Το μανιφέστο των καλών απόψεων

Του Δημήτρη Τσίρκα

Το μανιφέστο του Αλέξη Τσίπρα ανήκει σε εκείνη την κατηγορία πολιτικών κειμένων που δεν έχουν ούτε αναλυτικό/διαγνωστικό χαρακτήρα, ούτε διακηρυκτικό/επιτελεστικό.

Δεν προσφέρουν δηλαδή ούτε μια σε βάθος ανάλυση/κατανόηση της υπάρχουσας κατάστασης, ούτε όμως και ένα σαφές πρόγραμμα πολιτικής δράσης στο σήμερα.

Αποτελεί, αντίθετα, ένα υβρίδιο των δύο που αποτυγχάνει και στα δύο, καταλήγοντας να αναπαράγει έναν κατάλογο από «καλές απόψεις» με τις οποίες δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς, αλλά που πρακτικά του είναι άχρηστες.

Για παράδειγμα, αν θέσεις στον κόσμο το δίλημμα: τι προτιμάτε, να είστε – όμορφοι, πλούσιοι και έξυπνοι ή άσχημοι, φτωχοί και ηλίθιοι – όλοι θα απαντήσουν το πρώτο.

Κατά βάθος όμως γνωρίζουν ότι βρίσκονται μάλλον περισσότερο στο δεύτερο και συ απλώς τους το θύμισες, χωρίς να εξηγείς αν και πώς μπορούν να φτάσουν στο πρώτο.

Το κείμενο θέτει έναν φιλόδοξο στόχο: να αποτελέσει τη βάση για τη σύγκλιση τριών ιστορικών ρευμάτων – Σοσιαλδημοκρατίας, Ριζοσπαστικής Αριστεράς, Πολιτικής Οικολογίας.

Πολύ ωραία, μόνο που ούτε στιγμή δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει ποια είναι η κατάσταση αυτών των ρευμάτων σήμερα.

Ότι η σοσιαλδημοκρατία, λόγου χάρη, έχει εξαϋλωθεί μετά τη σοσιαλφιλελεύθερη στροφή της, με την Ελλάδα μάλιστα να έχει δώσει και το όνομα σε αυτή την εξέλιξη – πασοκοποίηση.

Ότι η Ριζοσπαστική Αριστερά, έχει διαλυθεί μετά τη σύντομη κυβερνητική της θητεία, η οποία ούτε ριζοσπαστική υπήρξε, ούτε αριστερή. Και όχι μόνο στην Ελλάδα, αντίστοιχη είναι η εμπειρία και σε Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία.

Η δε Πολιτική Οικολογία, από κίνημα ειρήνης τη δεκαετία του 1980, έχει καταλήξει σήμερα η πιο πολεμοχαρής πτέρυγα του σοσιαλφιλελεύθερου κυβερνητισμού.

Αλλά και η απογειωμένη ηθικιστική ιδεολογία των μορφωμένων μεσοστρωμάτων, ελιτίστικη και εχθρική απέναντι στις ανάγκες και την πραγματικότητα του λαϊκού, εργατικού, αγροτικού κόσμου.

Βλ. Πράσινους σε Γερμανία, Ολλανδία. Στην Ελλάδα, άλλωστε, ουδέποτε υπήρξε μαζικό ρεύμα πολιτικής οικολογίας.

Αντί να σταθεί και να αναλύσει αυτή την πραγματικότητα, το μανιφέστο αναφέρεται στους ιδεότυπους των εν λόγω ρευμάτων, από τον περασμένο αιώνα.

Εξ ου και μιλά για υπέρβαση του ιστορικού διλήμματος «μεταρρύθμιση ή επανάσταση».

Μα που ζουν! Πού τίθεται σήμερα αυτό το δίλημμα και από ποιους;

Ακόμα και οι πιο αριστερές πτέρυγες του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 μιλούσαν για ρήξη, όχι για επανάσταση και είδαμε πόσο καλά πήγε αυτό.

Ρήξη βέβαια έκαναν, όχι όμως με τον καπιταλισμό, αλλά με το ριζοσπαστικό παρελθόν τους.

