“Τι είναι και τι θέλει η ΕΛ.Α.Σ.”

΄Του Χριστόφορου Βερναρδάκη

1. «Μανιφέστο» έναντι «Διακήρυξης»

Δεν έχει περάσει ούτε μήνας από τη δημοσιοποίηση του «μανιφέστου» του νέου κόμματος και εκείνο το κείμενο έχει σχεδόν ξεχαστεί. Λογικό βεβαίως, αφού ήταν μεν ένα δομημένο κείμενο, αλλά ταυτόχρονα άνευρο, τετριμμένο, χωρίς ιστορικό πλαίσιο, χωρίς απεύθυνση σε κοινωνικό υποκείμενο, χωρίς διακριτή οριοθέτηση. Περισσότερο έμοιαζε με επικοινωνιακό «μπαλόνι».

Η «Διακήρυξη» είναι άλλο κείμενο. Είναι σαφώς πιο γειωμένη και αρκετά πιο σαφής ως προς τις διαγνώσεις που κάνει για τη σημερινή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

Σε αντιπαραβολή με το προ-ημερών «μανιφέστο» η «Διακήρυξη» επιχειρεί να ορίσει πολιτικό αντίπαλο (ολιγαρχία, καρτέλ, τράπεζες, επιτελικό κράτος) και να περιγράψει έστω και ακροθιγώς το κοινωνικό υποκείμενο στο οποίο αναφέρεται (εργαζόμενοι, νέοι, μικρομεσαίοι, μισθωτοί). Παραμένει ωστόσο περισσότερο σε μια ρυθμιστική και μικρο-μεταρρυθμιστική κατεύθυνση, χωρίς να θέλει να διαταράξει τις κεντρικές ισορροπίες του σημερινού νεοφιλελεύθερου κράτους.

Τα δύο κείμενα είναι σαν να γράφτηκαν από δύο διαφορετικά επιτελεία, με διαφορετικά επίπεδα κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας. Προφανώς, στο χρονικά δεύτερο κείμενο της «Διακήρυξης» οι συγγραφείς επιχειρούν να «διορθώσουν» ή έστω να καλύψουν ορισμένες χτυπητές ελλείψεις του «μανιφέστου» και να διασκεδάσουν μέρος των κριτικών που ασκήθηκαν σε αυτό και τις οποίες δεν μπορούσαν να παρακάμψουν.

Ωστόσο, από τα δύο κείμενα προκύπτει ένα βασικό συμπέρασμα: το νέο κόμμα (ΕΛ.Α.Σ.) δεν θεμελιώνεται πάνω σε μια συνεκτική πολιτικο-θεωρητική ανάγνωση της σύγχρονης πραγματικότητας, αλλά πάνω σε μια ακατέργαστη λογική «συλλογής ιδεών».

Δεν ανασυνθέτει ούτε παράγει νέες ιδέες, αλλά ανακυκλώνει κλασικές αναφορές, επενδύοντας κατά κύριο λόγο στην επικοινωνιακή χρήση τους. Ο εμπειρισμός που φαίνεται να χαρακτηρίζει το νέο εγχείρημα θα το στρέφει άλλοτε «δεξιότερα» άλλοτε «αριστερότερα», ανάλογα με τη συγκυρία και τους ιδιαίτερους συσχετισμούς που θα διαμορφώνονται στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς.

2. Το πολιτικό-ιδεολογικό στίγμα της «Διακήρυξης»

Το κείμενο της «Διακήρυξης» κινείται στα όρια μιας προοδευτικής σοσιαλδημοκρατίας, έχοντας ταυτόχρονα ένα ισχυρό «πατριωτικό» περίβλημα. Ο κεντρικός ιδεολογικός κόμβος είναι ο «νέος πατριωτισμός», ο οποίος ορίζεται σε αντιπαραβολή με τον εθνικισμό και ως μια σύνδεση πατρίδας, κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατίας και προστασίας των πολλών. Αν μπορούσε να συμπυκνωθεί σε μία φράση το διαγραφόμενο ιδεολογικό στίγμα της ΕΛ.Α.Σ. θα οριζόταν ως πατριωτική-κοινωνική δημοκρατική δύναμη, με αριστερή ιστορική μνήμη και κυβερνητική φιλοδοξία.

Βεβαίως, το στίγμα που κατέγραψε η «Διακήρυξη» απέχει έτη φωτός από το ιδεολόγημα της σύγκλισης «σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής αριστεράς και πολιτικής οικολογίας» που περιέγραψε το «μανιφέστο». Στο μοτίβο της «Διακήρυξης» οι απουσίες τόσο της ριζοσπαστικής (και αντικαπιταλιστικής) αριστεράς όσο και της πολιτικής οικολογίας, αλλά ακόμα και των κινηματικών σοσιαλιστικών ρευμάτων της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας είναι πολύ χαρακτηριστικές.

Είναι πολύ σημαντικό, επίσης, το γεγονός ότι, ενώ η «Διακήρυξη» μιλά για «κοινωνική πλειοψηφία», «εργασία», «νέους», «μικρομεσαίους», σχεδόν ποτέ δεν μιλά για κινήματα ως ιστορικά υποκείμενα. Δεν πατά οργανικά ούτε στο κλασικό εργατικό ή αγροτικό κίνημα, ούτε στα νεότερα φεμινιστικά, οικολογικά, εκπαιδευτικά, αντιρατσιστικά, στεγαστικά κινήματα ή ακόμα και στα αντι-ολιγαρχικά κινήματα τύπου Sanders.

Αυτό αποτελεί μια σοβαρή ιδιομορφία του νέου κόμματος και του τύπου που θέλει να συγκροτήσει. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν έρχεται να συμπυκνώσει πολιτικά υπαρκτές κοινωνικές κινητοποιήσεις, αλλά να εκφράσει πολιτικά εκ των άνω μια αθροιστική κοινωνική πλειοψηφία. Άρα έχουμε περισσότερο μια διαδικασία παραταξιακής – ηγετικής ανασύνθεσης και όχι τη δημιουργία ενός κόμματος ως διαδικασίας γενίκευσης σε προγραμματικό αφήγημα των σχέσεων με τα κοινωνικά κινήματα.

Στο σημείο αυτό υπάρχει μεγάλη διαφορά με τον ΣΥΡΙΖΑ του 2008 ή πολύ περισσότερο τον ΣΥΡΙΖΑ του 2012, που αποτελούν διαφορετικές «στιγμές» της ανάδυσης του Αλέξη Τσίπρα σε κεντρικό πολιτικό πρόσωπο. Εκείνες οι μορφές του ΣΥΡΙΖΑ έστω και ατελώς ακουμπούσαν σε πλατείες, νεολαιίστικες εξεγέρσεις, αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις, νέου τύπου σωματεία, τοπικές συλλογικότητες, κινήματα αλληλεγγύης. Υπάρχει επίσης διαφορά και με διεθνείς πρόσφατες εμπειρίες όπως αυτή του Sanders, όπου η λέξη «movement» είναι οργανικό στοιχείο: συνδικάτα, νεολαία, debt movement, health care movement, αντι-ολιγαρχική πολιτική.

Εν τέλει, η «Διακήρυξη» της ΕΛ.Α.Σ, έχει μεν γενικές κοινωνιολογικές αναφορές, αλλά όχι κινηματικές ρίζες. Μιλά για την κοινωνία ως δέκτη πολιτικής προστασίας, όχι ως δρών συλλογικό υποκείμενο. Επικαλείται την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά δεν κατονομάζει τις συλλογικές μορφές μέσα από τις οποίες αυτή η πλειοψηφία θα γίνει πολιτική δύναμη.

3. Τι είδους πολιτικό κενό καλύπτει η ΕΛ.Α.Σ.

Το νέο κόμμα επιχειρεί, κυρίως, να καλύψει ένα κενό κυβερνητικής αντιπολίτευσης. Δηλαδή το κενό που αφήνει η σταδιακή συρρίκνωση έως κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ 2019-2026 και η δομική αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να καταστεί πειστικός εναλλακτικός πόλος στην ΝΔ.

Δεν καλύπτει όμως (ακόμη τουλάχιστον) το βαθύτερο κενό κοινωνικής αντιπροσώπευσης. Η Διακήρυξη αναφέρεται γενικώς σε «μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία», σε εργασία, μισθωτούς, μικρομεσαίους, νέους, αλλά όλες αυτές οι αναφορές είναι αποσπασματικές, δεν περιγράφονται ούτε ενοποιούνται σε κάποιας μορφής κοινωνικό υποκείμενο. Το έλλειμμα αυτό ήταν πολύ ευδιάκριτο στο «μανιφέστο», αλλά παραμένει ατελές και στο κείμενο της «Διακήρυξης».

Επομένως, το νέο κόμμα επιχειρεί να καλύψει ένα κενό της «πολιτικής σκηνής», αλλά όχι το κενό πολιτικής εκπροσώπησης των λαϊκών και εργαζόμενων τάξεων της χώρας. Με μία φράση: είναι μια απόπειρα απάντησης στην κρίση του προοδευτικού πόλου και στην ανάγκη κυβερνητικής εναλλακτικής λύσης απέναντι στον Μητσοτάκη, αλλά όχι στην κρίση της κοινωνικής εκπροσώπησης που παράγει η νεοφιλελεύθερη μηχανική της διακυβέρνησης Μητσοτάκη. Γι’ αυτόν άλλωστε το λόγο, έχει καλές πιθανότητες να ξεκινήσει με ένα ευδιάκριτο εκλογικό ποσοστό όπως καταγράφεται και σήμερα δημοσκοπικά, αλλά θα αδυνατεί να συγκροτήσει ένα μαζικό λαϊκό ρεύμα αντίστοιχο του ΣΥΡΙΖΑ του 2012-2015-2019.

