
Του Κώστα Δουζίνα

Τα πολιτικά σώματα
Η ετερογενής υλική οντότητα
Το πλήθος αντίθετα είναι μια υλική οντότητα, μια πολλαπλότητα μοναδικοτήτων που εμφανίζεται δημόσια, δρα συλλογικά, αλλά δεν μετατρέπεται σε Ένα σώμα, μια ενιαία οντότητα. Η δράση του εισάγει στην πολιτική φιλοσοφία μια βασική αντίθεση με την ενοποιητική εξουσία του Ενός που εμφανίζεται ως θεός, βασιλιάς, κυρίαρχος, λαός, έθνος ή τάξη. Η πρακτική προέρχεται από την Αθήνα και τη Ρώμη, η έννοια από τον Σπινόζα. Το πλήθος υπάρχει και δρα χωρίς οι πολλοί να γίνονται ένας, αλλά να παραμένουν μοναδικοί και πολλαπλοί. Καταρχήν, είναι ένα σύνολο σωμάτων που συνευρίσκονται στον ίδιο δημόσιο χώρο και χρόνο και συμπράττουν. Οι σύγχρονοι θεωρητικοί το ανάγουν σε κοινωνική και πολιτική κατηγορία, ανάλογη του λαού, του έθνους ή της τάξης, χωρίς την ενοποιητική δράση των τελευταίων. Το πλήθος είναι, επομένως, ένα ετερογενές σύνολο, δηλαδή ανθρώπων που συνεργούν χωρίς αντιπροσώπευση, κομματική ταυτότητα ή ενιαία ιδεολογία. Από τη στιγμή που οι συνευρισκόμενοι αρχίζουν να απαιτούν οργανωμένα και συντεταγμένα, μεταλλάσσονται από μάζα σε πλήθος και σε πολιτικό υποκείμενο. Σε αντίθεση με το λαό και το έθνος, το πλήθος ενοποιείται μόνο στη δράση του, όταν μια σειρά μοναδικών και διαφορετικών ανθρώπων, με διαφορετικές επιθυμίες, τις Σπινοζικές cupiditates, βρίσκονται μαζί και αποκτούν τη δυναμική κοινής πολιτικής βούλησης που δημιουργείται εκείνη τη στιγμή.
Ο φόβος του πλήθους
Αλλά η κυρίαρχη άποψη στη φιλοσοφία και την κοινωνική ψυχολογία είναι διαφορετική. Η υλική συνάθροιση και κοινή πράξη του πλήθους προκαλούσε πάντα φόβο. Αρχικά, αυτός ο φόβος ήταν απόρροια της ταχείας και βίαιης αστικοποίησης και εκβιομηχάνισης της πρώιμης νεωτερικότητας. Η εμφάνιση της ανώνυμης μάζας στις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης και οι επαναλαμβανόμενες ταραχές υπέσκαπταν την εξουσία και δημιουργούσαν φόβο στους αστούς. Λέξεις όπως όχλος, μάζα, ορδές, λούμπεν αντιστοιχούν σ’ αυτούς τους φόβους. Σύμφωνα με τον Gustave Le Bon, τον πρώτο αναλυτικό μελετητή του πλήθους, τα μέλη του όχλου είναι απολίτιστα, ενώ το σύνολο χαρακτηρίζεται από βλακεία. Επειδή τρέμει τη διάλυσή του, το πλήθος αποδέχεται εύκολα και ακολουθεί ηγέτες που θα το προστατεύσουν. Είναι, λοιπόν, το πλήθος ένα άγριο «κτήνος», χωρίς σκέψη, που χειραγωγείται και καθοδηγείται από δημαγωγούς. Έχει «γυναικεία» χαρακτηριστικά, ακολουθεί απόλυτα και βίαια τις επιθυμίες του και καταλήγει σε βία και εξτρεμισμούς. Το πλήθος «σκέπτεται» μέσω των εικόνων και όχι του λόγου, με το σώμα και όχι με τη λογική. Το σώμα και η σάρκα είναι τα συστατικά του πλήθους, λέει ο Elias Canetti. O άνθρωπος της μάζας δεν φοβάται το άγγιγμα του πλησίον, δεν τον απασχολεί ποιο σώμα πιέζει το δικό του, χάνει την ατομικότητά του.

