Η Γαλάζια Πατρίδα και η σιωπή της Κομισιόν

Του Σωκράτη Αργύρη 

Η τηλεφωνική επικοινωνία στις 19 Μάη 26 μεταξύ μεταξύ της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και του Τούρκου Προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δεν ήταν απλώς μια ακόμη άσκηση ρουτίνας στη γραφειοκρατική σκακιέρα των Βρυξελλών. Αντιθέτως, αποτύπωσε με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τη βαθιά δομική αντίφαση μιας Ευρώπης που παγιδεύεται ανάμεσα στις διακηρυγμένες αξίες της και στον κυνικό γεωπολιτικό ρεαλισμό. 

Η συνομιλία αυτή έλαβε χώρα σε μια εξαιρετικά φορτισμένη συγκυρία, καθώς η Άγκυρα προωθεί μεθοδικά ένα νομοσχέδιο-σταθμό για τη «Γαλάζια Πατρίδα». Σύμφωνα με πληροφορίες και παρουσιάσεις του σχεδίου σε τουρκικά μέσα ενημέρωσης, η νομική αυτή πρωτοβουλία επιχειρεί να θεσμοθετήσει μονομερώς διεκδικήσεις Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) έως και τα 200 ναυτικά μίλια, αμφισβητώντας ευθέως την πλήρη επήρεια των ελληνικών νησιών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, φιλοκυβερνητικοί και εθνικιστικοί κύκλοι στην Τουρκία συνδέουν το υπό διαμόρφωση πλαίσιο ακόμη και με τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», επαναφέροντας δημόσια ζητήματα αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά, νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου.

Αυτός ο εδαφικός και θαλάσσιος αναθεωρητισμός δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, αλλά την οργανική εξέλιξη μιας πάγιας, θεσμοποιημένης επιθετικότητας. Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται το casus belli (η απειλή πολέμου), το οποίο θεσπίστηκε από την τουρκική εθνοσυνέλευση το 1995 και παραμένει ενεργό, ως μια διαρκής δαμόκλειος σπάθη πάνω από την ελληνική κυριαρχία. Η απειλή ενεργοποιείται αυτόματα σε περίπτωση που η Αθήνα ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμά της για επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, όπως ρητά προβλέπει η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Το παράδοξο που σοκάρει την κοινή γνώμη της ευρωπαϊκής περιφέρειας αποτυπώνεται ανάγλυφα στο ίδιο το περιεχόμενο της επίσημης ανακοίνωσης που εξέδωσε η Κομισιόν μετά την επικοινωνία. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο επίσημο κείμενο της ανακοίνωσης δεν υπάρχει καμία απολύτως επίσημη αναφορά για το επίμαχο νομοσχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας». Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιλέγει να προσπεράσει τη βαριά σκιά του αναθεωρητικού νόμου και του casus belli, καταφεύγοντας σε μια προσεκτικά αποστειρωμένη διπλωματική γλώσσα. Η ανακοίνωση εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην ανάδειξη της Τουρκίας ως «βασικού εταίρου σε μια ταραγμένη περιοχή», δίνοντας έμφαση στη συνεργασία για τη διατήρηση ανοιχτών των Στενών του Ορμούζ, τη σταθερότητα των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών και τη διαχείριση της περιφερειακής κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ακόμη και η αναφορά στην Ανατολική Μεσόγειο και το Κυπριακό υποβαθμίζεται σε μια τυποποιημένη, γενικόλογη υπενθύμιση της στήριξης των διαδικασιών υπό τον ΟΗΕ, χωρίς την παραμικρή δημόσια νύξη ή καταδίκη των μονομερών τουρκικών ενεργειών που απειλούν τα σύνορα της ίδιας της Ένωσης.

Αυτή η προσέγγιση της «ήρεμης διπλωματίας», η οποία μέσω της επίσημης ανακοίνωσης, μετατρέπεται στην πράξη σε μια πολιτική κατευνασμού, ξεδιπλώνεται τη στιγμή που η Δύση επιδεικνύει μια πρωτοφανή, σχεδόν πολεμική κινητοποίηση στο μέτωπο της Ουκρανίας. Στην περίπτωση της Μόσχας, οι Ευρωπαίοι πολίτες κλήθηκαν – στο όνομα του διεθνούς δικαίου– να υποστούν ένα βαρύ οικονομικό τίμημα, βλέποντας τον πληθωρισμό να εκτοξεύεται και την ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου να κλυδωνίζεται λόγω της απεξάρτησης από τους ρωσικούς πόρους. Για τον πολίτη του ευρωπαϊκού Νότου, η αντίθεση είναι κραυγαλέα και αποκαλυπτική. Στην περίπτωση του Κιέβου, η Κομισιόν ηγείται μιας εκστρατείας απόλυτου οικονομικού και διπλωματικού αποκλεισμού εναντίον του εισβολέα, στο όνομα του απαραβίαστου των συνόρων και της δημοκρατίας.

