
«Στην Ελλάδα η επιτυχία είναι ποινικό αδίκημα».
Ελένη Βλάχου
Αλήθειες και μύθοι
Όπως προκύπτει από όσα έχουν αναφερθεί έως τώρα, η επιτυχημένη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων είχε την υπογραφή της Γιάννας Αγγελοπούλου. Παραδόξως όμως –αν όχι και τόσο, για τα ελληνικά ήθη– η επιτυχία την έβαλε στο στόχαστρο πολιτικών, επιχειρηματιών και ΜΜΕ.
Το επίτευγμα του Αυγούστου εγκαταλείφθηκε για να μην τη συνοδεύει ως αποτέλεσμα με συνέχεια. Από κάποιες πλευρές προβλήθηκε ακόμη και ως… επιζήμιο. Από ένα σημείο και πέρα, η Γιάννα έπρεπε να αποδείξει ότι δεν ήταν ελέφαντας. Και το ερώτημα ήταν πάντα: «Γιατί ακριβώς κατηγορείται; Σε τι έβλαψε τη χώρα;» Ποτέ δεν υπήρξε απάντηση. Το είδος των επιθέσεων που δέχθηκε φωτογράφιζε συχνά και τους υποκινητές: Παράγοντες που απομυζούσαν για χρόνια τον κρατικό προϋπολογισμό ως προμηθευτές του δημοσίου έγιναν τιμητές. Ενίοτε η πραγματική αιτία της «κριτικής» ήταν η άρνησή της να συνταχθεί με κάποιους σε… επιχειρηματικά «σχέδια» που της πρότειναν.
«Εμείς οι δύο θα μπορούσαμε να κυριαρχήσουμε για χρόνια», της είπε ισχυρός παράγων της εποχής, όταν απέρριψε τον συνεταιρισμό που της παρουσίασε.
Η συστηματική στοχοποίηση, μετά τη διεκδίκηση και οργάνωση των Αγώνων, ενίοτε κατέφευγε σε μομφές του τύπου: Ήταν… πλούσια, ντυνόταν ακριβά, κάπνιζε πούρα, έκανε σκι στην Κουρσεβέλ και… λίφτινγκ. Ακόμα και ότι χόρεψε στις κερκίδες του Ολυμπιακού Σταδίου – από τη χαρά της για την επι- τυχία των Αγώνων.
«Τη Γιάννα λατρεύουμε να τη μισούμε, γιατί είναι αποτελεσματική –“she gets the job done”– και έτσι μπαίνει στο μάτι πολλών που δεν είναι», έγραψε στην Καθημερινή ο Ανδρέας Δρυμιώτης.
Συχνά οι επιθέσεις στο πρόσωπό της είχαν ως βάση ορισμένους μύθους που κατασκεύαζαν προηγουμένως όσοι τις οργάνωναν.
Πρώτο: Η σχέση με τους Αγώνες
Καλλιεργήθηκε η εντύπωση ότι επρόκειτο για υπόθεση την οποία η ίδια προκάλεσε, από… φιλοδοξία και έστειλε τον λογαριασμό στο κράτος. Ήταν παράλογο. Την απόφαση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν την πήρε η Γιάννα, αλλά οι κυβερνήσεις. Για την ακρίβεια, η διεκδίκηση και οργάνωση των Αγώνων ήταν υπόθεση τριών διαφορετικών πρωθυπουργών. Από τη Γιάννα και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο ζητήθηκε να φέρουν τους Αγώνες στην Αθήνα. Αποχώρησαν όταν το πέτυχαν, αλλά η Γιάννα κλήθηκε εκ νέου και επειγόντως από την κυβέρνηση Σημίτη –με σύμφωνη γνώμη της αντιπολίτευσης– να τους διασώσει λίγο πριν η αποτυχία στη διοργάνωση ανατινάξει τη χώρα. Αγωνίστηκε τέσσερα χρόνια, οδήγησε σε καθολικά αναγνωρισμένη επιτυχία και πλήρωσε με την υγεία της. Τι ακριβώς θα μπορούσε να της καταλογίσει οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος;
Την ευθύνη για τα έργα – το κόστος και τη διαχείρισή τους είχε η κυβέρνηση. Ο δικός της προϋπολογισμός στην Οργα- νωτική Επιτροπή ήταν πλεονασματικός.
