
Toυ Σωκράτη Αργύρη
Η εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη αναδιάταξη κομμάτων. Είναι το σύμπτωμα μιας βαθύτερης κοινωνικής μετατόπισης: της σταδιακής αποσύνδεσης των πολιτών από το μεταπολιτευτικό συμβόλαιο. Η ελληνική κοινωνία δεν βιώνει μόνο οικονομική πίεση ή πολιτική δυσαρέσκεια· βιώνει κρίση νοήματος. Και όταν μια κοινωνία παύει να πιστεύει ότι το πολιτικό σύστημα μπορεί να εκφράσει την πραγματικότητα της ζωής της, τότε γεννιούνται μορφές πολιτικής που δεν βασίζονται τόσο στην ιδεολογία όσο στη συναισθηματική ταύτιση.
Η μεταπολίτευση δεν υπήρξε μόνο μια ιστορική περίοδος δημοκρατικής σταθερότητας. Υπήρξε και ένα άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο: η πεποίθηση ότι κάθε γενιά θα ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη, ότι η δημοκρατία θα συνοδεύεται από κοινωνική πρόοδο και ότι, παρά τις στρεβλώσεις, το κράτος θα λειτουργεί τελικά ως μηχανισμός προστασίας, προοπτικής και κοινωνικής κινητικότητας. Σήμερα δεν αμφισβητούνται μόνο τα κόμματα που διαχειρίστηκαν αυτή την περίοδο· αμφισβητείται η ίδια η υπόσχεση πάνω στην οποία στηρίχθηκε η μεταπολιτευτική Ελλάδα.
Γι’ αυτό και οι νέες πολιτικές εκφράσεις δεν εμφανίζονται απλώς ως εκλογικές εναλλακτικές. Εμφανίζονται ως προσπάθειες επαναδιατύπωσης της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία και την εξουσία σε μια εποχή όπου το μεταπολιτευτικό μοντέλο δείχνει να εξαντλεί τα όριά του.
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα με νέο πολιτικό φορέα και η ταυτόχρονη δημιουργία του κόμματος «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» από τη Μαρία Καρυστιανού δείχνουν ότι το ελληνικό πολιτικό σκηνικό περνά σε μια νέα φάση κατακερματισμού αλλά και αναζήτησης εκπροσώπησης. Αυτό που αλλάζει δεν είναι μόνο οι πολιτικοί συσχετισμοί· αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την ίδια την πολιτική.
Για δεκαετίες, η ελληνική δημοκρατία λειτουργούσε στη βάση μιας σιωπηρής συμφωνίας: οι πολίτες ανέχονταν τις παθογένειες του κράτους, εφόσον διατηρούσαν την ελπίδα κοινωνικής κινητικότητας. Η κρίση όμως διέλυσε αυτή την προσδοκία. Η γενιά που ενηλικιώθηκε μετά το 2010 μεγάλωσε μέσα σε διαρκείς υποσχέσεις μεταρρύθμισης χωρίς πραγματική αίσθηση σταθερότητας. Οι νέοι εργάζονται περισσότερο αλλά αισθάνονται κοινωνικά αόρατοι. Η μεσαία τάξη επιβιώνει με όρους διαρκούς ανασφάλειας. Και το κράτος μοιάζει όλο και περισσότερο με μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων και όχι με φορέας συλλογικού οράματος.
Μέσα σε αυτό το κενό εμφανίζονται δύο διαφορετικοί τύποι πολιτικής έκφρασης.
Από τη μία, ο φορέας που φημολογείται γύρω από τον πρώην πρωθυπουργό επιχειρεί να εκφράσει μια ανάγκη ανασυγκρότησης του προοδευτικού χώρου, αξιοποιώντας τη φθορά του υπάρχοντος κομματικού συστήματος και την αδυναμία της αντιπολίτευσης να παράξει πειστικό αφήγημα εξουσίας. Από την άλλη, η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού είναι κοινωνιολογικά πιο ενδιαφέρουσα, επειδή δεν προέρχεται από τον παραδοσιακό κομματικό μηχανισμό αλλά από ένα συλλογικό τραύμα. Το δυστύχημα των Τεμπών λειτούργησε ως καταλύτης κοινωνικής συνείδησης. Δεν αντιμετωπίστηκε μόνο ως τραγωδία· αντιμετωπίστηκε ως απόδειξη μιας βαθιάς αποσύνθεσης του κράτους.
Αυτό εξηγεί γιατί η κ. Καρυστιανού απέκτησε πολιτική δυναμική πριν ακόμη ιδρύσει κόμμα. Ενσάρκωσε κάτι που λείπει από τη σύγχρονη πολιτική: την ηθική αξιοπιστία. Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι πολιτικοί θεωρούνται επαγγελματίες διαχείρισης εικόνας, η παρουσία ενός προσώπου που γεννήθηκε μέσα από προσωπική απώλεια δημιουργεί διαφορετική σχέση με την κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι η ρητορική του νέου φορέα της βασίζεται στη «δικαιοσύνη», στη «διαφάνεια» και στην «αποκατάσταση της δημοκρατίας». Δεν πρόκειται απλώς για πολιτικά συνθήματα· είναι λέξεις που απαντούν σε μια κοινωνική ανάγκη αποκατάστασης εμπιστοσύνης.
