Παρασκευή 21 Ιουλίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Αξιολόγηση χωρίς μεταρρυθμίσεις για την κυβέρνηση

Η κυβέρνηση δυστυχώς για την χώρα, δεν πήρε τίποτα από όλα όσα ζητούσε μετ’επιτάσεως, δηλαδή ρητή περιγραφή των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης για το χρέος, ενώ δεν συμφωνήθηκε η ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ, γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τις τράπεζες στο έργο χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας.

Του Μελέτη Ρεντούμη

Είναι γεγονός ότι όλοι οι παραγωγικοί φορείς της χώρας αναμένουν με αγωνία το κλείσιμο της αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου, με στόχο ν’ανασάνει η οικονομία και να φύγει η πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα.

Η κυβέρνηση βλέποντας τα περιθώρια να στενεύουν επικίνδυνα αποφάσισε στο Eurogroup απλά να ξανανοίξει την διαπραγμάτευση με στόχο την προνομοθέτηση κάποιων δημοσιονομικών μέτρων που θ’αφορούν κυρίως το διάστημα από το 2019 και μετά, όταν θα έχει λήξει το τρέχον πρόγραμμα.

Το μείγμα πολιτικής που έχει ακολουθήσει η κυβέρνηση με δική της ευθύνη μέχρι τώρα είναι αυτό της υπερφορολόγησης, μισθών, συντάξεων, εισφορών και ελευθέρων επαγγελματιών το οποίο δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και δημοσιονομικών ελλειμμάτων, όσο και αν κυβέρνηση πανηγυρίζει για την οριακή αύξηση στο ΑΕΠ το 2016, η οποία μάλιστα είναι αισθητά μειωμένη λόγω ακριβώς και της πολιτικής αβεβαιότητας που έχει δημιουργηθεί.

Αυτό που κάνει αίσθηση βέβαια, είναι η επιμονή της κυβέρνησης σε συγκεκριμένα αντίμετρα ως προς τα μέτρα που ζητούν οι δανειστές τα οποία φθάνουν το 2% του ΑΕΠ και συγκεκριμένα τα 3.6 δις ευρώ. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση οραματιζόμενη την υπεραπόδοση της οικονομίας από το 2019 και μετά, επιζητά την μείωση του ΕΝΦΙΑ ή κάποιων άλλων φόρων ως αντιστάθμισμα στην μείωση του αφορολόγητου ορίου καθώς και στην κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις.

Με λίγα λόγια, η κυβέρνηση επιχειρεί στην αύξηση ενός φόρου άμεσα ή έμμεσα ν’απαντήσει με την μείωση ενός άλλου φόρου δαπάνης, προσπαθώντας όπως αναφέρει να εξασφαλίσει δημοσιονομικό χώρο.

Αυτό όμως που δεν ακούμε πουθενά, και δεν προτείνεται ως αντιστάθμισμα είναι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και δεσμεύσεις απέναντι στην αγορά, την επιχειρηματικότητα, τις εξαγωγές, την γραφειοκρατία, την καινοτομία, τις νεοφυείς επιχειρήσεις, την επιτάχυνση αναδιάρθρωσης κόκκινων δανείων, τις φοροαπαλλαγές για συγκεκριμένους κλάδους επιχειρήσεων που προσλαμβάνουν καθώς και για το περιβόητο άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων.

Μήπως έχει ξεχάσει η κυβέρνηση ότι το πλήθος των παραπάνω μεταρρυθμίσεων, ακολουθούν τις δανειακές συμβάσεις από το 2012 και μετά και περιγράφονται ρητώς;

Έχει αγνοηθεί πλήρως για παράδειγμα η εργαλειοθήκη του ΟΑΣΑ που μιλούσε για μεταρρυθμίσεις με αναπτυξιακό χαρακτήρα;

Το μόνο θέμα που φαίνεται αυτή την στιγμή να συζητείται και να παίζει στην επικαιρότητα είναι αυτό των ομαδικών απολύσεων που επιμένει το ΔΝΤ στην αύξηση του ορίου, στα πλαίσια μεγαλύτερης ευελιξίας στην αγορά εργασίας.

Αντί λοιπόν η κυβέρνηση ν’ανθίσταται μόνιμα και να διαμαρτύρεται σ’ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα που επηρεάζει χιλιάδες εργαζόμενους, για να φαίνεται ότι διαπραγματεύεται, γιατί δεν προτείνει μια σειρά από μεταρρυθμίσεις τόσο στον ιδιωτικό τομέα όσο και στον ευρύτερο δημόσιο, με όχημα την αξιολόγηση όλων υπαλλήλων ανεξαιρέτως και με την υιοθέτηση ενός ενιαίου προσοντολογίου αλλά και μηχανισμού μόνιμης κινητικότητας για πιο αποτελεσματική κάλυψη των θέσεων;

Πώς είναι δυνατόν να κλείσει μια αξιολόγηση μόνο με παζάρι ποσοστών, οριζόντιων μειώσεων τώρα, με κάποια αντίστοιχη ελάφρυνση φόρων στο μέλλον, όταν οι βασικές γενεσιουργές αιτίες της ύφεσης δεν θεραπεύονται;

Η αγορά για να λειτουργήσει χρειάζεται επενδύσεις, οι επενδύσεις ρευστότητα και η ρευστότητα με την σειρά της, ένα σταθερό φορολογικό περιβάλλον το οποίο θα πλαισιώνεται από μεταρρυθμίσεις στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών ώστε να προστατεύονται οι ίσες ευκαιρίες και ο ανταγωνισμός.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι θα πρέπει η κυβέρνηση αφενός να κλείσει άμεσα την αξιολόγηση ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει η αγορά με κάποια κανονικότητα χωρίς τις σκιές και τους αιφνιδιασμούς νέων φόρων, αλλά και να προταθούν και να συμφωνηθούν ως αντίμετρα, συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που θα δίνουν ώθηση στην αγορά και θα προωθούν την αποτελεσματικότητα τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα με απώτερο στόχο την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός