Οι ανομολόγητες καταστροφικές επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Του Ιωάννη Δαμίγου

Η συνεχής και ανελέητη δυτική προπαγάνδα, που βρίσκει πλούσιο έδαφος στις αδαείς και σοκαρισμένες από τα πολλαπλά σοκ κοινωνίες, παρουσιάζει λαϊκίζοντας πέρα του δέοντος, διαστρεβλωμένη εικόνα για τις επιχειρήσεις της Ρωσίας, από την προκλητικά δυτική υποκινούμενη ακροδεξιά Ουκρανία  Γιατί δεν είναι πόλεμος. Σημαντικό μέρος των Ουκρανών, είναι και αισθάνονται Ρώσοι εδώ και πολλά χρόνια. Ένα άλλο μέρος της, έχει ήδη υποστεί τον επιτήδειο εκφασισμό. 

  Δεν πρόκειται για κάποια στρατιωτική αδυναμία της Ρωσίας, παρά για κάποιον λεπτό και δύσκολο χειρισμό, ενός εμφυλίου που προκλήθηκε. Και υπέρ – υπερηχητικούς πυραύλους διαθέτει και ισχυρή στρατιωτική δύναμη κατέχει, που η αλόγιστη χρήση τους, θα έδινε αφορμή για εγκληματικές πολεμικές κατηγορίες από τους δυτικούς. Για την Ρωσία, υπάρχουν κόκκινες γραμμές, που την διαχωρίζουν από την σύγκριση με την  Ισραηλινή επιδημία του στυγνού δολοφόνου και την στήριξη από τον ήδη εκφασισμό της κοινωνίας του. Η σκληρή και αμετακίνητη στάση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κατά της Ρωσίας αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η ρητορική ερμηνεύεται με δύο εκ διαμέτρου αντίθετους τρόπους, ανάλογα με τη γεωπολιτική σκοπιά του παρατηρητή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι δυτικοί σύμμαχοι θεωρούν ότι οι δηλώσεις της Προέδρου φον ντερ Λάιεν δεν αποτελούν προπαγάνδα, αλλά αναγκαία στρατηγική επικοινωνία για την προάσπιση δήθεν της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η ΕΕ τονίζει την ανάγκη αντιμετώπισης του υβριδικού πολέμου, της ρωσικής παραπληροφόρησης και των άμεσων απειλών, όπως οι πρόσφατες παραβιάσεις με drone στην ανατολική πτέρυγα και τη Βαλτική, χωρίς να εξετάζει την πιθανότητα Ουκρανικής προβοκάτσιας: Από την πλευρά της Μόσχας, αλλά και από επικριτές εντός της ΕΕ, η επιμονή αυτή χαρακτηρίζεται ως μονομερής αντιρωσική προπαγάνδα. Υποστηρίζεται ότι η ηγεσία της Κομισιόν χρησιμοποιεί τον «ρωσικό κίνδυνο» για να δικαιολογήσει την οικονομική αιμορραγία των κρατών-μελών μέσω των κυρώσεων, να επιβάλει την κεντρική στρατιωτικοποιηση της Ευρώπης και να παρακάμψει τις εσωτερικές πολιτικές διαφωνίες (π.χ. πιέζοντας για κατάργηση του βέτο στην εξωτερική πολιτική).Η ένταση στη ρητορική της φον ντερ Λάιεν εστιάζει σε συγκεκριμένα μέτωπα: Έχει χαρακτηρίσει πρώιμα, τις ρωσικές υβριδικές ενέργειες και απειλές κατά των χωρών της Βαλτικής ως “απολύτως απαράδεκτες”, δηλώνοντας ότι “απειλή εναντίον ενός κράτους-μέλους είναι απειλή εναντίον ολόκληρης της Ένωσης”. Κατηγορεί ανοιχτά το Κρεμλίνο ότι επιβάλλει στους ίδιους του τους πολίτες έναν καθολικό έλεγχο της πληροφορίας και της προπαγάνδας, αποκόπτοντάς τους από την αντικειμενική ενημέρωση. Υπεραμύνεται των διαδοχικών πακέτων κυρώσεων (έχοντας φτάσει πλέον στο 20ό πακέτο), υποστηρίζοντας ότι πλήττουν καίρια τη ρωσική πολεμική οικονομία, παρά τις αντίθετες φωνές που μιλούν για κόπωση της ευρωπαϊκής αγοράς. Έχει αποκλείσει κατηγορηματικά κάθε ενδεχόμενο επιστροφής της Ευρώπης στα ρωσικά ορυκτά καύσιμα ακόμη και μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, θεωρώντας μια τέτοια κίνηση “ιστορικό λάθος”! Η επιμονή αυτή αντανακλά τη μόνιμη γεωπολιτική μετατόπιση της ΕΕ προς τη στρατηγική αυτονομία και τη στρατιωτική θωράκιση, επιλέγοντας τον δρόμο της πλήρους ρήξης με τη Μόσχα αντί της διπλωματικής ισορροπίας.

