Μπαμπούσκες

Του Ιωάννη Δαμίγου

  Όσα παθήματα επαναλαμβάνονται δεν καταλήγουν σε μαθήματα, όταν ο παθών παραμένει απαίδευτος ακούσια εκούσια, καταλήγοντας επαίτης της επίτευξης κάποιου θαύματος, από το πουθενά. Δεινοπαθούντες πολίτες και μη, μηρυκάζουν την καθημερινότητα, ακολουθώντας πειθήνια την αναπόφευκτη προσαρμογή στο σύστημα, όπου αποδέχτηκαν την θέση του θεατή αλλά και του άπραγου θύματος. 

  Σε έναν τόπο παραγωγής σκανδάλων και προβλημάτων, κι ενώ παντού γύρω όλα αλλάζουν με τρομαχτική ταχύτητα, η στασιμότητα, αν όχι η οπισθοδρόμηση, πρωταγωνιστεί αρνητικά. Ενώ όλα μας προσπερνούν χαιρετώντας μας σαν παρελθόν, εμείς παραμένουμε εμμονικά προσκολλημένοι στα ίδια προβλήματα, χωρίς την δυνατότητα αλλά και ικανότητα να αντικρύσουμε απλά και μόνο αυτό το αύριο, που έρχεται έκπληκτα σαν εχθές! Σαν μοναδική λύση, προβάλλεται η ανακύκλωση αποτυχημένων κομμάτων, η προσβλητική (για νοήμονες) προβολή αποτυχημένων γερόντων, σε φρικιαστική επανάληψη κουρασμένων μανιφέστων λαϊκισμού, που τολμούν με περίσσιο θράσος να προτείνουν την κατάργηση εισιτηρίου των αν όχι ανύπαρκτων, αλλά απαράδεκτων Μέσων Μαζικής Μεταφοράς σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη! Έρχεται να προστεθεί ένα επιπλέον λαϊκίστικο επιχείρημα, πέρα αυτών των επιδομάτων ντροπής, ως μια “προοδευτική” συνέχεια στα προηγούμενα προκλητικά! Κι όμως περνά στις λαϊκές μάζες, σαν μέτρο προσφοράς στον εργαζόμενο και μετακινούμενο φουκαρά πολίτη, που χαϊδεύει τα κουφά πια αυτιά του στην λογική. Καθημερινά και ένα χρόνο πριν, το μονοπώλιο των στείρων τηλεοπτικών παραθύρων, βομβαρδίζει το ανόητο κοινό με λεπτομερείς περιγραφές και αναφορές περί των αδιάφορων συμβάντων στα κόμματα. Προσπαθώντας έτσι να κεντρίσει το ενδιαφέρον ενός αδιάφορου και απομονωμένου όχλου, σε ένα ατέρμονο και τραγικό παιχνίδι αναγκαστικής επιλογής του επόμενου απατεώνα εκ των πραγμάτων (των αριθμών) διαχειριστή, των μόνιμα υπαρκτών μνημονίων. Μπαμπούσκες τα κόμματα, όπου μέσα του, κάθε ένα και όλα μαζί ξεχωριστά, κρύβουν μια άλλη και πιο αντικοινωνική μπαμπούσκα, αυτή της “ανάγκης” επιβολής νέων φόρων, με μειώσεις μισθών και συντάξεων. Η συμμετοχή στο γίγνεσθαι της πολιτικής, απαιτεί την συνειδητή μετά λόγου γνώσεως προοπτική, γνώρισμα του ανθρώπου που τον ωθεί στην χάραξη στρατηγικής και τακτικής. Αντίθετα, η προσφερόμενη με υποκατάστατα επιλογή, προσβάλει και αφαιρεί την γνωσιακή ικανότητα και δυνατότητα ελεύθερης και λογικών δεδομένων και επιχειρημάτων, επιλογής. Όταν και εάν συμβεί κάτι τέτοιο, από υποκείμενο μετατρέπεσαι σε αντικείμενο χειραγώγησης και υπηρέτης ξένων συμφερόντων, αγνοώντας αυτά τα αναγκαία που θα αφορούσαν ταυτόχρονα τόσο στην προσωπική αλλά και συλλογική κτήση ποιότητας ζωής. Οι παραλλαγές ενός και του αυτού, που προβάλλονται σε φριχτή επανάληψη, με κατ’ επίφαση διαφορές λόγου, αλλά σύμπτωση πράξεων, καταδεικνύουν το αδιέξοδο της καθεστηκυίας τάξης, που βρίσκει όμως εύφορο έδαφος σε αδαείς πολίτες, εκπαιδευμένους κατάλληλα από το έξυπνο σύστημα. Και είναι τελικώς, οι μόνιμα μεταφερόμενοι από το ένα κόμμα στο άλλο, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, παρά μόνο όταν είναι πολύ αργά, πως απλώς πέρασαν στο άλλο δωμάτιο της ίδιας οικίας. Και θαρρούν πως κάποιοι είναι σοσιαλιστές, άλλοι πως είναι αριστεροί, ενώ στο τέλος της ημέρας ξαπλώνουν εξουθενωμένοι στην ίδια άβολη κρεβατοκάμαρα του “περίπου”. Οι μπαμπούσκες των κομμάτων στο τέλος, όταν δεν καταφέρουν κατά μόνας να φέρουν το έργο τους σε πέρας, θα περιλάβουν η μια εντός της άλλης να το περαιώσουν, καθώς δεν έχουν αναμεταξύ των επιμέρους διαφορές. Θα ομονοήσουν επιτήδεια, καθ’ ότι το εθνικό συμφέρον το απαιτεί, προς ικανοποίηση του πλήθους. Πολλοί από τους επαγγελματίες και αιώνιους ρολίστες, θα βρουν μια θέση στο νέο “οικουμενικό” εγχείρημα, που για αρκετά μεγάλο διάστημα κάθε άλλη φωνή αντίδρασης, θα απομονωθεί πάραυτα. 

  Το έλλειμμα των Ελλήνων πολιτών ως προς την επιλογή ψήφου εντοπίζεται κυρίως στην κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα, στο έλλειμμα αντικειμενικής ενημέρωσης και στην επικράτηση της συναισθηματικής ή τιμωρητικής ψήφου, έναντι της ορθολογικής αξιολόγησης των προγραμμάτων, αλλά και ελέγχου τήρησης αυτών. Το δε ορθολογικό κενό καλύπτεται συχνά από απλοϊκά, επικοινωνιακά συνθήματα που στοχεύουν στο συναίσθημα και όχι στη λογική. Απέχουμε πολύ, από το να εξαναγκάσουμε τα κόμματα σε συμμόρφωση με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, έστω και κατά προσέγγιση. Όσο η συνείδηση, μετά λόγου γνώσεως απουσιάζει, η ψήφος θα παράγει μπαμπούσκες.