Ο φόβος του όχλου και της πολλαπλότητας των μελών βρίσκεται πίσω από τις επιθέσεις των φιλοσόφων κατά της «πολυκέφαλης Ύδρας» που μπορεί να καταστρέψει οτιδήποτε η εργατικότητα των εμπόρων έχει δημιουργήσει. Αυτός ο φόβος διατηρήθηκε στον 20ό αιώνα. Οι επαναστάσεις ξεκινούν με εξέγερση. Η Βαστίλη, τα Χειμερινά Ανάκτορα, η ανατροπή του Σάχη, η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων, η Τυνησία και η Αίγυπτος άρχισαν με τον κόσμο στους δρόμους για να καταλήξουν σε επαναστάσεις, σε ριζική, δηλαδή, κοινωνική αλλαγή.
Ομιλία/αφωνία
Εδώ, όμως, πρέπει να διαχωρίσουμε το πλήθος των Αγανακτισμένων από αυτό του συλλαλητηρίου. Χαρακτηριστικό των Αγανακτισμένων ήταν η ομιλία, ενώ του συλλαλητηρίου, όπως και των προεκλογικών συγκεντρώσεων, η αφωνία. Κάποιος μιλάει, το πλήθος ακούει. Η ομιλία καταδικάζει τους συγκεντρωμένους σε φίμωση, αφού πρέπει να χειροκροτούν, να κραυγάζουν, να επιδοκιμάζουν τον ομιλητή και να αποδοκιμάζουν τους αντιπάλους. Η βουβαμάρα του πλήθους, η παρουσίαση του στις τηλεοράσεις ως ενωμένου, μαζικού, επευφημούντος αλλά μη σκεπτόμενου, είναι ο λόγος ύπαρξης του. Εκφράζει την αντίληψη για το λαό ως ενωμένου και παθητικού υποκείμενου, με μόνο πολιτικό όπλο την ψήφο στις εκλογές και τη στοίχιση πίσω από κομματικές ηγεσίες.
Οι Αγανακτισμένοι ήταν το αντίθετο από κάθε άποψη. Αποτελούσαν μια συναισθηματικά έντονη συνεύρεση σε χώρο και χρόνο πολιτών που σκέπτονται, συζητούν και ασχολούνται με τα κοινά, ακόμη καλύτερα που ορίζουν τι είναι κοινό, κοινό καλό, κοινό συμφέρον. Όλα τα μέλη χωρίς εξαίρεση και αποκλεισμούς μπορούσαν να πάρουν τον λόγο και να μιλήσουν πάνω σε ένα θέμα ή να προτείνουν άλλο. Το πλήθος μιλούσε, αλλά και άκουγε τον ομιλητή με σεβασμό. Οι επιδοκιμασίες και αποδοκιμασίες εκφράζονταν με ρυθμικές κινήσεις των χεριών για να μην διακόπτεται ο ομιλητής και να μην ενοχλούνται οι ακροατές. Όλα αυτά αποτελούσαν σεβασμό προς τον ομιλητή και σηματοδοτούσαν μια άνευ προηγουμένου προσήλωση στη σκέψη, τον διάλογο, την αισθητική του λόγου.
Αν διακρίνουμε την εργασία, κατά τον Αριστοτέλη, σε ποίηση που αποσκοπεί στην παραγωγή ενός προϊόντος και πράξη που βρίσκει τον σκοπό της εσωτερικά, στην αυτοτέλεια και αυτο-αναφορικότητά της που, κατά την Hannah Arendt, αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της πολιτικής, οι ομιλίες των Αγανακτισμένων αποτελούσαν αριστοτελική πράξη, δημόσια επικοινωνία και αυτοτελή δημιουργία. Ο Αριστοτέλης ονομάζει «πολιτεία» το πολίτευμα που κάνει το πλήθος δήμο: «όταν δε το πλήθος προς το κοινόν πολιτεύεται συμφέρον, καλείται το κοινό όνομα πασών των πολιτειών, πολιτεία».Οι Αγανακτισμένοι ήταν «πλήθος εν συνελεύσει», ένα πλήθος που έγινε δήμος. Η απόσταση από τους συλλαλούντες εθνικόφρονες μακεδονομάχους δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη.
* Ο Κώστας Δουζίνας είναι καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ.
Πηγή: Η εποχή
