
Των Νίκου Σηφουνάκη και Θανάση Πετρίδη
Με αφορμή τα 50 χρόνια από τον θάνατο του μεγαλύτερου ήρωα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, οι συναγωνιστές του Αλέξανδρου Παναγούλη προχώρησαν σε μία εξαιρετική έκδοση με ανέκδοτες φωτογραφίες και κείμενα. Δημοσιεύουμε το προλογικό σημείωμα της έκδοσης, που υπογράφουν οι Νίκος Σηφουνάκης και Θανάσης Πετρίδης.
Η πρωτοβουλία μας για την αφιερωματική έκδοση στον Αλέξανδρο Παναγούλη, για τα πενήντα χρόνια από τον θάνατό του, για μας που τον γνωρίσαμε και τον συμπορευτήκαμε, είναι η εκπλήρωση ενός χρέους τόσο προς ένα φίλο και συναγωνιστή όσο και προς έναν σπουδαίο Έλληνα.
Ακόμα και αν δεν τον είχαμε γνωρίσει, θα ήταν αρκετή, προκειμένου να συμπορευθούμε η φράση που προσδιόριζε την προσωπικότητα ενός καθαρόαιμου αγωνιστή: «Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο».
Από τις 13 Αυγούστου 1968 που συνελήφθη έως τις 21 Αυγούστου 1973 που απελευθερώθηκε, στρατευτήκαμε στον αγώνα για την αποτροπή της εις θάνατον καταδίκης του και την απελευθέρωσή του.
Διοργανώναμε μαζί με άλλους Έλληνες διαδηλώσεις στις μεγάλες πόλεις της Ιταλίας όπου ζούσαμε, αλλά και της Ευρώπης, κινητοποιώντας τους κατά τόπους Έλληνες αντιφασίστες, που με τη σειρά τους ενημέρωναν τα δημοκρατικά κόμματα των χωρών τους.
Η απόπειρα κατά του δικτάτορα αλλά και η ηρωική στάση του Αλέξανδρου Παναγούλη στα βασανιστήρια που υπέστη μας συγκίνησαν, όπως συγκίνησαν και τους δημοκρατικούς πολίτες όλου του κόσμου.
Όλοι οι επώνυμοι φυλακισμένοι ή εξορισμένοι Έλληνες είχαν τη στήριξη των εκπροσώπων των αντιστασιακών οργανώσεων στο εξωτερικό, όπως ήταν το ΠΑΜ, το ΠΑΚ, η Δημοκρατική Άμυνα κ.ά.
Όμως κανείς δεν γνώριζε ποιος ήταν ο Α. Παναγούλης, αλλά και ποια η πρωτοεμφανιζόμενη αντιστασιακή οργάνωση, που αποτόλμησε τη μεγαλύτερη και τολμηρότερη πράξη ενάντια στη δικτατορία.
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης και οι σύντροφοί του, που συνελήφθησαν ως μέλη της οργάνωσης «Ελληνική Αντίσταση», την οποία ο ίδιος είχε ιδρύσει, αποτέλεσαν ένα σταθερό σημείο αναφοράς στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια των δίσεκτων χρόνων της δικτατορίας.
Με συνδετικό κρίκο τον Στάθη Παναγούλη, που μόλις αποφυλακίστηκε κατέφυγε στην Ιταλία, δημιουργήθηκε ένα δίκτυο στήριξης για τη μη εκτέλεση του Α. Παναγούλη, από φοιτητές και εξόριστους, Έλληνες, που είχαν διαφύγει τη σύλληψή τους στην Ελλάδα, όπως οι:
Νίκος Νικολαΐδης, Γενικός Γραμματέας της προδικτατορικής Ελληνικής Δημοκρατικής Νεολαίας (ΕΔΗΝ), Νίκος Αργυρόπουλος, δικηγόρος, στέλεχος της ΕΔΗΝ και βουλευτής μετά την πτώση της δικτατορίας, Νίκος Μαυρομάτης, δικηγόρος, Μίνως Νικολακάκης, φοιτητής Γεωλογίας, Γιώργος Αδρίμης, φοιτητής Γεωπονικής, Νίκος Ζαμπέλης, καταδικασθείς μαζί με τον Α. Παναγούλη στη δίκη για την απόπειρα, ο οποίος απέδρασε από τις φυλακές της Αίγινας και η αντιστασιακή μας οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση» μερίμνησε να τον φυγαδεύσει στη Σικελία (Ταορμίνα).
Σημαντικό πρόσωπο στο δίκτυο αυτό υπήρξε ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, ο πρώτος επώνυμος Έλληνας που, χωρίς κανένα δισταγμό, από την επόμενη κιόλας μέρα της απόπειρας, στάθηκε συμπαραστάτης του Αλέξανδρου Παναγούλη.
Αργότερα προστέθηκε και η Αμαλία Φλέμινγκ, μια γυναίκα με διεθνή αναγνώριση, που επίσης είχε καταδικασθεί και φυλακισθεί, αν και στη συνέχεια οι δικτάτορες την απέλασαν και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη.
Ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος, βάσει του σχεδίου «φιλελευθεροποίησης», έδωσε γενική αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους στις 21 Αυγούστου 1973. Δύο μήνες μετά, ο Αλέξανδρος Παναγούλης, συνοδευόμενος από την Οριάνα Φαλάτσι, έφθασε στη Ρώμη και τους υποδεχθήκαμε στο αεροδρόμιο.
Την επομένη της άφιξής του είχαμε κανονίσει γι’ αυτόν μια συγκινητική συνάντηση. Στο Cafe Greco, στη Via Condotti, περίμενε η Αμαλία Φλέμινγκ, η γυναίκα που είχε προσπαθήσει να οργανώσει την απόδρασή του και είχε συλληφθεί έξω από τις φυλακές Μπογιατίου.
Όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά, ο Αλέκος της προσέφερε μια ανθοδέσμη και η Αμαλία τον αγκάλιασε και τον φίλησε, χαϊδεύοντάς τον για αρκετά λεπτά απαλά στο πρόσωπο, όπως θα τον χάιδευε η μάνα του.
Την επόμενη το πρωί ο Αλέξανδρος μας κάλεσε στο ξενοδοχείο όπου έμενε (Hotel Excelsior).
Θέλαμε να τον ενημερώσουμε για την πολιτική κατάσταση στην Ιταλία, ποια ήταν τα πολιτικά πρόσωπα που είχαν αγωνιστεί για τον ίδιον και την Ελλάδα, ποιους θα έπρεπε να συναντήσει και να ευχαριστήσει, όπως και ότι θα έπρεπε να έρθει σε επαφή με τους ηγέτες των δημοκρατικών κομμάτων:
τον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ του Κομμουνιστικού Κόμματος, τον Πιέτρο Νένι του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον Πρόεδρο της Ιταλικής Βουλής Σάντρο Περτίνι, τον Ούγκο Λα Μάλφα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, τον Αρνάλντο Φορλάνι του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, αλλά και άλλες προσωπικότητες, όπως τον Φερούτσιο Πάρι, τον πρώτο πρωθυπουργό της Ιταλίας μετά την απελευθέρωση, το 1945.
Αίφνης μας διέκοψε λέγοντας: «Σήμερα επιδίωξα να είμαστε μόνοι μας, γιατί θέλω να σας ευχαριστήσω για ό,τι κάνατε για μένα, τους συντρόφους μου και την Ελλάδα αυτά τα πέντε χρόνια της τυραννίας. Σας γνώριζα και πριν σας συναντήσω, θα συνεχίσουμε από αύριο μαζί τον αγώνα για να ρίξουμε τη δικτατορία των αγράμματων συνταγματαρχών. Τώρα που έχουμε εμπειρία, θα οργανωθούμε καλύτερα».
Από τον Οκτώβριο του 1973 έως την πτώση της δικτατορίας, τον Ιούλιο του 1974, διέμενε στη Ρώμη. Οι προσκλήσεις προκειμένου να τον τιμήσουν έρχονταν από όλο τον κόσμο. Βιώσαμε τη συγκίνηση που μετέδιδε ενώ μιλούσε στη Φλωρεντία, τη Γένοβα, τη Ζυρίχη, και όπου αλλού τον είχαμε συνοδεύσει.
Ξεχωριστή υπήρξε η σχέση του με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι και συχνές οι συναντήσεις τους το δεκάμηνο της παραμονής του στην Ιταλία.
Αξέχαστη θα μείνει στη μνήμη μας η νύχτα του Πολυτεχνείου, το Σάββατο, 17 Νοεμβρίου.
Η Αμαλία Φλέμινγκ μας καλούσε συχνά τα Σάββατα με άλλους εμιγκρέδες για δείπνο. Το βράδυ εκείνο, εκτός του Α. Παναγούλη, παρευρίσκονταν και ο ηρωικός ναύαρχος του αντιτορπιλικού «Βέλος», ο Νίκος Παππάς, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Γιάννης Βούλτεψης κ.ά. Ο ενθουσιασμός μεγάλος, η συγκίνηση διάχυτη σε όλους. Βλέπαμε ιταλική τηλεόραση και σε ένα ραδιοφωνάκι ακούγαμε την προπαγάνδα του ΕΙΡΤ από την Ελλάδα.
Ένα μήνα μετά ήρθε η Χούντα του Ιωαννίδη και οκτώ μήνες αργότερα το πραξικόπημα στην Κύπρο, που οδήγησε στην οριστική πτώση της δικτατορίας.
Επιστρέψαμε στην Ελλάδα ελεύθεροι πλέον και με πρωτοβουλία του Παναγούλη επανιδρύθηκε η νεολαίο της ΕΔΗΝ. Ο ίδιος εξελέγη Γραμματέας κι εμεις οι υπόλοιποι μέλη της Γραμματείας.
Στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου του 1974 εξελέγη βουλευτής με την Ένωση Κέντρου.
Στηρίξαμε την επιλογή του προκειμένου να κατέβει υποψήφιος με την Ένωση Κέντρου, έχοντας υιοθετήσει τον πολιτικό συλλογισμό του, ότι η δικτατορία έγινε για να φύγει ο Γεώργιος Παπανδρέου και, επομένως, η Δημοκρατική Παράταξη και η Ένωση Κέντρου έπρεπε να κατέβουν ενωμένες στις εκλογές.
Την προεκλογική του καμπάνια την επωμιστήκαμε ελάχιστοι φίλοι του και ο αδελφός του Στάθης. Εξελέγη βουλευτής στη Β΄ Περιφέρεια Αθηνών και από την επόμενη της εκλογής του βρισκόμαστε, καθημερινά σχεδόν, στο πολιτικό γραφείο του στην οδό Κολοκοτρώνη 12.
Οι βουλευτές τότε δεν δικαιούνταν ούτε καν μια γραμματέα. Τα πενιχρά οικονομικά του Παναγούλη ήταν επόμενο να επιστρατεύσουν τους φίλους του, που λειτουργήσαμε το πολιτικό του γραφείο συντάσσοντας την αλληλογραφία, τα δελτία τύπου, τις επερωτήσεις του στη Βουλή, ή ρυθμίζοντας τις συναντήσεις του, κ.ά.
Τον Αύγουστο του 1975, στην δίκη των βασανιστών, τον συνοδεύσαμε με αυτοκίνητο φίλου στο Στρατοδικείο στο Ρουφ προκειμένου να καταθέσει. Στην πρώτη σειρά κάθονταν οι κατηγορούμενοι βασανιστές, Θεοφιλογιαννάκος, Χατζηζήσης, Σπανός και άλλα ανθρωπόμορφα τέρατα. Πέρασε από μπροστά τους χωρίς να τους ρίξει μια ματιά και με νηφαλιότητα αφηγήθηκε την ιστορία του πενταετούς μαρτυρίου του.
Σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες κατηγορίας, δεν τόλμησαν να τον διακόψουν, αμφισβητώντας τα της κατάθεσής του. Μόνο προς το τέλος της ακούστηκε ο Θεοφιλογιαννάκος να λέει: «Κύριοι Στρατοδίκαι τον μόνο που αναγνωρίζω ως αντιστασιακό είναι ο Παναγούλης».
Τέλη Οκτωβρίου του 1975, απόγευμα στο γραφείο του, πλησίαζε η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Συνέπιπτε με τη 17η Νοεμβρίου του 1968, όταν το Στρατοδικείο Αθηνών τον είχε καταδικάσει δις εις θάνατον. Κάποια στιγμή στράφηκε προς το μέρος μας και μας είπε υπομειδιώντας και με την πίπα στο χέρι: «Θα ήθελα να βρούμε φωτογραφίες από τη δίκη μου στο Στρατοδικείο, αυτές που βλέπω να δημοσιεύονται στις εφημερίδες είναι πάντα οι ίδιες».
Εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει να γράφει το ιστορικό της δράσης του και της οργάνωσης που ίδρυσε, των πέντε χρόνων μαρτυρίων του στις φυλακές και ταξινομούσε έγγραφα και ντοκουμέντα.
Αίφνης χαμογέλασε δυνατά, ανασύροντας μια επιστολή προς τους γονείς του με ημερομηνία Ρώμη 15.8.1968, δηλαδή δύο μέρες μετά την απόπειρα. «Γνώριζα», μας είπε, «ότι ως καταζητούμενος λιποτάκτης η ΕΣΑ θα εισέβαλε στο πατρικό μου και η επιστολή (μαϊμού) ήταν πειστήριο της αθωότητάς μου».
Μας έδωσε 200 δρχ και αρχίσαμε να ερευνούμε σε φωτογραφεία, με πρώτο εκείνο του Κ. Μεγαλοκονόμου, που στεγαζόταν σ’ ένα κτίριο στη συμβολή της Χρήστου Λαδά με την Άνθιμου Γαζή – απέναντι από τις εφημερίδες Τα Νέα και Το Βήμα.
Ο πανύψηλος φωτογράφος, που διατηρούσε στον μικρό προθάλαμο του φωτογραφείου του σε παλαιά κάδρα φωτογραφίες του Ελευθερίου Βενιζέλου, μας διηγήθηκε με περηφάνια ότι τις φωτογραφίες αυτές τις είχε τραβήξει ο ίδιος, ως νέος φωτορεπόρτερ, την περίοδο 1928-1935.
Αφού του εξηγήσαμε τι ακριβώς ζητάμε, έψαξε και μετά από λίγη ώρα άπλωσε πάνω σε μια φωτεινή επιφάνεια φίλμς από το Στρατοδικείο. Μας πρότεινε να επιλέξουμε.

Ήταν δύσκολο από τα μικροφίλμς να διακρίνουμε ποιες ήταν οι πιο καλές. Μας βοήθησε ωστόσο και επιλέξαμε γύρω στις δεκαπέντε, τις τύπωσε την επόμενη κιόλας μέρα και τις πήγαμε στον Παναγούλη. Τις κοίταξε προσεκτικά. Θυμόταν τα περισσότερα πρόσωπα, ακόμα και ονόματα των αστυνομικών που τον φρουρούσαν.
Συνεχίσαμε και μετά τον θάνατό του να συγκεντρώνουμε φωτογραφίες από το Στρατοδικείο.
Για την επέτειο των πενήντα χρόνων από τον θάνατό του και μετά από πολλές συζητήσεις, η σκέψη που κυριάρχησε ήταν να ανασύρουμε τις λησμονημένες, όχι βέβαια από όλους μας, αυτές φωτογραφίες, τις τοποθετημένες μέσα σε τέσσερις παχείς χάρτινους φακέλους. Ήταν όλες τους σε αρίστη κατάσταση, περίπου διακόσιες τον αριθμό.
Μαζί με τις φωτογραφίες είχαμε αρχειοθετήσει και διάφορα έγγραφα της ΕΔΗΝ, καθώς και προεκλογικές αφίσες, φυλλάδια, κείμενα με δηλώσεις και παρεμβάσεις του στη Βουλή.
Υπήρχαν επίσης αποδείξεις αγοράς των φωτογραφιών, όπως για παράδειγμα αυτές του ρεπόρτερ Ρεντζή, που είχε την έδρα του στην πλατεία Καρύτση.
Ξαναβλέποντας προσεκτικά τις φωτογραφίες του από το Στρατοδικείο, που απεικονίζουν και αναδεικνύουν το περήφανο ανάστημά του, το αγέρωχο βλέμμα του, τη δύναμη του σώματός του, με το προτεταμένο χέρι του προς τους στρατοδίκες, σκεφτήκαμε ότι και από μόνες τους οι φωτογραφίες είναι αποκαλυπτικές της προσωπικότητάς του. Αυτές και μόνο, αρκούν για να κατανοήσουν οι νεότερές μας γενιές ποιος ακριβώς υπήρξε ο νεομάρτυρας αγωνιστής κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών 1967-1974.
Η παρούσα αφιερωματική έκδοση έχει ως κορμό της φωτογραφίες-ντοκουμέντα και κείμενα σημαντικών Ελλήνων και Ελληνίδων, αλλά και δηλώσεις και μαρτυρίες προσώπων που είχαν αναφερθεί και είχαν τιμήσει στο παρελθόν την προσωπικότητα του Αλέξανδρου Παναγούλη. Οι λεζάντες των φωτογραφιών, πλην των περιγραφικών, συντάχθηκαν με στίχους από ποιήματα του Α. Παναγούλη.
Το κάθε κείμενο έχει τη δική του αξία και όλα μαζί αποτελούν, και θα αποτελέσουν αναμφισβήτητα και στο μέλλον, ένα χρήσιμο ιστορικό τεκμήριο.
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος φιλοτέχνησε και προσέφερε το έργο που κοσμεί το εξώφυλλο, το οποίο εμπνεύστηκε από τη φωτογραφία του Παναγούλη, ενώ καθόταν σε παρακείμενο του Στρατοδικείου χώρο και περίμενε να κληθεί προκειμένου να του απαγγελθεί η θανατική καταδίκη.
Ρωτήσαμε τον δημιουργό του πίνακα ποιο ήταν το κριτήριο ώστε να επιλέξει αυτή τη φωτογραφία, και μας απάντησε: «Όμοια στάση και έκφραση υπάρχει σε φωτογραφία με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Αυτό με παρακίνησε».
ΝΙΚΟΣ ΣΗΦΟΥΝΑΚΗΣ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ
ΑΠΟ ΤΟ TVXS