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στη Ρωσία τις τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζεται από μια σειρά στρατηγικών σφαλμάτων και εσφαλμένων εκτιμήσεων, τα οποία αναλύονται από διεθνείς αναλυτές και ιστορικούς. Η ΕΕ, με επικεφαλής τη Γερμανία, στήριξε τη στρατηγική της στην πεποίθηση, ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα οδηγούσε τη Ρωσία στον εκδημοκρατισμό και τη σταθερότητα. Η Ευρώπη αυξανόμενη, βασίστηκε στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο (π.χ. μέσω των αγωγών Nord Stream), παραβλέποντας τον κίνδυνο η Μόσχα να χρησιμοποιήσει την ενέργεια ως γεωπολιτικό όπλο.  Η βολική συνέχιση των στενών εμπορικών σχέσεων ακόμη και μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 παρείχε στη Ρωσία τους οικονομικούς πόρους για να προετοιμάσει και να χρηματοδοτήσει τις μετέπειτα στρατιωτικές της επιχειρήσεις. Η Ευρώπη απέτυχε να επενδύσει στην κοινή της άμυνα και στην αποτρεπτική της ισχύ, παραμένοντας στρατιωτικά απροετοίμαστη και εξαρτώμενη σχεδόν αποκλειστικά από τις ΗΠΑ. Μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία το 2022, το λάθος της ΕΕ μετατοπίστηκε στην απώλεια της δικής της διπλωματικής αυτονομίας. Όπως έχει επισημάνει και η πρώην καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, η ΕΕ περιόρισε τις δικές της διπλωματικές πρωτοβουλίες για την επίλυση της κρίσης, αφήνοντας τις μεγάλες στρατηγικές αποφάσεις κυρίως στις ΗΠΑ.  Η ΕΕ δυσκολεύεται να διατηρήσει μια συμπαγή και αποτελεσματική στάση.  καθώς χώρες-μέλη (π.χ. Ουγγαρία, Σλοβακία) συχνά μπλοκάρουν ή αποδυναμώνουν τις κοινές αποφάσεις. Σήμερα, η Ευρώπη πληρώνει το τίμημα αυτών των επιλογών μέσω της ακριβής ενεργειακής μετάβασης, της ανάγκης για επείγουσα στρατιωτική θωράκιση και της διαρκούς τάχα απειλής, για την ασφάλεια της επικράτειάς της. Παρόλα αυτά, σήμερα ένα νέο πλήγμα καταγράφεται στην ΕΕ, καθώς, σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου της Τσεχίας, Πετρ Πάβελ, στους Financial Times, συμμετέχουν ενεργά μόλις εννέα χώρες, έναντι έως και 18 που στήριζαν το σχέδιο το προηγούμενο έτος, για την προμήθεια πυρομαχικών στην Ουκρανία. Είναι όμως πολύ αργά.

  Τόσο με την Γερμανίδα φιλοχρήματη Ντερ Λάιεν, όσο και με την φανατισμένη ακροδεξιά Εσθονή Κάλλας στο τιμόνι της ΕΕ, η μοίρα της είναι ήδη προδιαγραμμένη. Δεν υπάρχει επιστροφή, μια και η ακροδεξιά έχει καταλάβει κοινωνίες εξαιτίας των πολιτικών άγριας  λιτότητας και των άκρατων εξοπλιστικών δαπανών. Μαθηματικά οδηγείται σε βίαιη παρακμή και δύσκολα θα αποφύγει την εμπλοκή σε πολεμικές διαμάχες. Αλλού ψάχνουμε για θύματα και δυστυχίες, αγνοώντας τα σοβαρά και άμεσα προβλήματα, που σωρευμένα από καιρούς, θα ξεσπάσουν σε αδύναμα κράτη, με ήδη φτωχές και ανήμπορες κοινωνίες έτοιμες να θυσιαστούν στον βωμό υπέρ ξεπουλημένων πατρίδων και κερδοφόρων πολυεθνικών εταιρειών. Πόσοι θα “λείψουν”, χωρίς να γνωρίσουν τον έναν και πραγματικό εχθρό. Κι όμως, κάποτε θα γράψουν, πως οι αναλώσιμοι θυσιάστηκαν για κάποια ελευθερία.