Στην Αγγλία θα είχε ήδη τίτλο ευγενείας. Στην Ελλάδα πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες απλώς… ανησύχησαν ότι με το κεφάλαιο και την αύρα των Ολυμπιακών Αγώνων θα εφορμούσε στην πολιτική σκηνή.
Είχαν ίσως υπόψη το προηγούμενο του Μιτ Ρόμνεϊ στην Αμερική: Μετά την επιτυχία του στη διοργάνωση των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Σολτ Λέικ Σίτι το 2002, έβαλε πλώρη για την προεδρία των ΗΠΑ.
Για να την κοντύνουν όμως άρχισαν να απαξιώνουν τον διεθνή θρίαμβο της χώρας. Ή να τον παρακάμπτουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ΝΔ ως κόμμα δεν τίμησε δημόσια και επίσημα την επιτυχία των Αγώνων – πόσο μάλλον την ίδια την Αγγελοπούλου.
Μόνο ο Γ. Παπανδρέου την κάλεσε στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το 2005. Και ο διάδοχός του Βαγγέλης Βενιζέλος –με βαθιά γνώση της προετοιμασίας των Αγώνων, ως αρμόδιος υπουργός επί Σημίτη– είχε πάντα έναν ξεχωριστό έπαινο:
«Η Οργανωτική Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων υπό τη Γιάννα Αγγελοπούλου έκανε μια αποδεδειγμένα θαυμάσια δουλειά, η οποία έχει επαινεθεί και έχει μείνει και στη διεθνή και στην εθνική μνήμη».
Εκτός από την αναγόρευσή της σε πρέσβειρα εκ προσωπικοτήτων –από την κυβέρνηση Σημίτη το 1998, για τις υπηρεσίες της στη διεκδίκηση των Αγώνων–, ο Κωστής Στεφανόπουλος, ως πρόεδρος της Δημοκρατίας, της απένειμε τον Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής, την ανώτατη τιμή σε πολίτη για τη διεξαγωγή τους.
Νοσηλευόταν στην Ελβετία – το τίμημα της επιτυχίας.
Δεν μπόρεσε να βρίσκεται στην τελετή απονομής του σταυρού. Στον διεθνή χώρο εξακολουθούν να την τιμούν. Πρόσφατα στο Βουκουρέστι, η Γενική Συνέλευση των Ευρωπαϊκών Ολυμπιακών Επιτροπών τη βράβευσε με το Βραβείο της Ολυμπιακής Δάφνης, «για εξαιρετικές υπηρεσίες στην προ- ώθηση του αθλητικού ιδεώδους και των ολυμπιακών αξιών, ως προέδρου της Οργανωτικής Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας».
Οὐδείς προφήτης ἐν τῇ αὐτοῦ πατρίδι; Μάλλον κάτι χειρότερο: Εκτός από τον προφήτη, πυροβολείται και η πατρίδα…
Δεύτερο: Η πολιτική και τα ΜΜΕ
Κατά καιρούς προβλήθηκε ότι η Γιάννα Αγγελοπούλου φιλοδοξούσε να ιδρύσει κόμμα, να γίνει πρωθυπουργός, πρόεδρος της Δημοκρατίας, δήμαρχος Αθηναίων, ενδεχομένως και αρχιεπίσκοπος.
Ωστόσο αυτά δεν ήταν ποτέ –ορατά τουλάχιστον– στους σχεδιασμούς της. Όσοι την ξέρουν, λένε ότι, αν τα ήθελε, θα τα είχε επιτύχει. Αλλά θα ήταν μάλλον ασφυκτικά για το ταπεραμέντο της.

Οι επιθέσεις εντάθηκαν όταν, το 2006, απέκτησε τη συντηρητική εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος. Ως μέσο ενημέρωσης εξ ορισμού προκαλούσε ανταγωνισμούς και… υπόνοιες (!) ότι θα την καταστήσει πρόσωπο ισχύος – σαν να μην ήταν δικαίωμά της.
Είχαν προηγηθεί ανάλογες εκτιμήσεις, όταν ακούστηκε ότι θα αποκτήσει την εκδοτική εταιρεία Πήγασο – που διέθετε το Έθνος και συμμετοχή στον τηλεοπτικό σταθμό Mega. Η οικογένεια Μπόμπολα δεν μπορούσε να την κρατήσει, λόγω της νομοθεσίας για τον «βασικό μέτοχο» – που κατέπεσε τελικά.
Όταν το 2009 οι Αγγελόπουλοι έδωσαν τέλος στην εκδοτική τους περιπέτεια, ορισμένοι καταλόγιζαν στη Γιάννα ότι «έκλεισε την εφημερίδα και άφησε τον κόσμο στον δρόμο».
Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική.
Ανέλαβαν μια χρεοκοπημένη επιχείρηση, που δεν πλήρωνε κανέναν, και μια εφημερίδα έτοιμη για κλείσιμο. Διέθεσαν τεράστια κονδύλια –υγιούς προέλευσης–, αύξησαν το προσωπικό και τις αποδοχές, δημιούργησαν νέες υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις και τις καλύτερες συνθήκες στις οποίες εργάστηκαν ποτέ δημοσιογράφοι, πλήρωναν αδιαλείπτως τα ασφαλιστικά Ταμεία και τους φόρους.
Όταν η προσπάθεια δεν απέδωσε και η ζημιά διογκώθηκε υπέρμετρα, αποσύρθηκαν. Αποζημίωσαν τους πάντες με το παραπάνω και, μόλις πουλήθηκε ο τίτλος, μοίρασαν το τίμημα στο προσωπικό. Ποιος άλλος τα έκανε αυτά στα εκδοτικά χρονικά;
Στους δημοσιογραφικούς κύκλους είναι ευρέως αποδεκτό ότι θα ήταν προς το συμφέρον της ενημέρωσης στην Ελλάδα να παραμείνουν στον εκδοτικό χώρο.
Διέθεταν επαρκή κεφάλαια και δεν επιδίωκαν να εξυπηρετήσουν συμφέροντα με εκδοτικές πιέσεις σε κυβερνήσεις και πολιτικούς, ή με συμβιβασμούς. Οπότε εξασφάλιζαν τη βασική προϋπόθεση στη δημοσιογραφία: την ανεξαρτησία.
Είχαν καλές προθέσεις – και σ’ αυτόν τον τομέα. Αλλά απέτυχαν, γιατί δεν γνώριζαν τα… μυστικά του βάλτου.
Τρίτο: η «ΣΥΡΙΖοποίηση»
Μία δεκαετία μετά τους Αγώνες, άρχισε να φημολογείται ότι η οικογένεια της Γιάννας έχει καλές σχέσεις τον Αλέξη Τσίπρα και άλλα παρεμφερή. Διακινήθηκε μάλιστα ότι ο ένας από τους γιους της είναι… μέλος του ΣΥΡΙΖΑ. Απλώς είχε γράψει ένα κείμενο σε ένα μάλλον αντι-ΣΥΡΙΖΑ περιοδικό της Αριστεράς. Αργότερα ο ίδιος γιος της εξέδωσε στον Ίκαρο το εξαιρετικό Ανάμεσα στους Ήλιους, με ήρωα έναν τριαντάρη που αφομοιώνει την πεμπτουσία της διαχρονικής περιήγησης στο Αιγαίο. Αλλά οι «γνώστες» των επιλογών του το αποσιώπησαν. Δεν προσφερόταν για σκανδαλισμό…
Θα ήταν δικαίωμα της Αγγελοπούλου να έχει οποιαδήποτε πολιτική προτίμηση. Αλλά ιδιαίτερες πολιτικές επαφές με τον Τσίπρα δεν είχε. Τον συνάντησε τον Νοέμβριο του 2014 στο γραφείο του στη Βουλή. Όταν πήγε να τον ενημερώσει –ως αρχηγό αξιωματικής αντιπολίτευσης– για συνέδριο του Ιδρύματος Κλίντον που θα έφερνε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2015. Το ίδιο είχε κάνει προηγουμένως με τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά.
Αν υπήρχε κάτι άξιο προσοχής, ήταν ότι, για πρώτη φορά από τότε που συγκατοικούσαν στο ρετιρέ του Πολιτεύματος, Σαμαράς και Τσίπρας συμφώνησαν σε κάτι: στην υποστήριξη του συνεδρίου.
Ως τεκμήριο συμπάθειας προς τον ΣΥΡΙΖΑ, παρουσιάστηκε ότι η Γιάννα μεσολάβησε για να εμφανιστεί τον Σεπτέμβριο του 2015, ως πρωθυπουργός πλέον, ο Αλέξης Τσίπρας με τον Μπιλ Κλίντον στο ετήσιο συνέδριο του Clinton Global Initiative στη Νέα Υόρκη.
Η ίδια εξήγησε το 2016 στον δημοσιογράφο Δημήτρη Ρηγόπουλο, όταν τη ρώτησε για τις σχέσεις της με τον επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ:
«Είδα μια απόπειρα καινούργιων και νέων ανθρώπων να δουν τα πράγματα αλλιώς σε μια Ελλάδα κουρασμένη και συνέβαλα στο να γίνουν επαφές με το διεθνές σύστημα».
Κατά τα λοιπά, ποια υποστήριξη; Είχε ήδη ακυρώσει το συνέδριο της Αθήνας, όταν διαπίστωσε ότι η «πρώτη φορά Αριστερά», ήταν μάλλον… εχθρική στη διεξαγωγή του.
Όπως ήταν άλλωστε και απέναντι στην ίδια και την οδήγησε σε παραίτηση από πρέσβειρα εκ προσωπικοτήτων – με υπουργό Εξωτερικών τον Νίκο Κοτζιά.
Δεν έκρυψε την απογοήτευσή της, διαπιστώνοντας ότι με την κυβέρνηση κόμματος που δεν είχε ξανακυβερνήσει τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν κατά τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν. «Τις προσδοκίες του κόσμου εννοώ, ποιος ενδιαφέρεται για τις δικές μου!»
Η φημολογία της σύνδεσης με τον Τσίπρα προέκυψε αρχικά από κύκλους του κατεστημένου και της επιχειρηματικής τάξης. Τη διακινούσαν όμως από το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, όσοι θεωρούσαν ότι έτσι εκθέτουν τον επικεφαλής του.
Η νέα επιστροφή
Ο φόβος κάποιων παραγόντων του «συστήματος» ότι θα την ξαναβρούν μπροστά τους επαληθεύτηκε κατά κάποιον τρόπο το… 2019: Ως νέος πρωθυπουργός ο Κυριάκος Μητσοτάκης τής ανέθεσε να οργανώσει την επέτειο για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση.
Οι ίδιοι κύκλοι επιχείρησαν να της κάνουν αντίπραξη με την υποστήριξη μιας άλλης Επιτροπής που θα ανταγωνιζόταν την Επιτροπή «Ελλάδα 2021».
Για να κρατήσει ισορροπίες, η κυβέρνηση δημιούργησε και μια Επιτροπή για τα 2.500 χρόνια από τη Μάχη των Θερμοπυλών και τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας! Έκανε μια εκδήλωση και χάθηκε…
Η Αγγελοπούλου άρχισε να σχεδιάζει τον εορτασμό της επετείου της Παλιγγενεσίας με τον τρόπο που είχε φέρει τη χώρα στην κορυφή το 2004, αλλά με μια διαφορά: Το δημόσιο δεν θα διέθετε ούτε ένα ευρώ. Χρηματοδότησε όλες τις επετειακές δράσεις με ιδιωτικούς πόρους.
Καινοτομία ήταν ότι μετέθεσε τον προγραμματισμό των εκδηλώσεων στην κοινωνική βάση και οι φορείς της ανταποκρίθηκαν με πρωτοβουλίες και ιδέες.

Η πανδημία, με τις καραντίνες, που ακολούθησε δεν περιόρισε το εύρος δραστηριότητας της Επιτροπής «Ελλάδα 2021», αλλά εμπόδισε τις μαζικές εκδηλώσεις με φυσική παρουσία.
Η Επιτροπή επεδίωξε να μετατρέψει την επέτειο σε αφορμή συλλογικού αναστοχασμού που θα κυλήσει μπροστά τον τροχό της χώρας.
Πέτυχε τον στόχο της να δώσει δυνατότητα συμμετοχής σε όλους –φορείς, συλλόγους, εταιρείες, ομάδες, πολίτες–, στους Έλληνες και φίλους της Ελλάδας παντού στον κόσμο. Για να τιμηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της επετειακής χρονιάς 2021 όχι μόνο η Επανάσταση αλλά και Ελληνική πορεία των 200 χρόνων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το –διαδικτυακό τελικά– φόρουμ Η Ελλάδα το 2040, στο οποίο μετείχε πλήθος φορέων με προτάσεις – που εστάλησαν με τη μορφή λευκής βίβλου στην Πολιτεία. Προφανώς κάπου θα βρίσκονται… Παρότι σχέδια αναθεωρήθηκαν και δράσεις τροποποιήθηκαν, για να δώσουν έμφαση στο ψηφιακό περιεχόμενο και στη συμμετοχή μέσω διαδικτύου, η Επιτροπή «Ελλάδα 2021» κατάφερε να επιβεβαιώσει ότι υπάρχει «εγχειρίδιο» για μεγάλους στόχους.
Διαρκούσης της πανδημίας, η Αγγελοπούλου ήταν το μόνο δημόσιο πρόσωπο που επισκέφθηκε περισσότερες από 80 περιοχές της χώρας – όπου συνάντησε, ξανά, την Ελλάδα, της προσφοράς και της αποδοτικότητας. Αυτή η Ελλάδα αντέχει ακόμη. Απλώς χάθηκαν τα σύμβολά της, οι άνθρωποι που ήξεραν να τη σηκώσουν ψηλά, οι ηγεσίες που έβαζαν στόχους.
Ποιος φοβάται τους Αγγελόπουλους;
Σε κάποιες περιπτώσεις στοχοποιήθηκε από τους ίδιους κύκλους και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ως επιχειρηματίας. Ακόμα περισσότερο παράδοξο.
Δεν είχε συμφέροντα στη χώρα, ούτε επιδίωκε να αποκτήσει, δεν έκανε δουλειές με το κράτος, δεν μετείχε σε αμφιλεγόμενες δραστηριότητες, δεν συγκρούστηκε με κανέναν και στις συνεργασίες του υπήρξε αξιόπιστος και συνεπής.
Επιπλέον, οι Αγγελόπουλοι έχουν κουλτούρα συνεισφοράς σε εθνικούς και κοινωνικούς σκοπούς, κάνοντας καλή χρήση του πλούτου. Είναι χαρακτηριστική η συμβολή τους στην ανακαίνιση του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη από τον Παναγιώτη Αγγελόπουλο.
Είναι γνωστές, επίσης, η ενίσχυση των πυρόπληκτων της Ηλείας, η προσφορά υγειονομικών μονάδων σε περιοχές της χώρας, η ενίσχυση της Πυροσβεστικής και των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, η διανομή υπολογιστών στα σχολεία, η θεσμοθέτηση υποτροφιών σε Έλληνες φοιτητές για μετεκπαίδευση στην Αμερική κ.λπ.
Προφανώς οι δωρεές τους έχουν αυξηθεί από το 2014, όταν, όπως ανέφερε στο βιβλίο της η Γιάννα: «ξεπερνούσαν τα 40 εκατ. δολάρια – με κάπου οκτώ χιλιάδες διαφορετικούς αποδέκτες».
Τι ήταν αυτό που προκάλεσε κατά καιρούς κύματα επιθέσεων, σχόλια κακής ποιότητας και επιχειρηματική κακεντρέχεια εναντίον τους; Γιατί εκτός από τη Γιάννα –που μάλλον έχει συνηθίσει– μπήκε στο σημάδι ολόκληρη η οικογένεια; Υπάρχουν κάποιες εξηγήσεις. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος εκπροσωπεί ένα επιχειρηματικό μοντέλο που εξέθετε πολλούς στη μεταπολιτευτική Ελλάδα: Του επιχειρηματία που δεν εξαρτάται από το κράτος και δεν στήνει μηχανισμούς πίεσης για να λεηλατήσει το δημόσιο χρήμα.
Οι Αγγελόπουλοι δεν θεωρούν αντίπαλο την κοινωνία, ούτε επιδίωξαν να τη χειραγωγήσουν. Έχουν συναίσθηση του τι μπορεί να επιδιώξει και να επιτύχει η Ελλάδα όταν δημιουργούνται κατάλληλες προϋποθέσεις και συμβάλλουν σ’ αυτό. Αλλά έτσι χαλάνε την πιάτσα.
Με τη δράση τους στο εθνικό και το κοινωνικό πεδίο, ανανεώνουν την παράδοση του παλαιού εύπορου Έλληνα, κυρίως της διασποράς, που διέθετε την περιουσία του για την πατρίδα του.
«Οι Αγγελόπουλοι έπρεπε να έχουν ήδη ανακηρυχθεί εθνικοί ευεργέτες», συνηθίζει να λέει ο ακέραιος Γιάννης Παπαδογιαννάκης. Γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα, ως αρχηγός πολλών ολυμπιακών αποστολών και μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2004 για ένα διάστημα…
Η Αμερική
Όταν έληξε η μεταολυμπιακή περιπέτεια της υγείας της, η Γιάννα Αγγελοπούλου συνειδητοποίησε ότι η χώρα δεν προτίθεται να ζητήσει τη συμβολή της στην αξιοποίηση της μεταολυμπιακής κληρονομιάς και διοχέτευσε σε άλλους τομείς την ενέργειά της.
Έγινε στρατηγική εταίρος του Ιδρύματος Κλίντον, μετείχε στις ετήσιες συναντήσεις του και επικοινωνούσε συχνά με το πρώην προεδρικό ζεύγος. «Ένας από τους λόγους που θέλω να συμμετέχω στο Ίδρυμα Clinton είναι το ήθος και η στρατηγική του να μετατρέπουμε ιδέες σε πράξεις», έλεγε. Άρχισε επίσης να ενισχύει το παγκόσμιο πρόγραμμα υποστήριξης εκλεγμένων ηγετών –Global Public Leaders Program–, για να προσφέρουν και μετά την αποχώρησή τους –ως πολιτικό και διανοητικό κεφάλαιο.
Κρατούσε επαφή με πολιτικούς από πολλές χώρες που είχαν αποστρατευτεί, αλλά μπορούσαν να πουν κάτι ακόμη – ίσως και πιο ωφέλιμο από τον καιρό που ασκούσαν εξουσία. Κανείς άλλος από την Ελλάδα –πλην του Γ. Παπανδρέου– δεν έχει διεθνή επικοινωνία τόσο ευρέως φάσματος.
