ΕΟΚΑ Β΄, Κρατικοί Μηχανισμοί, Παρασκηνιακές Διαδρομές και Εθνική Καταστροφή

Του Απόστολου Λουλουδάκη

Η νύχτα της 12ης Οκτωβρίου 1967, όταν το αεροσκάφος Comet 4B της πτήσης BEA/CY 284 διαλύθηκε πάνω από τη Μεσόγειο παρασύροντας στον θάνατο 66 ανθρώπους, αποτελεί την ιδανική αφετηρία για να ξεδιπλωθεί το σκοτεινό παρασκήνιο που οδήγησε στην κυπριακή τραγωδία. Η βόμβα στρατιωτικού τύπου που εξερράγη κάτω από ένα κάθισμα της πρώτης θέσης είχε έναν προφανή, αν και αποτυχημένο, στόχο: τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα, ο οποίος είχε κρατήσει θέση αλλά άλλαξε το εισιτήριό του την τελευταία στιγμή. Η άμεση προσπάθεια της νεοσύστατης τότε Χούντας των Αθηνών να συγκαλύψει το γεγονός, πιέζοντας τις βρετανικές αρχές να μην αποκαλύψουν την ύπαρξη εκρηκτικού μηχανισμού, σε συνδυασμό με την απόφαση του βρετανικού Foreign Office να σφραγίσει τα σχετικά έγγραφα ως απόρρητα μέχρι το 2067, απέδειξε ότι η Κύπρος είχε ήδη μετατραπεί σε ένα αιματηρό πεδίο δοκιμών για τα διεθνή παρακρατικά δίκτυα. Αυτό το τυφλό τρομοκρατικό χτύπημα δεν λειτούργησε ως προειδοποίηση, αλλά ως ο καταλύτης για μια βαθύτερη, κυνική διολίσθηση στην παρανομία. Για τον Γρίβα, η επιβίωσή του γέννησε ένα βαθύ σύνδρομο καταδίωξης, μια έμμονη ιδέα αντεκδίκησης όχι απλώς κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, αλλά κατά οποιουδήποτε θεωρούσε ότι στεκόταν εμπόδιο στο προσωπικό του πεπρωμένο.

Όταν το 1968, ευρισκόμενος σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Θησείο, άρχισε να συνομιλεί κρυφά με τον Αντώνη Δροσογιάννη –έναν δημοκρατικό αξιωματικό των ΛΟΚ που τότε προσπαθούσε να οργανώσει μια αντιστασιακή, αντιχουντική εξέγερση– ο Γρίβας δεν αναζητούσε τη δημοκρατική αποκατάσταση. Αντιθέτως, λειτουργούσε σαν σφουγγάρι, απορροφώντας την πολύτιμη τεχνογνωσία, τις προσβάσεις και τις μεθόδους των ειδικών δυνάμεων. Οι Μονάδες Καταδρομών στην Ελλάδα αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της «Κόκκινης Προβιάς», του εγχώριου σκέλους του νατοϊκού stay-behind δικτύου Gladio. Ο Γρίβας οικειοποιήθηκε αυτή τη «διαθέσιμη τεχνολογία βίας» –τα δίκτυα ασυρμάτων, τις κρυφές αποθήκες οπλισμού, τις μεθόδους δολιοφθοράς– και όταν διέφυγε κρυφά στην Κύπρο το 1971, τη χρησιμοποίησε για να στήσει τη δική του παραστρατιωτική μηχανή: την ΕΟΚΑ Β΄.

Η ίδρυση αυτής της οργάνωσης στερείται οποιασδήποτε ιστορικής ή ηθικής νομιμοποίησης, καθώς δεν στράφηκε ποτέ εναντίον κάποιου ξένου δυνάστη ή αποικιοκράτη, αλλά λειτούργησε εξ αρχής ως ένας εγχώριος τρομοκρατικός μηχανισμός με αποκλειστικό στόχο την αποσταθεροποίηση μιας νόμιμης, ανεξάρτητης δημοκρατίας. Η παραδοσιακή ρητορική περί «αγνού ενωτικού αγώνα» καταρρέει κάτω από το βάρος της κλινικής ανάλυσης των γεγονότων. 

