
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Το αληθές είναι το όλον
– Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος
Στο λυκόφως της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης, όπου οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται και οι παραδοσιακοί θεσμοί αντιπροσώπευσης βιώνουν μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης, η ευρωπαϊκή Αριστερά βρίσκεται για ακόμη μια φορά εγκλωβισμένη στον δικό της, εσωτερικό λαβύρινθο. Ενώ ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός παράγει αλλεπάλληλες συστημικές κρίσεις, τα προοδευτικά κινήματα συχνά μοιάζουν ανίκανα να κεφαλαιοποιήσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, αναλώσιμα σε έναν αέναο κύκλο εσωστρέφειας, διασπάσεων και ιδεολογικών αναθεωρήσεων. Στο επίκεντρο αυτής της παθολογίας δεν βρίσκονται μόνο οι αντικειμενικές δυσκολίες διακυβέρνησης ή οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί, αλλά μια βαθύτερη, υπαρξιακή ένταση που διατρέχει την ιστορία του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος από τις απαρχές του: η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην αποστασία και τη συντροφικότητα.
Αυτές οι δύο έννοιες, φορτισμένες με βαρύ ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο, δεν αποτελούν απλώς ψυχολογικές κατηγορίες συμπεριφοράς. Αντίθετα, λειτουργούν ως οι δομικοί πυλώνες πάνω στους οποίους οικοδομήθηκε και αποδομήθηκε η συλλογική ταυτότητα της Αριστεράς, καθορίζοντας τα όρια της εσωκομματικής δημοκρατίας, τη φύση της πολιτικής πειθαρχίας και το τίμημα της ιδεολογικής διαφοροποίησης.
Για την αστική πολιτική φιλοσοφία, το κόμμα αποτελεί κατά βάση έναν ορθολογικό μηχανισμό διαχείρισης συμφερόντων, μια εκλογική μηχανή όπου τα άτομα συμπράττουν προσωρινά για την κατάληψη της εξουσίας. Για την Αριστερά, ωστόσο, η ένταξη στη συλλογικότητα υπήρξε ιστορικά μια πράξη οντολογικού αναπροσανατολισμού. Ο σύντροφος δεν είναι απλώς ένας συνεργάτης ή ένας συνάδελφος· είναι ο συνοδοιπόρος σε μια μακρά πορεία κοινωνικής χειραφέτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η συντροφικότητα αναδείχθηκε ως το κανονιστικό θεμέλιο του κινήματος. Λειτούργησε ως μια έμπρακτη, καθημερινή άρνηση του καπιταλιστικού ατομικισμού. Εκεί όπου η αγορά επέβαλε τον ανταγωνισμό, την αποξένωση και την εργαλειοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων, η αριστερή συλλογικότητα αντέτασσε την αλληλεγγύη, την κοινότητα των σκοπών και την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η συντροφικότητα παρείχε το αναγκαίο ψυχικό και ηθικό κεφάλαιο για να αντέξουν οι αγωνιστές τις διώξεις, τις εξορίες και τις ήττες.
Στο σημείο αυτό, η θεωρητική συμβολή του Γκέοργκ Λούκατς, ιδιαίτερα στο έργο του «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση», προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς η Αριστερά προσπάθησε να οχυρώσει αυτή τη δέσμευση απέναντι στην καπιταλιστική πραγμοποίηση. Ο Λούκατς αντιλαμβανόταν το κόμμα ως τη ζωντανή ενσάρκωση της ταξικής συνείδησης, όπου η εθελούσια υποταγή της ατομικής βούλησης στη συλλογική πειθαρχία αποτελούσε τη μοναδική οδό για την υπέρβαση του αστικού κατακερματισμού. Ο ίδιος ο Ούγγρος φιλόσοφος βίωσε αυτή την ένταση στο πετσί του: κατά τη διάρκεια της σύντομης Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας του 1919, ως Λαϊκός Επίτροπος Παιδείας, αλλά και αργότερα με τη δημόσια αυτοκριτική του για τις «Θέσεις του Μπλουμ», αναγκάστηκε να υποτάξει τις προσωπικές του θεωρητικές αναζητήσεις στην κομματική ορθοδοξία της Τρίτης Διεθνούς. Αυτή η επιλογή, αν και τον προστάτευσε από το στίγμα του αποστάτη, κατέδειξε το σκληρό τίμημα που απαιτεί η κομματική πειθαρχία, μετατρέποντας τη συντροφικότητα από σχέση αλληλεγγύης σε έναν μηχανισμό γραφειοκρατικής επιβίωσης.
Η συντροφικότητα, στο βαθμό που η πολιτική οργάνωση συγκροτείται γύρω από λογικές πειθαρχίας και ιεραρχημένης συνοχής, παύει να λειτουργεί ως ισότιμος δεσμός και μετατρέπεται σε σχέση ένταξης και υπαγωγής.
Στο πλαίσιο αυτό, η αποστασία εντάσσεται στις λογικές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, όπου η απόκλιση από την κεντρική γραμμή, ιδιαίτερα σε κρίσιμες ιστορικές συγκυρίες, τείνει να υπερβαίνει το επίπεδο της πολιτικής διαφωνίας και να προσλαμβάνεται ως ρήξη με τη συλλογική ενότητα.
Αυτή η λουκατσιανή αναζήτηση μιας οργανωμένης συλλογικότητας τέμνεται, αλλά και συγκρούεται, με τη θεωρία του Αντόνιο Γκράμσι για την ηγεμονία. Για τον Ιταλό διανοητή, το κόμμα είναι ο «Σύγχρονος Ηγεμόνας», ένας συλλογικός διανοούμενος που δεν επιβάλλει απλώς μια γραμμή, αλλά οικοδομεί ένα νέο ιστορικό μπλοκ μέσα από την πολιτισμική και ηθική μεταστροφή της κοινωνίας. Στο γκραμσιανό σύμπαν, η συντροφικότητα είναι το απαραίτητο υπόβαθρο για την παραγωγή αυτής της νέας ηγεμονίας. Όταν όμως ο «Σύγχρονος Ηγεμόνας» γραφειοκρατικοποιείται, η ανάγκη για πολιτική ενότητα μετατρέπεται σε κυνική απαίτηση για τυφλή υπακοή. Τότε είναι που η διαφωνία παύει να αντιμετωπίζεται ως πηγή πλούτου και μετατρέπεται σε αίρεση. Η πίστη στο κόμμα ταυτίζεται με την πίστη στην εκάστοτε ηγεσία, και η αμφισβήτηση της γραμμής άρχισε να εκλαμβάνεται ως ρήξη με την ίδια την κοινότητα, ως μιασματική εκτροπή από την ιστορική αναγκαιότητα.
Αν η συντροφικότητα είναι ο παράδεισος της αριστερής μυθολογίας, η αποστασία είναι η κόλασή της. Σε κανέναν άλλον πολιτικό χώρο η αποχώρηση, η διαφωνία ή η μετακίνηση στελεχών δεν αντιμετωπίζεται με τόσο βαθιά ηθική απαξίωση όσο στην Αριστερά. Ενώ στα δεξιά ή κεντρώα κόμματα οι μετακινήσεις προσώπων ερμηνεύονται συχνά με όρους κυβερνητικού ρεαλισμού, διεύρυνσης ή τακτικής, στην Αριστερά ο αποχωρών σπάνια είναι απλώς ένας πολιτικός αντίπαλος· είναι σχεδόν πάντα ένας προδότης. Αυτή η προσέγγιση συνδέεται άρρηκτα με τη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι η Αριστερά δεν μάχεται απλώς για τη διαχείριση του κράτους, αλλά για την αλλαγή του κόσμου. Κατά συνέπεια, όποιος εγκαταλείπει το σκάφος δεν αλλάζει απλώς άποψη· αποστατεί από την ίδια την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ο όρος αποστασία κουβαλά θρησκευτικές καταβολές, την εγκατάλειψη της πίστης, και χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια συνειδητή πράξη συναλλαγής με το αντίπαλο ταξικό στρατόπεδο.
Αυτή η κουλτούρα της καχυποψίας και της εύκολης εκτόξευσης της κατηγορίας περί αποστασίας μεταλαμπαδεύτηκε σε ολόκληρο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, επηρεάζοντας βαθύτατα και την ελληνική Αριστερά. Η ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας είναι γεμάτη από τέτοιες δραματικές στιγμές, όπου η αλλαγή της κομματικής γραμμής μετέτρεπε τους ήρωες του χθες σε αποστάτες του σήμερα. Η περίπτωση του Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος απομονώθηκε και καταγγέλθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ το 1945 επειδή αρνήθηκε να πειθαρχήσει στη Συμφωνία της Βάρκιζας, αποτελεί μια κλασική περίπτωση όπου η πολιτική διορατικότητα βαφτίστηκε τυχοδιωκτισμός και αποστασία. Αντίστοιχα, η καθαίρεση και ο πολιτικός εξοστρακισμός του Νίκου Ζαχαριάδη μετά την 6η Ολομέλεια του 1956 δείχνει πώς ο μηχανισμός της αποστασίας μπορούσε να στραφεί εναντίον των ίδιων των δημιουργών του, όταν οι γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μόσχα άλλαζαν.
Ωστόσο, η έννοια της αποστασίας στην ελληνική πολιτική σκηνή δεν υπήρξε ποτέ μονοσήμαντη. Αντιθέτως, συχνά χρησιμοποιήθηκε με τρόπο αντιφατικό και συγκρουσιακό, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1960, όταν η έννοια της αποστασίας ξεφεύγει από τα στενά εσωκομματικά αριστερά πλαίσια και κυριαρχεί στο σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος, με αποκορύφωμα τα Ιουλιανά του 1965 και την ανατροπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου. Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, η επίσημη κομμουνιστική Αριστερά, μέσω της ηγεσίας του παράνομου τότε ΚΚΕ, επιδεικνύει μια αξιοσημείωτη αναλυτική επιφυλακτικότητα απέναντι στη χρήση του όρου από τις δυνάμεις του Κέντρου. Σε ανακοίνωσή του τον Φεβρουάριο του 1966, το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, έβγαλε τον Φεβρουάριο 1966 την παρακάτω ανακοίνωση δείχνοντας πώς αντιλαμβανόταν την πολιτική κατάσταση της χώρας τότε, επιχειρώντας να αποστασιοποιηθεί από τη ρητορική της Ένωσης Κέντρου.
“Αυτά, τα περί “δύσκολα καλυπτόμενης βασιλικής διχτατορίας”, τα “ποιος κυβερνά, ο βασιλιάς ή ο λαός”, που στην πραγματικότητα είναι αντιγραφή παπανδρεϊκών συνθημάτων, δεν είναι σωστές ορολογίες, μόνο συγχύσεις δημιουργούν… Ο χαρακτηρισμός “αποστάτες” δίνει και παίρνει… Θα δημιουργηθεί έτσι σιγά σιγά η αντίληψη ότι ο καθένας που μεταπηδάει από το ένα κόμμα στο άλλο είναι αποστάτης και τον καταδικάζουμε. Αν αύριο δηλαδή φύγουν μερικοί από το Κέντρο ή από άλλο κόμμα και έρθουν στην ΕