
Tου Θεόδωρου Ατματζίδη
Εισαγωγή
Στη σύγχρονη δημοκρατία η πολιτική αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο στα κοινοβούλια, στα κομματικά συνέδρια ή στις προεκλογικές συγκεντρώσεις. Διεξάγεται επίσης και μέσα από την παραγωγή και διαχείριση πληροφοριών. Αν κάποτε η πολιτική δύναμη μετριόταν κυρίως με βάση την οργανωτική ισχύ των κομμάτων ή την επιρροή των μέσων ενημέρωσης, σήμερα ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής νομιμοποίησης διαμορφώνεται μέσα από στατιστικές μετρήσεις, δείκτες και δημοσκοπήσεις.
Στην Ελλάδα, οι πολιτικές δημοσκοπήσεις αποτελούν πλέον σταθερό στοιχείο της δημόσιας ζωής. Τα αποτελέσματά τους σχολιάζονται σχεδόν καθημερινά, χρησιμοποιούνται από τα κόμματα για τον σχεδιασμό της στρατηγικής τους και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τις πολιτικές ισορροπίες. Παρότι παρουσιάζονται ως επιστημονικά εργαλεία καταγραφής της κοινής γνώμης, συχνά βρίσκονται στο επίκεντρο έντονων αντιπαραθέσεων σχετικά με την αξιοπιστία, τη μεθοδολογία και τον ρόλο τους στη διαμόρφωση της πολιτικής πραγματικότητας.
Το βιβλίο του Darrell Huff «How to Lie with Statistics» παραμένει ένα από τα σημαντικότερα έργα για την κατανόηση αυτού του προβλημαρισμού. Ο Huff δεν επιχείρησε να αποδομήσει τη στατιστική επιστήμη. Αντίθετα, προειδοποίησε ότι ακόμη και τα πιο ακριβή δεδομένα μπορούν να οδηγήσουν σε παραπλανητικά και λανθασμένα συμπεράσματα όταν παρουσιάζονται χωρίς το κατάλληλο υπαρκτό πλαίσιο ή όταν ερμηνεύονται με τρόπο που εξυπηρετεί συγκεκριμένες επιδιώξεις [1].

Η ελληνική εμπειρία προσφέρει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πεδίο μελέτης. Η μακρά οικονομική κρίση, η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, η άνοδος των κοινωνικών δικτύων και η αυξημένη πολιτική πόλωση δημιούργησαν συνθήκες μέσα στις οποίες οι δημοσκοπήσεις απέκτησαν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι δημοσκοπήσεις είναι χρήσιμες. Είναι αν κατανοούμε τα όρια, τις δυνατότητες και τις κοινωνικές επιπτώσεις τους.
Η στατιστική ως μορφή κοινωνικής και πολιτικής ισχύος
Οι αριθμοί διαθέτουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό : εμφανίζονται ως «ουδέτεροι». Ένα ποσοστό ή ένας μέσος όρος δημιουργεί την εντύπωση αλήθειας, αντικειμενικότητας και ακρίβειας. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Huff, η στατιστική δεν αποτελεί απλώς μαθηματική διαδικασία. Αποτελεί και έναν τρόπο αφήγησης της πραγματικότητας [1].
Η κοινωνιολογία της γνώσης έχει δείξει ότι οι κοινωνίες δεν λειτουργούν αποκλειστικά με βάση γεγονότα αλλά και με βάση τις ερμηνείες τους. Οι Berger και Luckmann υποστήριξαν ότι η κοινωνική πραγματικότητα κατασκευάζεται διαρκώς μέσα από θεσμούς, γλώσσα και συμβολικές διαδικασίες [2]. Οι δημοσκοπήσεις συμμετέχουν ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία κατασκευής νοήματος.
Όταν μια έρευνα εμφανίζει ένα κόμμα ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη ή έναν πολιτικό ως δημοφιλέστερο από τους αντιπάλους του, δεν καταγράφεται απλώς μια τάση. Παράγεται μια εικόνα πολιτικής πραγματικότητας που επηρεάζει τόσο τους πολίτες όσο και τους ίδιους τους πολιτικούς δρώντες.
Ο Pierre Bourdieu περιέγραψε παρόμοια φαινόμενα ως μορφές συμβολικής εξουσίας. Εκείνος που έχει τη δυνατότητα να ορίζει ποια γνώση θεωρείται έγκυρη αποκτά και τη δυνατότητα να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο [3]. Οι δημοσκοπήσεις, επομένως, δεν είναι απλώς εργαλεία μέτρησης. Είναι επίσης εργαλεία συμβολικής ισχύος.
Η ιστορική εξέλιξη των δημοσκοπήσεων στην Ελλάδα
Οι πρώτες οργανωμένες πολιτικές έρευνες στην Ελλάδα εμφανίστηκαν σταδιακά μετά τη Μεταπολίτευση. Ωστόσο, η πραγματική ανάπτυξη του δημοσκοπικού κλάδου πραγματοποιήθηκε κατά τη δεκαετία του 1990, όταν η τηλεόραση άρχισε να αναζητά συστηματικά ποσοτικά δεδομένα για την πολιτική συμπεριφορά.
Κατά τις επόμενες δεκαετίες οι έρευνες κοινής γνώμης απέκτησαν αυξανόμενη επιρροή. Οι πολιτικές εκπομπές αφιέρωναν σημαντικό χρόνο στην παρουσίαση ποσοστών, ενώ τα κόμματα άρχισαν να βασίζουν ολοένα και περισσότερο τη στρατηγική τους σε μετρήσεις εκλογικής συμπεριφοράς.
Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2010 αποτέλεσε σημείο καμπής. Οι δραματικές κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές δυσκόλεψαν την πρόβλεψη εκλογικών συμπεριφορών. Η κατάρρευση του παραδοσιακού δικομματισμού, η εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών και η ταχύτατη μετακίνηση ψηφοφόρων κατέστησαν την πολιτική συμπεριφορά πιο απρόβλεπτη από ποτέ.
Αυτή η περίοδος ανέδειξε με έντονο τρόπο τα όρια κάθε δημοσκοπικής μέτρησης. Όσο πιο ρευστή γίνεται μια κοινωνία, τόσο δυσκολότερη γίνεται η ακριβής αποτύπωσή της.
Η Αμφιλεγόμενη διάσταση του δείγματος
Η πιο γνωστή ίσως επισήμανση του Huff αφορά το πρόβλημα του «δείγματος». Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του εξηγεί ότι ένα λανθασμένο δείγμα μπορεί να παράγει λανθασμένα συμπεράσματα ακόμη και αν όλες οι υπόλοιπες διαδικασίες είναι επιστημονικά άρτιες [1].
Η βασική αρχή των δημοσκοπήσεων είναι ότι ένα μικρό σύνολο ατόμων μπορεί να εκπροσωπήσει έναν πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό. Η λογική αυτή είναι απολύτως θεμελιωμένη στη στατιστική επιστήμη [4]. Ωστόσο, προϋποθέτει ότι το δείγμα αντανακλά επαρκώς τα χαρακτηριστικά του συνολικού πληθυσμού.
Στη σύγχρονη Ελλάδα η επίτευξη αυτής της προϋπόθεσης γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Η μείωση της χρήσης σταθερής τηλεφωνίας, η χαμηλή συμμετοχή ορισμένων ηλικιακών ομάδων και η αυξημένη δυσπιστία προς τις έρευνες δημιουργούν σημαντικά προβλήματα αντιπροσώπευσης.
Οι εταιρείες χρησιμοποιούν σταθμίσεις για να διορθώσουν αυτές τις αποκλίσεις. Ωστόσο, κάθε σταθμιστική διαδικασία βασίζεται σε θεωρητικές παραδοχές. Δεν αποτελεί αντικειμενική αλήθεια αλλά επιστημονική εκτίμηση. Αυτό δεν μειώνει αναγκαστικά την αξία των αποτελεσμάτων, υπενθυμίζει όμως ότι η μέτρηση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι πάντοτε μια διαδικασία που περιλαμβάνει αβεβαιότητα.
Η ψευδαίσθηση της ακρίβειας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα επιχειρήματα του Huff αφορά την ψευδαίσθηση που δημιουργούν οι πολύ συγκεκριμένοι αριθμοί [1]. Όταν παρουσιάζεται ότι ένα κόμμα συγκεντρώνει 28,7% και ένα άλλο 25,3%, δημιουργείται η εντύπωση ότι οι διαφορές αυτές αντανακλούν με ακρίβεια τις πραγματικές διαθέσεις της κοινωνίας.
Στην πραγματικότητα, κάθε μέτρηση περιλαμβάνει στατιστικό σφάλμα. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλες μορφές σφάλματος που δεν είναι πάντοτε ορατές στο κοινό, όπως τα σφάλματα μη απόκρισης ή τα σφάλματα διατύπωσης των ερωτήσεων [5].
Παρά ταύτα, τα μέσα ενημέρωσης συχνά μετατρέπουν μικρές διακυμάνσεις σε πολιτικά γεγονότα μεγάλης σημασίας. Μια μεταβολή μιας μονάδας παρουσιάζεται ως «εκλογική άνοδος», ενώ μια αντίστοιχη μείωση ως «πολιτική φθορά». Η πολυπλοκότητα της στατιστικής διαδικασίας υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη δημιουργίας απλών και εύληπτων αφηγήσεων.

Η θεωρία της σπείρας της σιωπής
Η Γερμανίδα πολιτική επιστήμονας Elisabeth Noelle-Neumann ανέπτυξε τη θεωρία της «σπείρας της σιωπής», σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι τείνουν να αποσιωπούν απόψεις που θεωρούν κοινωνικά μειοψηφικές ή μη αποδεκτές [6].
Η θεωρία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση των πολιτικών δημοσκοπήσεων. Όταν οι πολίτες βομβαρδίζονται από πληροφορίες που παρουσιάζουν μια πολιτική τάση ως κυρίαρχη, ορισμένοι ενδέχεται να διστάζουν να εκφράσουν διαφορετικές προτιμήσεις.
Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με την έννοια του «κρυφού ψηφοφόρου», δηλαδή του πολίτη που αποκρύπτει τις πραγματικές του προθέσεις. Η ύπαρξη τέτοιων περιπτώσεων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι δημοσκοπήσεις είναι αναξιόπιστες. Δείχνει όμως ότι η πολιτική συμπεριφορά επηρεάζεται από κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες που δεν μπορούν να μετρηθούν εύκολα.
Πρόθεση ψήφου και εκτίμηση ψήφου
Ένα από τα σημεία που προκαλούν τη μεγαλύτερη σύγχυση στη δημόσια συζήτηση είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρόθεση ψήφου και στην εκτίμηση ψήφου.
Η πρόθεση ψήφου αποτελεί την άμεση απάντηση του ερωτώμενου σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Η εκτίμηση ψήφου, αντίθετα, είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας των δεδομένων μέσω στατιστικών μοντέλων που επιχειρούν να υπολογίσουν τη συμπεριφορά αναποφάσιστων ή πολιτών που δεν απάντησαν [5].
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Η πρώτη κατηγορία αποτελεί μέτρηση. Η δεύτερη αποτελεί πρόβλεψη. Παρότι οι δύο έννοιες συνδέονται στενά, δεν ταυτίζονται. Όταν η διάκριση αυτή χάνεται, οι πολίτες συχνά αποδίδουν στις δημοσκοπήσεις μεγαλύτερη ακρίβεια από εκείνη που πραγματικά διαθέτουν.
Τα μέσα ενημέρωσης και η κατασκευή πολιτικών αφηγημάτων
Οι δημοσκοπήσεις αποκτούν πολιτική σημασία κυρίως μέσα από τη δημόσια παρουσίασή τους. Τα μέσα ενημέρωσης δεν λειτουργούν ως ουδέτεροι μεταφορείς πληροφοριών. Επιλέγουν ποια στοιχεία θα αναδείξουν, ποια θα υποβαθμίσουν και ποιο πλαίσιο ερμηνείας θα συνοδεύει τα αποτελέσματα.
Ο Habermas υποστήριξε ότι ο δημόσιος βίος αποτελεί πεδίο διαμόρφωσης πολιτικών νοημάτων [7]. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι δημοσκοπήσεις μετατρέπονται συχνά σε πρώτες ύλες για τη δημιουργία πολιτικών αφηγήσεων.
Έτσι, η συζήτηση μετατοπίζεται από τις κοινωνικές ανάγκες και τις πολιτικές προτάσεις στην παρακολούθηση μιας διαρκούς «κούρσας ποσοστών».
Οι εκλογικές αναμετρήσεις αρχίζουν να αντιμετωπίζονται σαν αθλητικά γεγονότα, όπου το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου και όχι στο περιεχόμενο των πολιτικών επιλογών.
Οι δημοσκοπήσεις ως εργαλείο και όπλο πολιτικής στρατηγικής
Οι πολιτικές δυνάμεις δεν αντιμετωπίζουν τις δημοσκοπήσεις μόνο ως πηγή πληροφόρησης. Τις χρησιμοποιούν ως εργαλείο και κατά πολλούς και ως πολιτικό όπλο στρατηγικού σχεδιασμού. Οι επιλογές προσώπων, οι προγραμματικές παρεμβάσεις και οι επικοινωνιακές καμπάνιες επηρεάζονται συχνά από τα ευρήματα των ερευνών.
Η εξέλιξη αυτή έχει δημιουργήσει αυτό που ορισμένοι ερευνητές περιγράφουν ως «πολιτική των μετρήσεων». Οι πολιτικές αποφάσεις δεν καθορίζονται αποκλειστικά από ιδεολογικές αρχές ή κοινωνικά οράματα αλλά και από τις εκτιμήσεις για το πώς θα γίνουν δεκτές από το εκλογικό σώμα και την κοινωνία. [8].

Αν και η πολιτική πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες της κοινωνίας και αυτό είναι βασικό στοιχείο της δημοκρατίας, όταν βασίζεται υπερβολικά σε μετρήσεις και δημοσκοπήσεις μπορεί να χάσει τη δυνατότητα για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Σε αυτή την περίπτωση, η πολιτική συχνά μετατρέπεται περισσότερο σε διαχείριση εντυπώσεων και άμεσης επικοινωνίας, παρά σε ουσιαστική χάραξη στρατηγικής για το μέλλον.
Συμπεράσματα
Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία κατανόησης των κοινωνικών και πολιτικών τάσεων. Παράλληλα, όμως, συνιστούν μηχανισμούς παραγωγής συμβολικής ισχύος. Οι αριθμοί που παράγουν δεν είναι απλές περιγραφές της πραγματικότητας αλλά στοιχεία που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πολιτική ζωή.
Το έργο του Darrell Huff παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο διότι υπενθυμίζει ότι οι αριθμοί δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες αλλά ως εργαλεία που απαιτούν κριτική ανάγνωση. Η ποιότητα του δείγματος, οι μέθοδοι στάθμισης, η διατύπωση των ερωτήσεων και ο τρόπος παρουσίασης των αποτελεσμάτων επηρεάζουν καθοριστικά τα συμπεράσματα που παράγονται.
Στην ελληνική περίπτωση, η συζήτηση γύρω από τις δημοσκοπήσεις δεν αφορά μόνο τη μεθοδολογία. Αφορά τη σχέση ανάμεσα στη γνώση, την εξουσία και τη δημοκρατία, την αξιοπιστία των θεσμών και τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται η πολιτική πραγματικότητα.
Η ουσιαστική δημοκρατική πρόκληση δεν είναι η απόρριψη των δημοσκοπήσεων αλλά η καλλιέργεια μιας κριτικής στάσης απέναντι στους αριθμούς. Μόνο τότε η στατιστική μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο κατανόησης και όχι ως μηχανισμός δημιουργίας ψευδαισθήσεων.
Βιβλιογραφία
[1] Huff, D. (1954). How to Lie with Statistics. W.W. Norton & Company.
[2] Berger, P. L., & Luckmann, T. (1966). The Social Construction of Reality. Anchor Books.
[3] Bourdieu, P. (1991). Language and Symbolic Power. Harvard University Press.
[4] Kish, L. (1965). Survey Sampling. Wiley.
[5] Groves, R. M., Fowler, F. J., Couper, M. P., Lepkowski, J. M., Singer, E., & Tourangeau, R. (2009). Survey Methodology (2nd ed.). Wiley.
[6] Noelle-Neumann, E. (1993). The Spiral of Silence: Public Opinion – Our Social Skin. University of Chicago Press.
[7] Habermas, J. (1989). The Structural Transformation of the Public Sphere. MIT Press.
[8] Norris, P. (2000). A Virtuous Circle: Political Communications in Postindustrial Societies. Cambridge University Press.
[9] Tourangeau, R., Rips, L. J., & Rasinski, K. (2000). The Psychology of Survey Response. Cambridge University Press.
[10] Gelman, A., & Hill, J. (2007). Data Analysis Using Regression and Multilevel/Hierarchical Models. Cambridge University Press.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .
AΠΟ ΤΟ ANIXNEYSEIS.GR
