Λεωφορείο ο πόθος

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Όταν ο Τενεσί Ουίλιαμς έγραφε το «Λεωφορείο ο Πόθος», αποτύπωνε με τρόπο σπαρακτικό την τραγική σύγκρουση ανάμεσα στις χαμένες ψευδαισθήσεις του παρελθόντος και την αδυσώπητη, σκληρή πραγματικότητα. Η Μπλανς Ντιμπουά, εγκλωβισμένη στα δικά της φαντάσματα, επιβιβάζεται σε ένα μέσο που την οδηγεί νομοτελειακά στην καταστροφή, ψάχνοντας απεγνωσμένα μια διέξοδο από το τέλμα της ύπαρξής της. Στην ελληνική αστική πραγματικότητα, η τραγικότητα του έργου δεν μεταφέρεται στο θεατρικό σανίδι, αλλά μετακομίζει αυτούσια στις στάσεις των αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Μόνο που εδώ, ο επιβάτης δεν υποφέρει από υπαρξιακή αγωνία, αλλά από το γεγονός ότι το δικό του λεωφορείο, σε αντίθεση με εκείνο του συγγραφέα, αρνείται πεισματικά να εμφανιστεί στον ορίζοντα, μετατρέποντας το δράμα σε μια πρώτης τάξεως, σουρεαλιστική κωμωδία.

Όταν λοιπόν οι πολιτικοί μας αρχηγοί αποφασίζουν να ανεβάσουν τη δική τους παράσταση, υπόσχόμενοι δωρεάν μετακινήσεις, η συζήτηση αφήνει πίσω της κάθε ίχνος σοβαρότητας. Οι προτάσεις για καθολικά δωρεάν εισιτήρια –ή έστω με την απαραίτητη εξαίρεση των τουριστών, για να μην χάσουμε και το εθνικό μας φιλότιμο– μοιάζουν με μια προσπάθεια των πολιτικών ανδρών να παραστήσουν τους μεγαλοπρεπείς ευεργέτες σε έναν κόσμο που οι ίδιοι γνωρίζουν μόνο από τις δορυφορικές χαρτογραφήσεις. Είναι πραγματικά απολαυστικό να παρακολουθεί κανείς αρχηγούς κομμάτων να εισηγούνται τη δωρεάν είσοδο σε οχήματα, στα οποία αν οι ίδιοι επιβιβάζονταν σε ώρα αιχμής, θα χρειάζονταν προσωπική φρουρά όχι για την ασφάλειά τους, αλλά για να τους βοηθήσει να χωρέσουν ανάμεσα στην πίσω πόρτα και το παρμπρίζ.

Η κυβερνητική παράταξη, από την άλλη, ανέλαβε αμέσως τον ρόλο του αυστηρού λογιστή που καταγγέλλει τον «συγκοινωνιακό λαϊκισμό». Το επιχείρημα ότι η κατάργηση του εισιτηρίου θα τινάξει στον αέρα τα οικονομικά των οργανισμών είναι συγκλονιστικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι οργανισμοί αυτοί είναι ήδη μόνιμα ελλειμματικοί, συντηρούμενοι από τους ίδιους ακριβώς φορολογούμενους που τώρα «προστατεύονται» από τη δωρεάν παροχή. Η επίσημη γραμμή ότι πρέπει πρώτα να αναβαθμίσουμε τον στόλο και μετά να σκεφτούμε τις τιμές ακούγεται ως ένα εξαιρετικό ανέκδοτο, ειδικά για όποιον γνωρίζει ότι η «αναβάθμιση» στην Ελλάδα συνήθως σημαίνει την ενοικίαση μεταχειρισμένων οχημάτων από το εξωτερικό, τα οποία ανακαλύπτουν με έκπληξη ότι οι ελληνικές ανηφόρες δεν μοιάζουν με τους επίπεδους αυτοκινητόδρομους της κεντρικής Ευρώπης.

Στο μεταξύ, η καθημερινή εμπειρία στις στάσεις προσφέρει σκηνές που θα ζήλευαν και οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες του παραλόγου. Ο μέσος πολίτης στέκεται κάτω από το στέγαστρο, κοιτάζοντας την οθόνη της τηλεματικής με την ίδια αγωνία που ένας παίκτης του καζίνο κοιτάζει τη ρουλέτα. Η ένδειξη «Γραμμή 140: 5 λεπτά» παραμένει σταθερή για περίπου ένα τέταρτο, πριν μεταβληθεί ξαφνικά σε «12 λεπτά» και τελικά εξαφανιστεί εντελώς, αφήνοντας τον επιβάτη με την απορία αν το λεωφορείο πέρασε σε μια άλλη διάσταση ή αν απλώς ο οδηγός αποφάσισε να σταματήσει για καφέ. Όταν το όχημα τελικά καταφθάνει, η διαδικασία της επιβίβασης θυμίζει μάχη επιβίωσης: οι επιβάτες συμπιέζονται με τέτοια μαεστρία, ώστε οι κοινωνικές αποστάσεις εκμηδενίζονται και η έννοια του προσωπικού χώρου καταργείται οριστικά, δημιουργώντας μια αναγκαστική, θερμή ανθρώπινη κοινότητα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι υπόλοιπες δυνάμεις της αντιπολίτευσης δεν θα μπορούσαν να μείνουν άπραγες, μπαίνοντας με ενθουσιασμό στον χορό της πλειοδοσίας. Άλλα κόμματα σπεύδουν να χαρακτηρίσουν τις προτάσεις των αντιπάλων τους ως «τσιγκουνιές», ζητώντας όχι μόνο δωρεάν λεωφορεία, αλλά πιθανότατα και δωρεάν σνακ κατά τη διάρκεια της διαδρομής για την αποζημίωση της αναμονής. Η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε ένα άτυπο παζάρι, όπου ο καθένας προσφέρει κάτι παραπάνω σε μια υπηρεσία που στην πράξη αδυνατεί να καλύψει ακόμα και τα βασικά. Υπόσχονται δωρεάν εισιτήρια για μια παράσταση που οι μισοί ηθοποιοί έχουν κάνει απεργία και το θέατρο δεν έχει θέρμανση, αλλά απαιτούν από το κοινό να τους καταχειροκροτήσει για την κοινωνική τους ευαισθησία.

Το «Λεωφορείο ο Πόθος» της ελληνικής πολιτικής σκηνής είναι, σε αντίθεση με το έργο του Ουίλιαμς, μια καθαρή κωμωδία παρεξηγήσεων. Η υπόσχεση της δωρεάν μετακίνησης, χωρίς την παράλληλη ύπαρξη ενός δικτύου που να λειτουργεί με στοιχειώδη ακρίβεια, είναι απλώς ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα.

Ο πραγματικός, βαθύς πόθος του πολίτη δεν είναι να γλιτώσει το αντίτιμο ενός εισιτηρίου για να ταξιδέψει σαν σαρδέλα, αλλά να μπορεί να προγραμματίσει τη ζωή του χωρίς να εξαρτάται από την τύχη και τη μοίρα.  Μέχρι να γίνει αυτό κατανοητό, οι πολιτικοί θα συνεχίζουν να μοιράζουν δωρεάν ελπίδες και οι πολίτες θα συνεχίζουν να περπατούν, διαπιστώνοντας ότι η πιο αξιόπιστη δημόσια συγκοινωνία παραμένει, τελικά, τα δικά τους παπούτσια.