Όχι επειδή «πρόδωσαν» αλλά επειδή ήρθαν αντιμέτωποι με τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων.

Εδώ και δεκαετίες, το επίδικο δεν είναι η επανάσταση, ούτε καν οι μεταρρυθμίσεις, αλλά η ανάσχεση της νεοφιλελεύθερης, καπιταλιστικής αντιμεταρρύθμισης.

Πέρα από τις μεγαλεπήβολες διακηρύξεις, ο πραγματικός πολιτικός ορίζοντας της Αριστεράς, είτε βρίσκεται στην αντιπολίτευση, είτε στην κυβέρνηση, είναι αμυντικός.

Αφορά στην προστασία περασμένων κατακτήσεων, όπως το κοινωνικό κράτος, η δημόσια υγεία και παιδεία, τα όρια και το ύψος των συντάξεων.

Σίγουρα δεν είναι η υπέρβαση του καπιταλισμού, μέσω επανάστασης ή μεταρρυθμίσεων.

Για αυτό η αριστερά λογίζεται – και εν πολλοίς είναι – μια συντηρητική πολιτική δύναμη.

Εκεί που οι νεοφιλελεύθεροι, στις διάφορες εκδοχές τους – από τον Τραμπ έως τον Μασκ και τον Μιλέι – εμφανίζονται ως ανατρεπτικοί ριζοσπάστες.

Γιατί ενώ η αριστερά πασχίζει να συντηρήσει ένα μοντέλο που βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση (κοινωνικό κράτος, μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο), αυτοί υπόσχονται να το ανατρέψουν – είναι οι πραγματικοί disruptors.

Το μανιφέστο του Τσίπρα, παρότι σχεδόν 8.000 λέξεις, δεν καταπιάνεται με τις πραγματικές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αντιθέσεις της εποχής, αλλά αναλώνεται σε μια ιδεατή συζήτηση μεταξύ τριών πολιτικών ρευμάτων, όπως ήταν μέχρι το 1989 και όχι όπως κατέληξαν σήμερα.

Για αυτό και διακατέχεται από έναν διαγνωστικό πληθωρισμό, παραθέτει σχεδόν τα πάντα:

ανισότητες, ειρήνη, Τραμπ, Γάζα, Ουκρανία, Ιράν, ΤΝ, δημοκρατία, δικαιοσύνη, εργασία, φύλο, παιδεία, πολιτισμός, στεγαστικό, αγρότες, μικρομεσαίοι, αυτοδιοίκηση, κοινά, νεολαία, περιβάλλον, δημόσια αγαθά.

Για να καταλήξει στο τέλος σε έναν μακρύ κατάλογο με δίκαια αιτήματα, χωρίς όμως να λέει ποιο είναι το κεντρικό πρόβλημα, ποια είναι η ιεράρχηση, πώς όλα αυτά θα γίνουν πράξη και κυρίως, ποιος θα πληρώσει το κόστος της αλλαγής.

Οι καλές απόψεις που λέγαμε…

Δύο μόνο παραδείγματα.

Το κείμενο μιλά για παραγωγική ανασυγκρότηση και νέο παραγωγικό μοντέλο, λέγοντας ότι πρέπει να στηριχθούν μεταποίηση, αγροδιατροφή, ΜμΕ, νεοφυείς επιχειρήσεις, κοινωνική οικονομία, πράσινες θέσεις, έρευνα.

Όλα σωστά. Αλλά ποια είναι η κεντρική επιλογή;

Η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει ταυτόχρονα βιομηχανική Γερμανία, αγροδιατροφική Ολλανδία, τουριστική Ισπανία, ψηφιακή Εσθονία και πράσινη Δανία. Χρειάζεται ιεράρχηση.

Ποιοι είναι οι 5-6 κλάδοι εθνικής προτεραιότητας; Πώς συνδέονται πανεπιστήμια, έρευνα, επιχειρήσεις και δημόσιες προμήθειες;

Πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα χωρίς να εξαφανιστούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις Πώς θα χρηματοδοτηθεί η μετάβαση; Τι θα γίνει με τις τράπεζες;

Ποια φορολογία μπορεί να συντηρήσει ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος χωρίς να μειώσει τις επενδύσεις; Ποια βιομηχανική πολιτική μπορεί να ασκηθεί εντός του πλαισίου της ΕΕ και του κοινού νομίσματος;

Ποιος είναι ο ρόλος του κράτους και ποιος του ιδιωτικού τομέα στο νέο μοντέλο;

Ομοίως, για την πράσινη μετάβαση. Το κείμενο αναφέρεται σε ενεργειακές κοινότητες, τοπικές κοινωνίες, ανθεκτικότητα, πράσινες θέσεις εργασίας και υποδομές.

Δεν λέει τίποτα όμως για τα επίδικα της μετάβασης – χωροταξία ΑΠΕ, δίκτυα, αποθήκευση, αδειοδοτήσεις, ενεργειακό κόστος, βιομηχανία, αγροτική παραγωγή, νερό, Natura, τοπικές αντιδράσεις.

Αυτά δεν απαντώνται με συνθήματα. Πρέπει να πεις ποιος αποφασίζει, ποιος κερδίζει, ποιος πληρώνει, ποιος αποζημιώνεται, ποιος ελέγχει, πώς μειώνεται ο λογαριασμός του ρεύματος.

Για παράδειγμα, ποιος θα πληρώσει τα δεκάδες δισεκατομμύρια για την επέκταση των δικτύων και των διασυνδέσεων, την αποθήκευση, την ενεργειακή αναβάθμιση των κτηρίων, τον εξηλεκτρισμό του στόλου των οχημάτων.

Πώς θα μειωθεί το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας και του αγροτικού τομέα για να μη συνθλιβούν από τους διεθνείς ανταγωνιστές που δεν έχουν οικολογικές ανησυχίες;

Τι θα γίνει με τα ολιγοπώλια της ενέργειας που εκμεταλλεύονται την οριακή τιμολόγηση του ευρωπαϊκού Target Model για να αποσπάσουν υπερκέρδη;

Όσο δεν παίρνεις θέση για τα παραπάνω, ανακυκλώνεις απλώς ευχολόγια – όλοι θέλουν μια πράσινη, καθαρή οικονομία – τα οποία όμως έχουν μικρότερη αξία και από τα τάματα που κάνουν οι πιστοί στους αγίους.

Για όλους αυτούς τους λόγους, το κείμενο δεν έχει να πει τίποτα στον λαϊκό κόσμο, εξ ου και δεν πρόκειται να διαβαστεί από τέτοιον κόσμο.

Δεν απευθύνεται, άλλωστε σε αυτούς, όπως προκύπτει – όχι μόνο από το μέγεθος, αλλά και το ύφος και περιεχόμενό του.

Το κείμενο απευθύνεται, το πολύ, σε μερικές εκατοντάδες στελέχη – είτε ανένταχτα, είτε μέλη κομμάτων που αγωνιούν για την πολιτική τους επιβίωση στις επόμενες εκλογές.

Γράφτηκε δε από 13 διανοούμενους/ πανεπιστημιακούς που – αν πιστέψουμε τις αναλύσεις του Φρόυντ για το ασυνείδητο – δεν εκπροσωπούν ούτε τον εαυτό τους.

Πόσο μάλλον μαζικά κοινωνικά ρεύματα που θέλουν να συγκλίνουν σε μια κυβερνώσα Αριστερά.

Η συρρίκνωση του στελεχιακού δυναμικού της Αριστεράς αποκλειστικά εντός και πέριξ των πανεπιστημίων, τα τελευταία χρόνια είχε ως αποτέλεσμα να πάψει να αντιλαμβάνεται την πολιτική ως τέχνη και να την αντιμετωπίζει ως επιστήμη – και μάλιστα κακή επιστήμη.

Με χαϊντεγκεριανούς όρους είναι η αντίθεση ανάμεσα σε δύο τρόπους συσχέτισης με τα πράγματα: τον Zuhandenheit (πρόχειρο) και τον Vorhandenheit (παρευρισκόμενο).

Ο πρώτος αναφέρεται στον τρόπο που βιώνουμε τα πράγματα στην καθημερινότητά μας.

Για παράδειγμα, όταν χρησιμοποιούμε ένα σφυρί, δεν εξετάζουμε το χρώμα ή το βάρος του, αλλά το ζούμε ως εργαλείο που εξυπηρετεί ένα σκοπό – να καρφώσει τις πρόκες.

Ο δεύτερος είναι ο τρόπος που εμφανίζεται ένα πράγμα όταν σταματάμε να το χρησιμοποιούμε πρακτικά και αρχίσουμε να το παρατηρούμε θεωρητικά – πχ, αν το σφυρί σπάσει και δεν μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο του, αναγκάζοντάς μας να το δούμε ως ένα αντικείμενο με φυσικές ιδιότητες.

Έτσι αντιμετωπίζει και η πανεπιστημιακή αριστερά την πολιτική – όχι ως βιωμένη εμπειρία, όπως τη ζουν οι λαϊκές τάξεις – αλλά ως αντικείμενο θεωρίας και επιστημονικής μελέτης.

Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση δεν ανακαλύπτει την «αντικειμενική αλήθεια» του κόσμου, όπως ισχυρίζεται.

Απλώς παράγει έναν ιδεατό κόσμο μετατρέποντας τα όντα σε «παρευρισκόμενα» – αποκομμένα από τη χρήση τους, από τις σχέσεις τους – εν τέλει, από τον κόσμο της πραγματικής ζωής.

Είναι με δυο λόγια, ιδεαλιστική, για αυτό μετεωρίζεται ανάμεσα στον βολονταρισμό και τα ευχολόγια – όπως το μανιφέστο Τσίπρα.

Και την απόγνωση και την ηθικιστική καταγγελία, όταν ο λαός «αποτυγχάνει» να σταθεί στο ύψος των προσδοκιών και των ιδεοτυπικών σχημάτων που του προβάλλει η πανεπιστημιακή Αριστερά (τι ψηφίσατε ρε μαλάκες).

Ευτυχώς, υπάρχουν και παραδείγματα που κινούνται στον αντίποδα αυτής της λογικής – προς μια πρακτική, εφαρμοσμένη, μαζική πολιτική.

Ο Μαμντάνι, πχ, βγήκε από τους φοιτητικούς κύκλους των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών και όργωσε τη Νέα Υόρκη, μιλώντας κυριολεκτικά με εκατομμύρια κατοίκους της για τα καθημερινά τους προβλήματα.

Έτσι, κατάφερε να νικήσει όλα τα προγνωστικά και τους πιο γνωστούς και ισχυρούς αντιπάλους του και να εκλεγεί πανηγυρικά δήμαρχος.

Ο Τσίπρας, αντιθέτως, ενώ παλιότερα διέθετε έντονο λαϊκό αισθητήριο, έκρινε κάποια στιγμή ότι αυτό που του λείπει είναι η διανόηση και η αριστεία. Αποφάσισε λοιπόν να γίνει Ινστιτούτο.

Η επίσημη πολιτική πλατφόρμα του Μαμντάνι ξεκινούσε με το «Η Νέα Υόρκη είναι πολύ ακριβή» και αμέσως μετά εξειδίκευε συγκεκριμένα μέτρα για να ξαναγίνει βιώσιμη – πάγωμα ενοικίων, δωρεάν λεωφορεία, φθηνά δημοτικά παντοπωλεία.

Ο Ινστιτούτο Τσίπρας έγραψε ένα μανιφέστο 8.000 λέξεων για τη σύγκλιση του Η. Σιακαντάρη, του Ν. Μπίστη, της Έφης Αχτσιόγλου και του Πέτρου Κόκαλη.

Ο Μαμντάνι κινητοποίησε 100 χιλιάδες εθελοντές, κυρίως νέους, σαρώνοντας τη χρηματική και επικοινωνιακή υπεροπλία των αντιπάλων του.

Ο Τσίπρας – αν κρίνουμε από τη συμμετοχή στις παρουσιάσεις της «Ιθάκης» – κινητοποιεί 100 ΚΑΠΗ.

Ό,τι μπορεί ο καθένας…

Από το facebook