Όταν το Ίδρυμα Clinton Clobal Initiative σχεδίαζε συνέδριο στη Μεσόγειο, τους έπεισε να το κάνουν στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 2015. Ήταν η πρώτη έξοδος του Ιδρύματος στην Ευρώπη, και ο Μπιλ Κλίντον δήλωνε:
«Το CGI Ελλάδας και των υπόλοιπων Ευρωπαϊκών και Μεσογειακών χωρών θα δώσει την ευκαιρία σε ηγέτες να συναντηθούν και να αναζητήσουν λύσεις για τις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ευρύτερη περιοχή, όπως η ανεργία των νέων».
Το συνέδριο θα διεξαγόταν στο Χίλτον της Αθήνας, το καλοκαίρι του 2015, και θα αποτελούσε μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα να διορθώσει την εικόνα της ως επενδυτικός προορισμός. Ήταν ακριβώς αυτό που έχει ανάγκη εκείνη τη στιγμή η Ελλάδα, μετά από μια ιδιαίτερη κυβερνητική αλλαγή: τη φιλοξενία μιας ισχυρής ομάδας επιχειρηματιών από την Αμερική, που θα μπορούσαν να επενδύσουν στη χώρα.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με υπουργό Ανάπτυξης τον Π. Λαφαζάνη δεν έδειξε να το συμμερίζεται. Κυβερνητικοί αξιωματούχοι έδειχναν ενοχλημένοι για τη συγκέντρωση τόσων πολλών…Ελληνοαμερικανών καπιταλιστών στην Αθήνα.
Το ενδεχόμενο των διαδηλώσεων εναντίον τους έμενε ανοιχτό. Τελικά το συνέδριο ματαιώθηκε και η Ελλάδα… σώθηκε! Η θέσπιση υποτροφιών στο Clinton Global Initiative University είναι μια πρωτοβουλία των Αγγελόπουλων για Έλληνες φοιτητές.
Επεκτείνοντας το πρόγραμμα υποτροφιών Angelopoulos Fellowship Program, η Γιάννα δημιούργησε το Angelopoulos 100, που υποστηρίζει Έλληνες αποφοίτους να μετάσχουν σε προγράμματα οργάνωσης, ανάπτυξης και εκτέλεσης προγραμμάτων κοινωνικής δράσης στην Αμερική με σκοπό να εφαρμόσουν στην Ελλάδα τη γνώση και την εμπειρία που θα έχουν αποκομίσει.
«Έχω πλέον εκατό παιδιά», είπε όταν έδωσε την 100ή υποτροφία.
Εγώ, η Γιάννα…
Το 2013 κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Λιβάνη –αφού είχε κάνει καριέρα στην Αμερική, στα αγγλικά με τίτλο My Greek Drama– το βιβλίο Γιάννα. Μια αυτοβιογραφία για την οποία «υπογράφει ακόμη αφιερώσεις», όπως είπε πρόσφατα. Ο Μπιλ Κλίντον έγραψε για την έκδοση: «Πρόκειται για χρήσιμο οδηγό γι’ αυτούς που αναζητούν τρόπους για να μεταμορφώσουν ζωές, οργανισμούς, ακόμα και έθνη».
Κατά τον Αμερικανό εκδότη της, «ξεπερνά τα όρια της αυτοβιογραφίας, πρόκειται για την εξερεύνηση της πολιτικής πρόκλησης, της επιτυχίας, της αποτυχίας, της προδοσίας και της τελικής λύτρωσης».
Εκτός από την εξιστόρηση της συναρπαστικής προσωπικής διαδρομής της, η συγγραφέας, που εκείνη την περίοδο ήταν πλέον η πιο γνωστή Ελληνίδα στον πλανήτη, φωτίζει –έγκυρα, ως πρωταγωνίστρια που ήταν– και την ολυμπιακή διαδρομή της.
Δίνει πολύ χώρο και πολύ πάθος –ακόμη και με σκληρή γλώσσα που φτάνει ως την αργκό, για καταστάσεις και πρόσωπα– σε μια από τις πιο μεγάλες υποθέσεις της νεότερης ελληνικής Ιστορίας, που χειρίστηκε η ίδια.