Η αντίφαση αυτή θα είναι οργανικά παρούσα στο νέο κόμμα. Στην ουσία θα προσδιορίσει αντικειμενικά την εσωτερική σύγκρουση γραμμών που θα εξελιχθεί στην ΕΛ.Α.Σ., ανάμεσα από τη μια στην ανάγκη να «φύγει ο Μητσοτάκης» και από την άλλη «να φύγουν οι πολιτικές που καθοδήγησε και ενέπνευσε η διακυβέρνηση Μητσοτάκη».

Εάν το εγχείρημα καλύπτει μόνον την ανάγκη κυβερνητικής εναλλακτικής και όχι την ανάγκη αντιπροσώπευσης των λαϊκών τάξεων που έχουν αποσυρθεί από το πολιτικό σύστημα, τότε δεν θα μακροημερεύσει. Εάν αντίθετα αρχίσει να σκέφτεται με όρους αποδόμησης της νεοφιλελεύθερης διοίκησης και των «κλειδωμένων» πολιτικών που έχει επιβάλλει, τότε πιθανόν να έχει ένα πιο επιτυχημένο δρόμο.    

4. Τα τρία μεγάλα επίδικα

Τα κρίσιμα πολιτικά διακυβεύματα της σημερινής εποχής, τα οποία και συνοψίζουν την ουσία της πολιτικής σύγκρουσης νεοφιλελευθερισμού και λαϊκών τάξεων σε ολόκληρο τον κόσμο είναι:

α) η Αναδιανομή,

β) η σχέση Κράτους και Αγοράς με κυριότερο επίδικο την Ανάκτηση δημοσίων Αγαθών υπό κοινωνικό έλεγχο και,

γ) το Κράτος ως «μηχανή» ελέγχου και συντονισμού των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Στο «μανιφέστο» αγνοήθηκαν και τα τρία αυτά πεδία ως πεδία σύγκρουσης της σύγχρονης πολιτικής.

Τι γίνεται με την «Διακήρυξη» όμως:

Η Αναδιανομή εμφανίζεται στην «Διακήρυξη», αλλά κυρίως ως επιδίωξη δικαιότερης φορολογικής και εισοδηματικής πολιτικής. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία νύξη για το αν πρέπει να θιγεί και πώς ο σημερινός μηχανισμός παραγωγής υπερ-πλούτου. Για το λόγο αυτόν αποφεύγεται η όποια αναφορά στη φορολογία πλούτου, μερισμάτων, ή μεγάλης ακίνητης ιδιοκτησίας.

Περισσότερο ακόμα, σήμερα με τον όρο Αναδιανομή εννοούνται, ταυτόχρονα, η Αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου, η Αναδιανομή πρόσβασης στα δημόσια αγαθά, η Αναδιανομή εξουσίας, η Αναδιανομή ελέγχου πάνω στις υποδομές, η Αναδιανομή δεδομένων και ψηφιακής ισχύος, η Αναδιανομή χρόνου, η Αναδιανομή Γνώσης. Για μερικά από αυτά η «Διακήρυξη» περιλαμβάνει αποσπασματικές και «ειρήσθω εν παρόδω» φράσεις ή ιδέες. Αλλά συνολικό πολιτικό σχέδιο για Αναδιανομή, κάτι που θα αποτελούσε ένα ανατρεπτικό του νεοφιλελευθερισμού κυβερνητικό σχέδιο, δεν υπάρχει.

Η Ανάκτηση δημοσίων αγαθών. Εδώ η «Διακήρυξη» κάνει βήματα σε σχέση με το «μανιφέστο». Υγεία, παιδεία, στέγη, νερό, τροφή, ενέργεια, πολιτισμός και ψηφιακές υποδομές ονομάζονται δικαιώματα ή δημόσια βασικά αγαθά. Υπάρχει και ενδιαφέρουσα αναφορά στην επιστροφή στην κοινωνία της υπεραξίας από γνώση, δεδομένα, εργασία και δημόσιες υποδομές.

Αλλά παρά την πρόοδο σε σχέση με το «μανιφέστο», αδυνατεί να διατυπώσει το σημαντικότερο, τη θέση περί δημόσιας – κοινωνικής ιδιοκτησίας ή ανάκτησης στρατηγικών τομέων της παραγωγής και της οικονομίας υπό δημόσιο έλεγχο. Θα υπάρξει, π.χ. ένας ενιαίος δημόσιος φορέας Σιδηροδρόμου στην Ελλάδα; Θα υπάρξει ακύρωση της αντισυνταγματικής ούτως ή άλλως νομοθεσίας περί των ιδιωτικών πανεπιστημίων; Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του νεοφιλελευθερισμού που είναι και πυρήνας της σύγχρονης διακυβέρνησης.

Εκδημοκρατισμός του κράτους. Στο σημείο αυτό η «Διακήρυξη» επαναλαμβάνει λίγο ως πολύ τα γνωστά αιτήματα για λογοδοσία, διαφάνεια, τέλος της ατιμωρησίας, αντικατάσταση επιτελικού κράτους από κράτος εγγύησης δικαιωμάτων και βασικών αγαθών.

Αλλά παραμένει άθικτος ο βασικός πυρήνας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Θα αναστραφεί η πορεία «ιδιωτικοποίησης» των δημοσίων υπηρεσιών; Θα καταργηθεί η «συμβουλοκρατία»; Θα γίνουν βαθιές θεσμικές αλλαγές στη Δικαστική Εξουσία; Θα υπάρξει φραγμός στις απευθείας αναθέσεις; Θα ξαναγυρίσει στον πυρήνα της Δημόσιας Διοίκησης το σύνολο των αρμοδιοτήτων σχεδιασμού – εφαρμογής και ελέγχου των δημόσιων πολιτικών; Θα σταματήσει και θα αναστραφεί η βιομηχανία έμμεσης ιδιωτικοποίησης του δημόσιου τομέα μέσω της δημιουργίας ανεξάρτητων διοικητικών αρχών;

Η «Διακήρυξη» δεν φαίνεται να εμφανίζει κάποιο συνεκτικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο για το Κράτος. Παραμένει στο μοτίβο «καλύτερο κράτος», αλλά αδυνατεί να προβληματιστεί για ένα δημοκρατικά σχεδιασμένο δημόσιο κράτος που ανακτά στρατηγικές αρμοδιότητες από την αγορά.

Ενώ θέτει ζητήματα «ανισοτήτων» και «κοινωνικού κράτους», δεν φαίνεται να έχει σχέδιο αναδιανομής πόρων και εξουσίας. Οι απαντήσεις της στα μεγάλα κεντρικά επίδικα είναι κυρίως ρυθμιστικές. Δεν περνά καθαρά στο κρίσιμο πεδίο: ποιος κατέχει, ποιος ελέγχει, ποιος αποφασίζει.

5. Ευρωπαϊκή – διεθνής πολιτική οικογένεια

Η ΕΛ.Α.Σ. μοιάζει ως προς το πολιτικό, ιδεολογικό και προγραμματικό της στίγμα με το Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας (PD). Διεκδικεί τη φυσιογνωμία μιαςπροοδευτικής -κεντροαριστερής παράταξης κυβερνητικής ροπής. Ενσωματώνει, επίσης, αρκετά στοιχεία από το PSOE του Σάντσεθ και βεβαίως εξελίσσει την πολιτική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2019, μια γραμμή «κυβερνώσας κεντροαριστερής» λογικής.

Παρά τις φιλολογικές αναφορές που έγιναν στο «μανιφέστο», δεν παρατηρείται συγγένεια με το ρεύμα Sanders και τις κινηματικές διεργασίες των ΗΠΑ. Ο Sanders είναι πιο «ταξικός», πιο «φιλεργατικός», πιο ευθύς απέναντι στον πλούτο, στις μεγάλες εταιρείες, στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Η ΕΛΑΣ ενσωματώνει τη ρητορική της αξιοπρέπειας και της κοινότητας, αλλά όχι στο βάθος της ταξικής σύγκρουσης.

Ένα γενικό συμπέρασμα

Η ΕΛ.Α.Σ. δεν αποτελεί έκφραση κάποιας σύγκλισης σοσιαλδημοκρατίας – ριζοσπαστικής αριστεράς και πολιτικής οικολογίας. Δεν είναι ριζοσπαστική Αριστερά τύπου 2012, ούτε ένα είδους sandersist αριστερό κινηματικό ρεύμα. Είναι μια προσπάθεια συγκρότησης κυβερνώσας, πατριωτικής, κοινωνικο-δημοκρατικής Αριστεράς, με μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα χαμηλής έντασης.

Το δυνατό της σημείο: το κενό ισχυρής αντιπολιτευτικής πολιτικής δύναμης απέναντι στον Μητσοτάκη και τη σημερινή ΝΔ.

Το όριό της: δεν διατυπώνει (ακόμη) με ποια υλικά συμφέροντα θα συγκρουστεί για να αλλάξει τη δομή διακυβέρνησης. Επομένως, δεν μπορεί να ελπίζει στην πράξη σε μια σοβαρή κοινωνική ενεργοποίηση των λαϊκών τάξεων στο πλευρό της.

Από το kamini.gr