Την ίδια ακριβώς στιγμή, ωστόσο, οι Βρυξέλλες κάθονται στο τραπέζι των συζητήσεων και αντιμετωπίζουν ως προνομιακό συνομιλητή ένα καθεστώς που φυλακίζει κορυφαίους πολιτικούς αντιπάλους — από τον Εκρέμ Ιμάμογλου έως τον Σελαχατίν Ντεμιρτάς — περιορίζει συστηματικά την ελευθερία του Τύπου και διατηρεί υπό πίεση κάθε αυτόνομη αντιπολιτευτική φωνή στο εσωτερικό του, καταπατά συστηματικά τα ανθρώπινα δικαιώματα στο εσωτερικό του, και –το κυριότερο– κατέχει στρατιωτικά εδώ και μισό αιώνα το έδαφος ενός κράτους-μέλους της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην περίπτωση του Αιγαίου και της Κύπρου, το διεθνές δίκαιο σχετικοποιείται και υποτάσσεται σε μια επιλεκτική ευαισθησία.

Οι Βρυξέλλες ιεραρχούν ως σημαντικότερη τη διατήρηση της Τουρκίας στο ευρωατλαντικό πλαίσιο, τη διασφάλιση των ενεργειακών ροών και τη συγκράτηση των μεταναστευτικών πιέσεων, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται την υποβάθμιση της αυστηρής εφαρμογής των αρχών που οι ίδιες διακηρύσσουν. 

Η Τουρκία, από την πλευρά της βέβαια, δεν έχει ποτέ διατυπώσει στρατηγική ρήξης με το δυτικό θεσμικό πλαίσιο, παραμένοντας τυπικά εντός του αλλά λειτουργώντας με αυξανόμενη γεωπολιτική αυτονομία και μεταβαλλόμενες συμμαχικές επιλογές. 

Έτσι, ζητήματα κυριαρχίας και διεθνούς δικαίου παύουν να αντιμετωπίζονται ως αδιαπραγμάτευτες αρχές και εντάσσονται σε έναν διαρκή υπολογισμό ισχύος, όπου το πολιτικό κόστος υπερισχύει της θεσμικής συνέπειας.

Η στρατηγική αυτή, η οποία επιχειρεί να εξαγοράσει την τουρκική αυτοσυγκράτηση με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις για αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης, παράγει σοβαρές πολιτικές παρενέργειες στο εσωτερικό των κρατών-μελών. Όταν το υπερεθνικό κέντρο των Βρυξελλών, μέσω τέτοιων ανακοινώσεων, αρνείται να λειτουργήσει ως αυστηρός και δίκαιος εγγυητής της ασφάλειας των ίδιων των μελών του απέναντι σε έναν ορατό αναθεωρητισμό, η έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης απογυμνώνεται από κάθε περιεχόμενο. 

Αυτό το έλλειμμα αξιοπιστίας αποτελεί το πιο γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη ενός νέου, οξύτατου κύματος ευρωσκεπτικισμού. Τα αντιευρωπαϊκά και εθνοκεντρικά κόμματα δεν χρειάζεται πλέον να κατασκευάσουν επιχειρήματα· τους τα προσφέρει έτοιμα η ίδια η Κομισιόν, καθώς η πολιτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών αποδεικνύει στις τοπικές κοινωνίες ότι, στον παγκόσμιο χάρτη της ισχύος, η ευρωπαϊκή ιθαγένεια δεν προσφέρει καμία απόλυτη προστασία απέναντι στον κυνικό ρεαλισμό των μεγάλων δυνάμεων.

Το επιστέγασμα αυτής της στρατηγικής ασάφειας αποτυπώνεται στο ίδιο το ζήτημα της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας. Επισήμως, οι Βρυξέλλες δηλώνουν ότι η ενταξιακή διαδικασία παραμένει ουσιαστικά παγωμένη λόγω της επιδείνωσης του κράτους δικαίου, των διώξεων κατά της αντιπολίτευσης και της συνεχιζόμενης κατοχής μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή, όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφεύγει συστηματικά να κλείσει οριστικά την πόρτα στην Άγκυρα, καλλιεργώντας το μοντέλο μιας «ειδικής σχέσης» με διαρκή γεωπολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα. 

Αυτή η διγλωσσία δημιουργεί εύλογα ερωτήματα στις κοινωνίες του ευρωπαϊκού Νότου: πώς είναι δυνατόν μια χώρα που διατηρεί ενεργό casus belli απέναντι σε κράτος-μέλος της Ένωσης, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και εξακολουθεί να κατέχει παράνομα έδαφος στην Κύπρο μέσω της στρατιωτικής παρουσίας του «Αττίλα», να αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως στρατηγικός εταίρος προς βαθύτερη θεσμική ενσωμάτωση;

Διότι μια Ευρώπη που ανέχεται επιλεκτικά τον αναθεωρητισμό, κινδυνεύει τελικά να απονομιμοποιήσει τις ίδιες τις αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε.