Ανόρεχτη σαν Κυριακή

ΒΛΑΣΗΣ ΚΑΝΙΑΡΗΣ
Του Ιωάννη Δαμίγου

Θύμισες παλιές, σαν μακρινές πολύ, ξεχασμένες σαν Κυριακές, που Κυριακές δεν θυμίζουν παρά μόνο στο ηλεκτρονικό ημερολόγιο του υπολογιστή ή του τηλεφώνου. Νοσταλγώ λες, τα αριθμημένα χαρτάκια στον τοίχο, με τα ποιηματάκια και τα γνωμικά τυπωμένα από την πίσω μεριά! Τα ξεκόλλαγες και χανόταν η μέρα, πριν προλάβεις να καταλάβεις τα γραφόμενα.

Η Κυριακή ήταν με κόκκινα νούμερα, να ξεχωρίζει από τις μαύρες τυπωμένες καθημερινές. Η Κυριακή απαιτούσε, ποτέ δεν έμαθα γιατί, καλή φορεσιά. Ίσως σαν απότιση τιμής σε γιορτή, βάζαμε τα καλά μας, που έλεγαν οι γονείς. Στην αυλή της γειτονιάς, με τον καφέ τον έναν, τον ελληνικό ή τούρκικο στο σκαμνί, με το ποτήρι το νερό πάντα δίπλα και την εφημερίδα προς προσεκτική ανάγνωση.

Το ραδιόφωνο να παίζει λαϊκά, η μπουγάδα με το λουλάκι, απλωμένη στα μανταλάκια και παιδικές ανέμελες φωνές να περνούν μέσα απ’ τα λευκά σεντόνια. Οι καλημέρες να δίνουν και να παίρνουν, ακόμα και από την κακότροπη της γειτονιάς, την στριμμένη, όπως την αποκαλούσαμε εμείς τα παιδιά, αντιγράφοντας τους μεγάλους.

Η καλή φορεσιά ήταν για λίγες ώρες, γιατί η μπάλα με το κορδόνι, τα “καρούμπαλα” και το χώμα ήθελε τα καθημερινά και φθαρμένα. Αφού διάβαζα το ένθετο με τα λογοτεχνικά μικρά διηγήματα, έτρεχα στο ποδόσφαιρο μια και ήμουν καλός στον χειρισμό της μπάλας. Ακόμα δεν είχε κατέβει καλά καλά η “κορκάδα” (χτυπημένα αυγά) στο στομάχι, ριχνόμασταν στο παιχνίδι για την νίκη.

Το τρόπαιο ήταν μια ματιά από την ξεχωριστή σε παράσταση συμμαθήτρια και μερικές γρατζουνιές με λίγους μώλωπες επίκαιρου ηρωισμού τάχα. Το οικογενειακό τραπέζι, με τις συνήθεις γκρίνιες και το εφιαλτικό μέχρι σήμερα, “μάσα κατάπινε” της μητέρας. Ακολουθούσε το γνωστό δεκάλεπτο περίπου διδαχής και οδηγιών του πατέρα, που τότε δεν τύγχανε της δέουσας προσοχής, χρήσιμο όμως εγχειρίδιο μελλοντικής εξέλιξης. Ελεύθερος μετά για το ραδιοφωνικό άκουσμα των αγώνων ποδοσφαίρου και την συνέχεια του παιχνιδιού με “μάχη” τα αγόρια και “κουμπάρες” για τα κορίτσια, το κρυφτό ήταν μικτό και ολίγον πονηρό πρόσκαιρης σιωπηλής συνύπαρξης με τον παιδικό έρωτα.

Η δύση του ήλιου μας έβρισκε να προσμένουμε ανυπόμονα την επόμενη Κυριακή. Τώρα η Κυριακή φαντάζει μάλλον ανόρεχτη. Καθώς με το πλησίασμα του μεσημεριού κιόλας, μας καταβάλει σαν μια μελαγχολίας αίσθηση, ενός κενού χρόνου και αισθήματος χάσιμο, σαν απειλή δύσκολης Δευτέρας αναμονή, αναπόφευκτης ρουτίνας σπαταλημένου στείρου χρόνου, σε ανούσια και ψυχρά άπνοα θέματα διευθέτησης. Υποταγμένοι ψυχή και σώματι, σε αυτό που δημιούργησαν ως ανάγκη χωρίς επιλογή, με αυτόματη συναίνεση αποδοχής και ανοχής, δια βίου.

Οι καθημερινές, αγχωτικές και βάναυσες, που οι ώρες τους μεγαλώνουν εκδικητικά, χωρίς αναμονή Κυριακής! Την καταχράστηκαν σαν καθημερινή και βάλε! Μάταια το νοσταλγικό τραγούδι, μιλά να καρτερούμε μια άλλη Κυριακή που να’ ναι ολόκληρή γιορτή, μια Κυριακή τόσο μεγάλη. Τους δώσαμε, μας πήραν, τις καθημερινές μέχρι τις βραδινές ώρες! Τους δώσαμε , μας πήραν, την Κυριακή όλη! Χωρίς αναμονή “Κυριακής” ξοδεύεται η πολύτιμη ζωή στο βάναυσο του όλου της.

Χωρίς αναμονή μιας “Κυριακής”, τι άλλο να περιμένουμε άραγε; Το τι μας περιμένει, είναι γνωστό, χωρίς άραγε. Ανόρεχτη ζωή, σαν ανόρεχτη Κυριακή…