μια πραγματικά αξιόπιστη δημοσκόπηση;

Αν κάποιος ήθελε να δημιουργήσει δημοσκοπήσεις που αντικατοπτρίζουν την αληθινή κοινωνική πραγματικότητα, θα έπρεπε:

να ξεκινήσει από ποιοτικές μεθόδους, εστιασμένες σε βάθος στις ζωές των ανθρώπων,

να διαμορφώσει ερωτήσεις όχι βάσει επικαιρότητας, αλλά βάσει κοινωνικών αναγκών,

να χρησιμοποιήσει γλώσσα που αφήνει χώρο για αμφιβολία, αντιφάσεις και πολυπλοκότητα,

να συλλέξει δεδομένα σε μακροχρόνια κλίμακα, όχι σε «στιγμιότυπα».

Αλλά κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνο, χρήμα και πολιτική υπομονή — και αυτά σπανίζουν σε μια εποχή όπου η πληροφορία μετριέται σε λεπτά.

Η κοινή γνώμη μετά τις εκλογές: η μεγάλη διάψευση

Όταν η κυβέρνηση που προέκυψε από τις κάλπες αρχίζει να εφαρμόζει την πραγματική της πολιτική, τα ποσοστά της συχνά καταρρέουν. Και αυτό δεν οφείλεται στην ξαφνική αλλαγή της συμπεριφοράς των πολιτών, αλλά στην αποκάλυψη της ασυμφωνίας μεταξύ προσδοκίας και πραγματικότητας. Οι δημοσκοπήσεις είχαν καταγράψει μια εικόνα επιφανειακής αποδοχής — όχι βαθιάς εμπιστοσύνης. Κι όταν το πολιτικό πρόγραμμα αλλάζει, ο πολίτης νιώθει ότι εξαπατήθηκε, ότι δεν είχε πλήρη εικόνα, ότι η ψήφος του δεν μεταφράστηκε σε αυτό που του υποσχέθηκαν.

Έτσι εξηγείται γιατί τόσο συχνά τα ποσοστά της εκάστοτε κυβέρνησης πέφτουν μέσα στους πρώτους μήνες της θητείας της. Όχι επειδή η κοινωνία αλλάζει απότομα γνώμη, αλλά επειδή οι δημοσκοπήσεις ποτέ δεν κατέγραψαν τη βαθύτερη γνώμη της εξαρχής.

Οι δημοσκοπήσεις έχουν τη θέση τους ως εργαλείο, αλλά όχι ως απόλυτος καταγραφέας της κοινωνικής πραγματικότητας. Είναι γρήγορες, επιφανειακές και ευάλωτες στην επιρροή της επικαιρότητας. Μετρούν την εντύπωση, όχι την εμπειρία. Αποτυπώνουν τον θόρυβο, όχι την ουσία.

Η κοινή γνώμη δεν είναι αυτό που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις — είναι αυτό που εκφράζεται στην κάλπη, στις κοινωνικές αντιδράσεις, στις καθημερινές επιλογές των ανθρώπων. Και όσο συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τις δημοσκοπήσεις σαν αδιάψευτους καταγραφείς της πραγματικότητας, τόσο θα μένουμε έκπληκτοι κάθε φορά που οι πολίτες μάς θυμίζουν ότι η ζωή δεν χωράει σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής.