Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης στο Τσίρκο της Κουμουνδούρου

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Αν ο μέγας Ιάκωβος Καμπανέλλης, αυτός ο απαράμιλλος ανατόμος της νεοελληνικής ψυχής και των κοινωνικών μας αντιφάσεων, μπορούσε να σηκωθεί για λίγο από το θεωρείο της ιστορίας και να αντικρίσει το σημερινό προοδευτικό τσίρκο, δεν θα χρειαζόταν να γράψει ούτε μία νέα ατάκα. Θα του αρκούσε να ξεσκονίσει το χειρόγραφο από τα Τέσσερα πόδια του τραπεζιού, εκείνη την αθάνατη, πικρή κωμωδία του 1978, και να τη στείλει με συστημένο courier στα κεντρικά γραφεία της Κουμουνδούρου ή στα νεότευκτα ορμητήρια των πάσης φύσεως δημοκρατικών κινημάτων και κινημάτων δημοκρατίας. Τότε, ο Καμπανέλλης σατίριζε τη γέννηση και τις λυσσαλέες ίντριγκες της εγχώριας αστικής τάξης, όπου επτά αδέλφια-κληρονόμοι σφάζονταν στο γόνατο για το πενήντα ένα τοις εκατό των μετοχών μιας επιχείρησης, ενώ ο υπέργηρος πατέρας-ιδρυτής παρέμενε σε κατάσταση φυτού, μια ζωντανή-νεκρή δικαιολογία για να μην αναλάβει κανείς την πραγματική ευθύνη του μέλλοντος. Σήμερα, η ιστορία επαναλαμβάνεται όχι ως φάρσα, αλλά ως ένα ατέρμονο, σουρεαλιστικό νούμερο επιθεώρησης, όπου η ηγεσία της Αριστεράς μετατράπηκε σε μια παρέα κληρονόμων που τσακώνονται για μια άδεια τάβλα, την ώρα που το ίδιο το τραπέζι έχει σαπίσει από το σαράκι και τα πόδια του έχουν γίνει καυσόξυλα.

Το πιο απολαυστικό και ταυτόχρονα θλιβερό στοιχείο αυτής της σύγχρονης παράστασης είναι το σπαρταριστό φαινόμενο των στελεχών που έχουν αναγάγει το τέντωμα των κάτω άκρων σε επιστήμη. Μιλάμε για τους ακροβάτες της πολιτικής επιβίωσης, τους ανθρώπους που καταφέρνουν το βιολογικό θαύμα να πατούν με το ένα πόδι στο παραδοσιακό κόμμα, διεκδικώντας την ιστορική συνέχεια  και τα κρατικά προνόμια, και με το άλλο πόδι στην ΕΛΑΣ, στο νέο σχήμα του πρώην αρχηγού, ή σε οποιαδήποτε άλλη θνησιγενή πολιτική βάρκα εμφανιστεί στον ορίζοντα. Είναι οι ίδιοι ακριβώς χαρακτήρες που ο Καμπανέλλης περιέγραφε να κάνουν υπόγειες συμφωνίες στους διαδρόμους, να ορκίζονται αιώνια πίστη στην ενότητα της οικογένειας το πρωί και το βράδυ να υπογράφουν σύμφωνα συμβίωσης με τον ανταγωνιστή. Στη σημερινή εκδοχή, ο σύντροφος-ακροβάτης κάθεται στα έδρανα της Βουλής, νομίζει ότι εισπράττει το κύρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης που πλέον χάθηκε, δηλώνει πιστός στις αξίες της ριζοσπαστικής αλλαγής, αλλά το κινητό του κάτω από το έδρανο παίρνει φωτιά με μηνύματα προς τη νέα πλατφόρμα, ρωτώντας αν η θέση του εκπροσώπου τύπου στο καινούργιο μαγαζί είναι ακόμα διαθέσιμη.

Αυτή η πολιτική διπλοπροσωπία δεν είναι απλώς καιροσκοπισμός, είναι μια ολόκληρη υπαρξιακή στάση που πηγάζει από την απόλυτη άρνηση να αντικρίσουν την πραγματικότητα. Όπως τα αδέλφια στο έργο του Καμπανέλλη ζούσαν με την ψευδαίσθηση ότι διοικούσαν μια πανίσχυρη αυτοκρατορία ενώ ο κόσμος γύρω τους άλλαζε, έτσι και οι σύγχρονοι αριστεροί κληρονόμοι αρνούνται να καταλάβουν ότι η μεγάλη επιχείρηση έχει βαρέσει κανόνι. Έχασαν εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους, οι κάλπες άδειασαν, οι δημοσκοπήσεις τους στέλνουν στα τάρταρα της πολιτικής ασημαντότητας, κι εκείνοι συνεχίζουν να τσακώνονται για το ποιος θα κρατάει το σφυρί της Κεντρικής Επιτροπής και ποιος θα κλειδώνει τις πόρτες του συνεδρίου. Είναι μια λυσσαλέα μάχη για το τίποτα, ένας εμφύλιος σε ένα άδειο δωμάτιο, όπου ο καθένας προσπαθεί να κλέψει το τελευταίο ασημικό πριν έρθει ο δικαστικός επιμελητής να κατασχέσει ακόμα και τις καρέκλες.

Η ειρωνεία γίνεται ακόμα πιο κοφτερή αν αναλογιστεί κανείς την ιδεολογική καταγωγή αυτού του δράματος. Ο Καμπανέλλης, άνθρωπος της Αριστεράς με βαθιά κοινωνική συνείδηση και προσωπικές θυσίες, έγραψε το έργο για να ξεσκεπάσει την υποκρισία του κεφαλαίου και τον κανιβαλισμό της αστικής ιδιοκτησίας. Πού να φανταζόταν ότι μερικές δεκαετίες αργότερα, οι ίδιοι οι επίγονοι της δικής του παράταξης θα εφάρμοζαν τον ίδιο ακριβώς κανιβαλισμό, τις ίδιες ραδιουργίες και τις ίδιες δολοφονίες χαρακτήρων, όχι για τα πλούτη μιας βιομηχανίας, αλλά για τα ιμάτια ενός ηττημένου πολιτικού σχηματισμού. Οι σύντροφοι αποδείχθηκαν άριστοι μαθητές των μεθόδων που κάποτε κατήγγειλαν. Μελέτησαν τις καταστατικές διαδικασίες όχι για να παράγουν πολιτική, αλλά για να βρουν τα νομικά παραθυράκια που θα τους επιτρέψουν να πετάξουν τον αντίπαλο έξω από το σπίτι. Κάθε συνεδρίαση οργάνου θυμίζει πλέον τη σκηνή της ανάγνωσης της διαθήκης, όπου όλοι κοιτάζουν τον διπλανό τους με καίριο μίσος, έτοιμοι να αμφισβητήσουν τη γνησιότητα της υπογραφής.

Και μέσα σε όλο αυτό το κομφούζιο, ο απλός κόσμος, οι εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόροι που κάποτε πίστεψαν σε ένα όραμα αλλαγής, παρακολουθούν από την πλατεία με το στόμα ανοιχτό. Βλέπουν τους εκπροσώπους τους να μεταλλάσσονται σε φιγούρες του θεάτρου σκιών, να αλλάζουν κόμματα σαν πουκάμισα, να ονομάζουν τη φυγή «ηρωική έξοδο» και την καρέκλα «χρέος προς τη δημοκρατία». Το τραπέζι του Καμπανέλλη δεν έχει πλέον τέσσερα πόδια, έχει εκατοντάδες μικρά ποδαράκια, σαν έντομο που προσπαθεί να ξεφύγει προς όλες τις κατευθύνσεις για να γλιτώσει το πάτημα. 

Όσοι μένουν πίσω φωνάζουν για προδοσία και αποστασία, όσοι φεύγουν μιλούν για κάθαρση και νέα αρχή, αλλά στο βάθος του κάδρου το μόνο που ακούγεται είναι ο θόρυβος της πτώσης. Η Αριστερά, που κάποτε φιλοδοξούσε να αλλάξει τον κόσμο, κατάφερε τελικά να αλλάξει μόνο τον Κανονισμό της Βουλής, χαρίζοντας το προνόμιο της αξιωματικής αντιπολίτευσης στους επόμενους, ενώ η ίδια αποσύρεται στα παρασκήνια, κουβαλώντας στις πλάτες της την τάβλα ενός τραπεζιού που δεν μπορεί πλέον να σταθεί πουθενά όρθιο.

Αν υπάρχει ένα δίδαγμα από αυτή την ατέρμονη θεατρική σεζόν, είναι ότι η πολιτική χωρίς κοινωνικό έρεισμα μετατρέπεται νομοτελειακά σε κακόγουστη φάρσα. Όταν το μόνο που σε νοιάζει είναι να κρατηθείς στην ηγεσία μιας επιχείρησης που έχει χρεοκοπήσει, το μόνο που καταφέρνεις είναι να γίνεις ο ήρωας σε μια κωμωδία που κανείς δεν θέλει πια να πληρώσει εισιτήριο για να δει. Ο Καμπανέλλης το ήξερε καλά και γι’ αυτό το έργο του τελειώνει με τους ήρωες σε απόγνωση, να συνειδητοποιούν ότι επένδυσαν σε ένα μέλλον που δεν τους ανήκει. 

Οι σημερινοί πρωταγωνιστές, ωστόσο, στερούνται ακόμα και αυτής της τραγικής επίγνωσης. Θα συνεχίσουν να πατούν με το ένα πόδι εδώ και με το άλλο εκεί, κάνοντας σπαγκάτο πάνω από το πολιτικό κενό, μέχρι η ίδια η βαρύτητα της ιστορίας να τους προσγειώσει ανώμαλα στο έδαφος, αφήνοντάς τους να αναρωτιούνται ποιος τους έκλεψε το τραπέζι κάτω από τα πόδια.