Όμως εδώ βρίσκεται και ο κίνδυνος. Οι κοινωνίες που αισθάνονται προδομένες συχνά αναζητούν όχι πολιτικές λύσεις αλλά πρόσωπα που μοιάζουν ηθικά αδιάβλητα. Και αυτή είναι μια επικίνδυνη μετατόπιση. Όταν η πολιτική οργανώνεται περισσότερο γύρω από το συναίσθημα και λιγότερο γύρω από συγκεκριμένες προτάσεις, τότε η δημόσια συζήτηση χάνει την ψυχραιμία της. Η οργή εύκολα μετατρέπεται σε απόλυτη αλήθεια και κάθε διαφορετική άποψη μοιάζει ύποπτη ή εχθρική. Έτσι, η πολιτική δεν λειτουργεί πια ως χώρος διαλόγου και σύνθεσης αλλά ως πεδίο συνεχούς καταγγελίας, όπου τελικά κυριαρχεί περισσότερο η αγανάκτηση παρά η ουσιαστική λύση των προβλημάτων.
Η Ελλάδα εισέρχεται ακριβώς σε αυτή τη φάση. Οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές Αριστεράς και Δεξιάς αποδυναμώνονται και αντικαθίστανται από μια νέα σύγκρουση: συστημικό εναντίον αντισυστημικού. Το πρόβλημα είναι ότι ο όρος «αντισυστημικός» δεν σημαίνει πια συγκεκριμένη ιδεολογία. Σημαίνει κυρίως συναισθηματική άρνηση της υπάρχουσας κατάστασης. Αυτό επιτρέπει τη συνύπαρξη εντελώς διαφορετικών κοινωνικών ομάδων μέσα στο ίδιο πολιτικό ρεύμα: νέων χωρίς προοπτική, μικρομεσαίων που πιέζονται οικονομικά, πολιτών που αισθάνονται θεσμικά αόρατοι, αλλά και ανθρώπων που απλώς έχουν κουραστεί από τον δημόσιο λόγο της κανονικότητας.
Ο Τσίπρας φαίνεται να προσπαθεί να επανέλθει ως εκφραστής μιας νέας προοδευτικής σύνθεσης. Η Καρυστιανού, αντίθετα, εκφράζει μια μορφή ηθικής εξέγερσης απέναντι στο κράτος. Αυτές οι δύο δυναμικές δεν είναι ίδιες, αλλά συνομιλούν με το ίδιο κοινωνικό υπόστρωμα: την κρίση εμπιστοσύνης.
Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι οι νέοι αυτοί φορείς δεν γεννιούνται μέσα σε περίοδο ελπίδας αλλά μέσα σε περίοδο εξάντλησης. Και οι εξαντλημένες κοινωνίες δεν ζητούν μεγάλα οράματα. Ζητούν αξιοπρέπεια, σταθερότητα και αίσθηση δικαιοσύνης. Ο σύγχρονος ψηφοφόρος δεν περιμένει πια να αλλάξει ο κόσμος· θέλει απλώς να πάψει να αισθάνεται αβοήθητος απέναντι σε αυτόν.
Γι’ αυτό και η επόμενη πολιτική περίοδος στην Ελλάδα θα είναι λιγότερο ιδεολογική και περισσότερο ψυχολογική. Η πολιτική μάχη δεν θα κριθεί μόνο στα οικονομικά προγράμματα αλλά στην ικανότητα κάθε φορέα να παράγει συλλογικό συναίσθημα. Ποιος μπορεί να πείσει ότι καταλαβαίνει την κοινωνική κόπωση; Ποιος μπορεί να μιλήσει χωρίς τον κυνισμό της επαγγελματικής πολιτικής; Ποιος μπορεί να αποκαταστήσει την αίσθηση ότι το κράτος δεν λειτουργεί αποκλειστικά υπέρ των ισχυρών;
Η βαθύτερη αλήθεια είναι ότι η ελληνική κοινωνία δεν ψάχνει απλώς νέο κόμμα. Ψάχνει νέα σχέση με την εξουσία. Και αυτό είναι πολύ δυσκολότερο. Γιατί απαιτεί όχι μόνο αλλαγή προσώπων αλλά αλλαγή πολιτικής κουλτούρας. Απαιτεί πολιτικούς που να μπορούν να μιλήσουν για ευθύνη χωρίς ηθικολογία, για πατρίδα χωρίς εθνικισμό, για κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς συνθήματα.
Αν οι νέοι πολιτικοί φορείς αποτύχουν να κατανοήσουν αυτή τη βαθύτερη κοινωνική μεταβολή, θα εξελιχθούν απλώς σε ακόμη ένα επεισόδιο της ελληνικής πολιτικής φθοράς. Αν όμως καταφέρουν να εκφράσουν το υπαρξιακό άγχος μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι χάνει τον έλεγχο της ζωής της, τότε ίσως δεν αποτελέσουν απλώς ένα ακόμη πολιτικό επεισόδιο, αλλά ένδειξη ότι η μεταπολιτευτική πολιτική γλώσσα εισέρχεται σε φάση βαθιάς ανασύνταξης.