Η ΕΟΚΑ Β΄ γεννήθηκε ως μια θυγατρική εταιρεία βίας, ένας υπεργολάβος στον οποίο η Χούντα των Αθηνών και οι νατοϊκές μυστικές υπηρεσίες ανέθεταν τις «βρώμικες δουλειές» που ο τακτικός στρατός δεν μπορούσε να εκτελέσει επίσημα. Το πραγματικό ντεσού της υπόθεσης ξεπερνά τα όρια των ιδεολογικών διακηρύξεων και αγγίζει τον κυνικό οικονομικό και θεσμικό έλεγχο. Μέσω των μυστικών κονδυλίων της ελληνικής ΚΥΠ, η Αθήνα διοχέτευε τεράστια ποσά για τη χρηματοδότηση εφημερίδων που λασπολογούσαν καθημερινά κατά της κυπριακής κυβέρνησης, ενώ ταυτόχρονα εξαγόραζε την πίστη τοπικών παραγόντων, δικηγόρων και πρώην αγωνιστών. Ακόμα πιο σκοτεινός ήταν ο ρόλος της CIA, η οποία, σύμφωνα με μεταγενέστερες καταθέσεις Αμερικανών διπλωματών, διοχέτευε έμμεσα περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια ετησίως για τη συντήρηση αυτού του παρακρατικού δικτύου. 

Αυτή η οικονομική εξάρτηση σήμαινε ότι η ΕΟΚΑ Β΄ δεν ήταν ένα αυτόνομο κίνημα, αλλά μια μισθοφορική δύναμη, πλήρως ελεγχόμενη από τα κέντρα εξουσίας της Αθήνας, η οποία μετέτρεψε την Κύπρο σε ένα απέραντο πεδίο δολιοφθορών, απαγωγών και πολιτικών δολοφονιών, διαβρώνοντας την κοινωνική συνοχή και προετοιμάζοντας το έδαφος για την καταστροφή.

Η μαζική εμπλοκή των Ελλαδιτών αξιωματικών σε αυτό το παρακράτος φωτίζει τη βαθύτερη παθολογία του στρατιωτικού κατεστημένου της εποχής. Ο μέσος αξιωματικός που υπηρετούσε στην Κυπριακή Εθνική Φρουρά δεν ενεργούσε ως υπερασπιστής του έθνους, αλλά ως προϊόν ενός δογματικού, αντικομμουνιστικού εκπαιδευτικού συστήματος που τον είχε μετατρέψει σε έναν γραφειοκράτη της βίας. Στη δική του παραμορφωμένη αντίληψη, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ήταν ένα κυρίαρχο κράτος μέλος του ΟΗΕ, αλλά μια «ατελής» ελληνική επαρχία, και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ένας επικίνδυνος αποστάτης, ο «Κάστρο της Μεσογείου», επειδή συνομιλούσε με τους Αδέσμευτους και βασιζόταν στην υποστήριξη της αριστεράς. 

Αυτή η γνωστική ασυμφωνία επέτρεπε στους Ελλαδίτες στρατιωτικούς να ζουν μια τρομακτική διπλή ζωή: την ημέρα διοικούσαν τις νόμιμες μονάδες του κυπριακού κράτους και τη νύχτα μετατρέπονταν σε τομεάρχες της ΕΟΚΑ Β΄, αδειάζοντας τις αποθήκες οπλισμού της Εθνικής Φρουράς για να παραδώσουν τα όπλα στους τρομοκράτες. Επιπλέον, το σύστημα αξιολόγησης της Χούντας είχε μετατρέψει τη συνέργεια με το παρακράτος σε κριτήριο επαγγελματικής επιβίωσης. Όποιος αξιωματικός αρνιόταν να συμπράξει ή εξέφραζε αμφιβολίες, χαρακτηριζόταν «αντεθνικώς δρών», ανακαλούνταν στην Ελλάδα και αντιμετώπιζε τις φυλακίσεις της ΕΣΑ. Έτσι, ο πατριωτισμός εκφυλίστηκε σε ένα κυνικό εργαλείο καριέρας και εκβιασμού, όπου η ανοχή προς το έγκλημα έγινε το μοναδικό διαβατήριο για την ανέλιξη μέσα στο στράτευμα.

Αυτή η εγκληματική δυναμική έφτασε στο απόλυτο σημείο μηδέν μετά τον θάνατο του Γρίβα τον Ιανουάριο του 1974. Όταν ο διάδοχός του, ο Ελλαδίτης αξιωματικός Γεώργιος Καρούσος, προσπάθησε να διασώσει ένα ψήγμα λογικής εισηγούμενος την κατάπαυση των όπλων και την πολιτικοποίηση της οργάνωσης –καθώς έβλεπε ότι η συνέχιση της τρομοκρατίας θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε τουρκική επέμβαση– η απάντηση του νέου δικτάτορα της Αθήνας, Δημητρίου Ιωαννίδη, ήταν αμείλικτη. Ο Καρούσος, παρά το γεγονός ότι είχε βρεθεί στην Κύπρο λόγω των δικών του αντιχουντικών πεποιθήσεων, απαχθείς βίαια από τους ίδιους του τους άνδρες κατ’ εντολή της Αθήνας και εκτοπίστηκε στην Ελλάδα. Η ΕΟΚΑ Β΄ απογυμνώθηκε από κάθε πρόσχημα αυτονομίας και παραδόθηκε ολοκληρωτικά στους εγκάθετους του Ιωαννίδη, με επικεφαλής τον Αθανάσιο Σκλαβενίτη. 

Η οργάνωση μετατράπηκε σε ένα καθαρά εκτελεστικό, τυφλό όργανο, μια μαριονέτα που περίμενε την τελική εντολή για το πραξικόπημα. Όταν ο Μακάριος, έχοντας στα χέρια του αδιαμφισβήτητα στοιχεία για αυτό το παρακρατικό δίκτυο, απέστειλε την ιστορική επιστολή της 2ας Ιουλίου 1974 ζητώντας την ανάκληση των 650 Ελλαδιτών αξιωματικών, η γραφειοκρατία της βίας στην Αθήνα πανικοβλήθηκε. Το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, σχεδιασμένο από τους αξιωματικούς Γεωργίτση και Κομπόκη, δεν ήταν μια πράξη ισχύος, αλλά μια σπασμωδική κίνηση ενός παρακράτους που έβλεπε τα προνόμιά του να απειλούνται. Τα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄ βγήκαν στους δρόμους, κατέλαβαν αστυνομικούς σταθμούς και επιδόθηκαν σε ένα όργιο συλλήψεων και εκτελέσεων δημοκρατικών πολιτών, ανοίγοντας διάπλατα την κερκόπορτα για τον «Αττίλα».

Το τελικό έγκλημα αυτής της συμπόρευσης αποκαλύφθηκε στο πεδίο της μάχης κατά την τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου. Οι ίδιοι άνθρωποι που επί χρόνια αυτοπαρουσιάζονταν ως οι μοναδικοί γνήσιοι πατριώτες, κυνηγώντας απλούς πολίτες και αστυνομικούς του Εφεδρικού Σώματος, αποδείχθηκαν παντελώς ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τον πραγματικό εχθρό. 

Η Εθνική Φρουρά βρέθηκε αποδιοργανωμένη, βαθιά διχασμένη από τον εμφύλιο σπαραγμό, με τις αποθήκες πυρομαχικών της αδειασμένες για χάρη της τρομοκρατικής δράσης. Πολλά από τα στελέχη της ΕΟΚΑ Β΄ προτίμησαν να συνεχίσουν τις εκκαθαρίσεις στο εσωτερικό μέτωπο παρά να πολεμήσουν στην Κερύνεια, επιβεβαιώνοντας ότι ο φανατισμός τους ήταν χρήσιμος μόνο για εσωτερική κατανάλωση. 

Η ιστορική αποτίμηση δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες ή ελαφρυντικά: η ΕΟΚΑ Β΄ και το δίκτυο των Ελλαδιτών αξιωματικών υπήρξαν οι αυτουργοί της μεγαλύτερης εθνικής καταστροφής του σύγχρονου ελληνισμού. Στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης Ενώσεως, κατέλυσαν τη δημοκρατική νομιμότητα, πρόδωσαν την πατρίδα τους και οδήγησαν στον διαμελισμό της Κύπρου, την προσφυγοποίηση χιλιάδων ανθρώπων και τη συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα παράνομη κατοχή. Η ιστορία τους παραμένει ένα διαρκές, οδυνηρό μάθημα για το πώς ο άκρατος εθνικισμός, όταν μετατρέπεται σε εργαλείο εξουσίας, χρήματος και θεσμικού εκφυλισμού στα χέρια μιας ανεξέλεγκτης ελίτ, οδηγεί αναπόφευκτα στην εθνική αυτοχειρία.

Παράλληλα με τη δράση του στρατιωτικού παρακράτους, η ιδιότυπη συμβίωση ανάμεσα στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και το κομμουνιστικό ΑΚΕΛ αποτελεί ίσως την πιο συναρπαστική και λιγότερο φωτισμένη αντίφαση της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, μια συνεργασία που ξεπερνούσε τις παραδοσιακές ιδεολογικές περιχαρακώσεις της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Σε μια περίοδο όπου οι Έλληνες αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς, εμποτισμένοι από το μετεμφυλιακό σύνδρομο της Αθήνας, έθεταν τον φανατικό αντικομμουνισμό πάνω από το εθνικό συμφέρον, η κυπριακή πολιτική σκηνή συνέθετε ένα παράδοξο σκηνικό αμοιβαίας χρησιμοθηρίας. 

Για τη χούντα των Αθηνών και τους παραστρατιωτικούς της ΕΟΚΑ Β’, ο Μακάριος ήταν ο «κόκκινος παπάς» που μετέτρεπε τη μεγαλόνησο σε «Κούβα της Μεσογείου». Στην πραγματικότητα, όμως, η συμμαχία του Μακαρίου με την Αριστερά δεν ήταν προϊόν ιδεολογικής σύγκλισης, αλλά μια ψυχρή, ρεαλιστική συμφωνία πολιτικής επιβίωσης.

Το ΑΚΕΛ, ένα κόμμα με βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη και εκλογικά ποσοστά που άγγιζαν το τριάντα πέντε τοις εκατό, έβλεπε στο πρόσωπο του συντηρητικού Εθνάρχη τη μοναδική εγγύηση για τη δική του φυσική και πολιτική ύπαρξη. Μετά τα τραύματα του Ελληνικού Εμφυλίου, η κυπριακή Δεξιά και το βαθύ κράτος της Αθήνας επιδίωκαν τον πλήρη διωγμό της Αριστεράς. Ο Μακάριος πρόσφερε στο ΑΚΕΛ μια πολύτιμη ομπρέλα νομιμότητας, επιτρέποντας στην αριστερή συντεχνία της ΠΕΟ να δραστηριοποιείται ελεύθερα και να κερδίζει κοινωνικές κατακτήσεις, πράγμα αδιανόητο για την τότε ελλαδική πραγματικότητα. 

Το κυριότερο, όμως, ήταν ότι η στρατηγική επιλογή του Μακαρίου για «εφικτή» ανεξαρτησία αντί για την «ευκταία» Ένωση αποτελούσε για το ΑΚΕΛ ζήτημα ζωής και θανάτου. Η Αριστερά γνώριζε καλά ότι μια ενδεχόμενη Ένωση με την Ελλάδα της Χούντας, ή μια νατοϊκή λύση του Κυπριακού, θα σήμαινε την άμεση ποινικοποίηση, τον εκτοπισμό και την εξόντωση των μελών της.

Από την άλλη πλευρά, ο Μακάριος, παρά τον βαθύτατα αστικό και θρησκευτικό του συντηρητισμό, κατανοούσε ότι η δική του απόλυτη κυριαρχία εξαρτιόταν από την πειθαρχημένη μάζα των αριστερών ψηφοφόρων. Χωρίς τη λαϊκή βάση του ΑΚΕΛ, θα ήταν πολιτικά γυμνός απέναντι στις λυσσώδεις επιθέσεις της εθνικιστικής Δεξιάς και των Γριβικών. 

Επιπλέον, το ΑΚΕΛ αποτελούσε τη γέφυρα του Μακαρίου με το σοβιετικό μπλοκ. Μέσω αυτής της οδού, ο Κύπριος Πρόεδρος εξασφάλιζε τη διπλωματική ασπίδα της Μόσχας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, καθώς και τη δυνατότητα να αγοράζει σοβιετικό οπλισμό για το Εφεδρικό Σώμα, την προσωπική του πραιτωριανή φρουρά που δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία της ΕΟΚΑ Β’.

Ωστόσο, αυτή η πολιτική συναλλαγή είχε ένα σαφές και τραγικό όριο, το οποίο αναδείχθηκε λίγο πριν από την καταστροφή. Καθώς το κλίμα πολωνόταν και ο κίνδυνος ενός πραξικοπήματος από τους Ελλαδίτες αξιωματικούς γινόταν ορατός, η ηγεσία του ΑΚΕΛ ζήτησε επίμονα από τον Μακάριο τη δημιουργία μιας ένοπλης «Λαϊκής Πολιτοφυλακής», δηλαδή τον εξοπλισμό των αριστερών εργατών για την προάσπιση της Δημοκρατίας. Εκεί λειτούργησαν τα ταξικά αντανακλαστικά του Αρχιεπισκόπου. Ο Μακάριος αρνήθηκε κατηγορηματικά να δώσει όπλα στους κομμουνιστές, φοβούμενος ότι αν εξόπλιζε την εργατική τάξη θα έχανε τον έλεγχο του κράτους και θα δικαιώνε αναδρομικά την προπαγάνδα των Αθηνών. Προτίμησε να εμπιστευτεί και να εξοπλίσει μόνο το σοσιαλιστικό ΕΔΕΚ του Βάσου Λυσσαρίδη και το Εφεδρικό. Αυτή η ιστορική άρνηση άφησε τη μεγαλύτερη και πιο συμπαγή πολιτική δύναμη του νησιού ουσιαστικά άοπλη το πρωινό της 15ης Ιουλίου 1974, όταν τα ερπυστριοφόρα των Ελλήνων αξιωματικών κινήθηκαν προς το Προεδρικό Μέγαρο.

Την ίδια στιγμή, η στάση της Μόσχας και η αντίδραση της ηγεσίας του ΑΚΕΛ κατά το δραματικό εκείνο καλοκαίρι φωτίζουν τις βαθύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες της εποχής, αποδεικνύοντας πώς οι στρατηγικοί υπολογισμοί της υπερδύναμης και η ιδεολογική πειθαρχία του τοπικού κόμματος εγκλωβίστηκαν στην ορμή των γεγονότων. Όταν τα ξημερώματα της 15ης Ιουλίου εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, η Σοβιετική Ένωση βρέθηκε μπροστά σε ένα περίπλοκο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η ανατροπή του Μακαρίου αποτελούσε σοβαρό πλήγμα, καθώς έχανε έναν πολύτιμο σύμμαχο στο κίνημα των Αδεσμεύτων και μια σταθερή γέφυρα επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από την άλλη, η Μόσχα είδε στην κρίση μια χρυσή ευκαιρία να αποσταθεροποιήσει τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, εκμεταλλευόμενη τη σφοδρή σύγκρουση μεταξύ δύο μελών της Συμμαχίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Η πρώτη επίσημη αντίδραση του Κρεμλίνου χαρακτηρίστηκε από μια προσεκτικά υπολογισμένη αμφιθυμία. Ενώ καταδίκασε απερίφραστα τη χούντα των Αθηνών για την επέμβαση, υιοθέτησε μια ανεκτική, σχεδόν ευμενή στάση απέναντι στις προειδοποιήσεις της Άγκυρας για στρατιωτική δράση.

Για τη σοβιετική διπλωματία, μια τουρκική εισβολή που θα στρεφόταν εναντίον της ελλαδικής χούντας και των πραξικοπηματιών δεν φάνταζε απαραίτητα ως η χείριστη εξέλιξη, καθώς θα διέσπαζε τη νατοϊκή συνοχή και θα απομόνωνε το καθεστώς του Ιωαννίδη. Αυτή η Realpolitik εξηγεί γιατί η Μόσχα απέφυγε να πάρει δυναμικές πρωτοβουλίες στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την αποτροπή της απόβασης, τηρώντας στάση αναμονής που διευκόλυνε τους σχεδιασμούς της Άγκυρας.

Στην Κύπρο, η ηγεσία του ΑΚΕΛ βρέθηκε σε κατάσταση απόλυτου στρατηγικού και επιχειρησιακού αιφνιδιασμού, θύμα της ίδιας της πολιτικής της εξάρτησης από τον Μακάριο. Έχοντας αφεθεί άοπλο λόγω της προγενέστερης άρνησης του Αρχιεπισκόπου να συγκροτήσει λαϊκή πολιτοφυλακή, το κόμμα δεν διέθετε τους μηχανισμούς για να προβάλει οργανωμένη στρατιωτική αντίσταση στα άρματα μάχης της Εθνικής Φρουράς. Τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος, η κομματική καθοδήγηση έδωσε εντολή στα στελέχη της να αποφύγουν την κατά μέτωπο σύγκρουση και να περάσουν στην παρανομία για να διασώσουν τις δυνάμεις τους από τα εκτελεστικά αποσπάσματα των πραξικοπηματιών. Η επιβίωση του μηχανισμού αναδείχθηκε σε πρώτο στόχο, αφήνοντας τις όποιες εστίες αντίστασης στις πρωτοβουλίες μεμονωμένων αριστερών, των ανδρών του Εφεδρικού και των σοσιαλιστών της ΕΔΕΚ.

Η τραγωδία για το ΑΚΕΛ κορυφώθηκε στις 20 Ιουλίου με την έναρξη της τουρκικής εισβολής. Η ηγεσία του κόμματος βρέθηκε εγκλωβισμένη σε ένα εφιαλτικό ιδεολογικό και εθνικό παράδοξο. Ενώ η Μόσχα έβλεπε την τουρκική επέμβαση ως νόμιμο αντίβαρο στο νατοϊκό πραξικόπημα της Αθήνας, οι αριστεροί εργάτες και τα στελέχη του κόμματος στην Κύπρο έβλεπαν τα τουρκικά αποβατικά σκάφη να βομβαρδίζουν τις πόλεις τους και να απειλούν τη ζωή των οικογενειών τους. Παρά την παρανομία και τον διωγμό που υπέστησαν τις προηγούμενες ημέρες από τους Ελλαδίτες αξιωματικούς, η ηγεσία του ΑΚΕΛ πήρε τη δραματική απόφαση να καλέσει τα μέλη του να καταταγούν και να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή εναντίον του εισβολέα.

Αυτοί οι απλοί αριστεροί πολίτες, που λίγα εικοσιτετράωρα πριν καταζητούνταν από τους πραξικοπηματίες ως προδότες, βρέθηκαν στα ίδια χαρακώματα με τους διώκτες τους, πεθαίνοντας δίπλα-δίπλα υπό τις διαταγές των ίδιων Ελλήνων αξιωματικών που είχαν οργανώσει την ανατροπή του Μακαρίου. Η Μόσχα, συνειδητοποιώντας αργότερα το μέγεθος της κυπριακής καταστροφής και την επικείμενη διχοτόμηση, επιχείρησε να αναπροσαρμόσει τη ρητορική της ζητώντας την απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων, όμως η γεωπολιτική ζημιά είχε ήδη συντελεστεί. Για την ηγεσία του ΑΚΕΛ, η πίστη στη γραμμή του «εφικτού» και η τυφλή εμπιστοσύνη στους χειρισμούς του Μακαρίου πληρώθηκαν με το βαρύτερο δυνατό τίμημα: την προσφυγιά, την απώλεια χιλιάδων μελών του και τη μόνιμη στρατιωτική κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού.

Το άνοιγμα των αρχείων της CIA, των τηλεγραφημάτων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και των πρακτικών του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ φωτίζει παράλληλα με ανατριχιαστικό τρόπο το αμερικανικό παρασκήνιο της εποχής. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον και ο υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ όχι μόνο γνώριζαν εκ των προτέρων για το πραξικόπημα, αλλά άφησαν το πράσινο φως στους συνωμότες, καθοδηγούμενοι από έναν κυνικό γεωπολιτικό σχεδιασμό. Κομβικό πρόσωπο σε αυτόν τον μηχανισμό υπήρξε ο ελληνοαμερικανός πράκτορας της CIA Γκαστ Λάσκαρης-Αβράκωτος. 

Ο Αβράκωτος, γνωστός στους κύκλους της υπηρεσίας ως «Μίστερ Βρόμικος», αποτελούσε τον βασικό ανεπίσημο σύνδεσμο της CIA με το καθεστώς της Αθήνας και διατηρούσε στενές σχέσεις με τον ίδιο τον δικτάτορα Δημήτριο Ιωαννίδη. Ειναι ο ίδιος αξιωματούχος της CIA που διαδραμάτισε αργότερα πρωταγωνιστικό ρόλο στην επιχείρηση Operation Cyclone, μέσω της οποίας οι Ηνωμένες Πολιτείες εξόπλισαν, χρηματοδότησαν και εκπαίδευσαν τους Αφγανούς μουτζαχεντίν κατά τη σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν, σε μία από τις μεγαλύτερες μυστικές επιχειρήσεις του Ψυχρού Πολέμου.

Ενώ η επίσημη διπλωματική γραμμή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ —μέσω του Αμερικανού πρέσβη Χένρι Τάσκα— υποτίθεται ότι αποθάρρυνε ένα πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, τα αρχεία δείχνουν ότι ο Αβράκωτος και ο σταθμός της CIA στην Αθήνα λειτουργούσαν στο παρασκήνιο με την έγκριση του Κίσινγκερ, δίνοντας στον Ιωαννίδη το σήμα ότι η Ουάσιγκτον δεν θα αντιδρούσε στην ανατροπή του Αρχιεπισκόπου.

Όταν το πραξικόπημα εκδηλώθηκε στις 15 Ιουλίου, η αντίδραση της αμερικανικής ηγεσίας επιβεβαίωσε αυτόν τον σχεδιασμό. Οι απομαγνητοφωνημένοι διάλογοι μεταξύ Νίξον και Κίσινγκερ αποκαλύπτουν μια πλήρη σύμπνοια. Παρά το γεγονός ότι ο Νίξον βρισκόταν στα πρόθυρα της παραίτησης λόγω του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, ενημερωνόταν συνεχώς για τις εξελίξεις. Για τον Κίσινγκερ, η ανατροπή του Μακαρίου ήταν μια ευκαιρία να «καθαρίσει» το τοπίο από έναν απρόβλεπτο ηγέτη, τον οποίο θεωρούσε επικίνδυνα φιλοσοβιετικό. Όταν ξεκίνησε η τουρκική εισβολή, οι δύο άνδρες συμφώνησαν κυνικά ότι δεν υπήρχε λόγος να εμποδίσουν την Άγκυρα, με τον Κίσινγκερ να δηλώνει στον Νίξον ότι οι Τούρκοι δικαιούνταν να πάρουν το βόρειο τμήμα του νησιού για να διασφαλιστεί η παραμονή τους στο δυτικό στρατόπεδο.

Αυτή η αμερικανική εχθρότητα προς τον Μακάριο εκφράστηκε με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο όταν ο Αρχιεπίσκοπος κατέφυγε στη Νέα Υόρκη για να μιλήσει στον ΟΗΕ. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ του εξέδωσε βίζα εισόδου με την ιδιότητα του «Αρχιεπισκόπου» και όχι του «Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας». Η γραφειοκρατική αυτή λεπτομέρεια ήταν μια βαριά πολιτική σκοπιμότητα του Κίσινγκερ, ο οποίος ήθελε να αφήσει ανοιχτό το παράθυρο αναγνώρισης του μεταπραξικοπηματικού καθεστώτος, στέλνοντας το μήνυμα ότι για την Ουάσιγκτον ο Μακάριος ανήκε στο παρελθόν και διευκολύνοντας έτσι τη νατοϊκή λύση του διαμελισμού.

Το κενό εξουσίας στη Λευκωσία οδήγησε σε ένα περίπλοκο συνταγματικό θρίλερ. Μετά την ανατροπή του Μακαρίου, οι Ελλαδίτες αξιωματικοί δεν στράφηκαν στον Γλαύκο Κληρίδη, τον Πρόεδρο της Βουλής, καθώς γνώριζαν ότι ήταν ένας μετριοπαθής πολιτικός που δεν θα γινόταν μαριονέτα τους. Αντ’ αυτού, εγκατέστησαν τον ακραίο εθνικιστή Νίκο Σαμψών. Ο Κληρίδης ανέλαβε τελικά την εξουσία ως «Προεδρεύων» στις 23 Ιουλίου, όταν το καθεστώς Σαμψών κατέρρευσε υπό το βάρος της εισβολής, και αφού έλαβε τη ρητή σύμφωνη γνώμη του Μακαρίου από το εξωτερικό για να αποφευχθεί το πλήρες πολιτικό χάος. Ωστόσο, η παραμονή του Κληρίδη στην προεδρία για πέντε μήνες, ενώ ο εκλεγμένος Πρόεδρος ήταν εν ζωή, προκάλεσε έντονες καχυποψίες στο ΑΚΕΛ και στους μακαριακούς, οι οποίοι φοβούνταν ότι ο Κληρίδης, πιεζόμενος από τις ΗΠΑ, θα διολίσθαινε σε μια συμβιβαστική, νατοϊκή λύση διχοτόμησης.

Η καθυστέρηση της επιστροφής του Μακαρίου στην Κύπρο δεν ήταν δική του επιλογή, αλλά αποτέλεσμα μιας σκληρής γεωπολιτικής καραντίνας που του επιβλήθηκε. Τόσο η νέα ελληνική κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή όσο και οι Αμερικανοί πίεζαν τον Μακάριο να μείνει στο εξωτερικό. Φοβούνταν ότι η άμεση επιστροφή του θα λειτουργούσε ως θρυαλλίδα για έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους υποστηρικτές του και τα ένοπλα υπολείμματα της ΕΟΚΑ Β’, την ώρα που ο τουρκικός στρατός κατείχε ήδη το νησί. Ο Καραμανλής, αντιμετωπίζοντας τη δική του στρατιωτική ομηρία από τους ιωαννιδικούς αξιωματικούς που έλεγχαν ακόμα τα όπλα στην Αθήνα, επέλεξε μια αμυντική στάση. Η περίφημη φράση του ότι «η Κύπρος κείται μακράν» αντανακλούσε την οδυνηρή παραδοχή ότι η αποστολή ελληνικών δυνάμεων κατά τον «Αττίλα ΙΙ» τον Αύγουστο θα οδηγούσε σε έναν γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο που θα διέλυε την Ελλάδα, αφήνοντας την Κύπρο ολοκληρωτικά απροστάτευτη.

Η τραγωδία ολοκληρώθηκε στα πεδία των μαχών και στα στρατόπεδα αιχμαλώτων, όπου η ιστορία κατέγραψε ένα συγκλονιστικό ανθρώπινο παράδοξο. Οι αριστεροί στρατιώτες του ΑΚΕΛ, οι οποίοι είχαν αφεθεί άοπλοι εξαιτίας της άρνησης του Μακαρίου να τους δώσει όπλα πριν από το πραξικόπημα, βρέθηκαν να πολεμούν στην πρώτη γραμμή εναντίον του Τούρκου εισβολέα. Άνθρωποι που λίγα εικοσιτετράωρα πριν καταζητούνταν από τους Ελλαδίτες αξιωματικούς ως κομμουνιστές και προδότες, βρέθηκαν στα ίδια χαρακώματα και στα ίδια στρατόπεδα αιχμαλώτων με τους διώκτες τους. Στην αιχμαλωσία, η οργή των αριστερών φαντάρων μετατράπηκε σε μια παγωμένη, βουβή ανοχή απέναντι στους αξιωματικούς, των οποίων η εγκληματική ανικανότητα στο πεδίο της μάχης απομυθοποίησε οριστικά το εθνικιστικό αφήγημα της Χούντας, σφραγίζοντας την απώλεια του βόρειου τμήματος του νησιού.

Η κυπριακή τραγωδία του 1974 δεν υπήρξε ούτε κεραυνός εν αιθρία ούτε το αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας εθνικής παραφροσύνης. Υπήρξε η νομοτελειακή κατάληξη μιας μακράς, κυνικής διαδρομής όπου το εγχώριο παρακράτος, οι ιδεολογικές εμμονές και οι μικροπολιτικοί υπολογισμοί λειτούργησαν ως οι προθυμότεροι υπεργολάβοι των ξένων γεωπολιτικών σχεδιασμών. Όταν η βία βαφτίζεται πατριωτισμός, όταν οι θεσμοί διαβρώνονται από παραστρατιωτικούς μηχανισμούς και όταν η πολιτική ηγεσία εγκλωβίζεται ανάμεσα στην ταξική της καχυποψία και τις αυταπάτες της, το τίμημα καταβάλλεται πάντοτε από τον ίδιο τον λαό —στα χαρακώματα, στην αιχμαλωσία και στην προσφυγιά. 

Μισό αιώνα μετά, οι ανοιχτές πληγές της διχοτομημένης Κύπρου δεν υπομνηματίζουν απλώς το προδομένο παρελθόν, αλλά στέκουν ως μια διαρκής, αμείλικτη προειδοποίηση: η εθνική κυριαρχία και η δημοκρατία δεν απειλούνται μόνο από τις διαθέσεις του εξωτερικού εισβολέα, αλλά, προπαντός, από την ευκολία με την οποία μια κοινωνία επιτρέπει στα δικά της σκοτεινά δίκτυα να γίνουν τα όργανα της δικής της αυτοχειρίας.