Από την αφήγηση προκύπτει, από πρώτο χέρι, πώς έφτασε στην ανάληψη των Αγώνων και πώς, αργότερα, μετέτρεψε σε θρίαμβο μια υπό κατάρρευση διοργάνωση. Αυτό που έφερε η ίδια στη χώρα ως Χρυσόμαλλο δέρας το παρέλαβε αργότερα ως παρ’ ολίγον τραγωδία και τελικά το παρέδωσε ως εθνικό κεφάλαιο.
Το βιβλίο περιλαμβάνει αποκαλύψεις και ενδιαφέροντα στοιχεία. Από τις σελίδες του δεν λείπουν οι διόλου κολακευτικές διαπιστώσεις και τα βιτριολικά σχόλια, με ονόματα και διευθύνσεις.
Πανίσχυροι υπουργοί της εποχής κάθονταν περιδεείς μπροστά της, για έναν απλό λόγο: Κανείς δεν μπορούσε να κάνει αυτό που έκανε η ίδια. Για την ακρίβεια, που την κάλεσαν δύο φορές να κάνει.
Περιγράφει χωρίς περιστροφές μια περίοδο στην οποία το πολιτικό σύστημα εμφανιζόταν ως υπεύθυνο, αλλά δεν ήταν. Αναδεικνύει πώς η ίδια περνώντας έναν πήχη, δημιούργησε ένα προηγούμενο, το οποίο στη συνέχεια πολλοί ήθελαν να ξανακατεβάσουν χαμηλά. Επειδή ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε το επίτευγμα του 2004 άλλαζε τα δεδομένα εργασίας και παραγωγής, όχι μόνο στο δημόσιο, και τους ξεβόλευε.
Παρουσιάζει με ποιον τρόπο ανασύρθηκαν μεταξύ 2000 και 2004 οι συλλογικές δυνατότητες της διοίκησης και της κοινωνίας, που έμεναν φυλακισμένες σε κλειστά κυκλώματα για δεκαετίες. Η Ελλάδα που θεωρούνταν ξεπερασμένη απέκτησε ενέργεια και λειτούργησε υποδειγματικά.
Το βιβλίο τεκμηρίωσε το μήνυμα του 2004: «Η Ελλάδα μπορούσε να βάζει στόχους και να τους πετυχαίνει – όταν είχε την κατάλληλη ηγεσία». Με πολίτες να πειθαρχούν και να συμμετέχουν, νέους ανθρώπους να προσφέρουν εθελοντικά, το κράτος να παράγει έργο, την κοινωνία να συμπαρατάσσε- ται για έναν στόχο που την εμπνέει και να υποχρεώνει τη διεθνή κοινότητα σε υπόκλιση.
Σε μια έρευνα που είχε κάνει εκείνη την περίοδο το Βήμα της Κυριακής με θέμα «Ποια Ελλάδα θέλουμε», η Αγγελοπούλου είχε μιλήσει για το «ελληνικό παράδοξο»: Από τη μια δίνουμε ως λαός δικαίωμα να μας προσάπτουν τα χειρότερα και από την άλλη στρατιές Ελλήνων διαπρέπουν διεθνώς.
Ειδικά για τους Ολυμπιακούς Αγώνες είπε: «Είχαμε εγρήγορση και αποτελεσματική συστράτευση, μπροστά στο αυστηρά συγκεκριμένο και στο απαιτητικό» – σε αντίθεση με την αφασία άλλων περιόδων.
Οι συγκρίσεις δείχνουν ότι οι Έλληνες χρειάζονται κατάλληλες συνθήκες για να πετύχουν. Αν οι συνθήκες σπανίως είναι κατάλληλες, πρωτίστως οφείλεται σε αυτό που λέει ο Αλέκος Παπαδόπουλος: στην «ανεπάρκεια που διακρίνει την ελίτ του τόπου».
ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ

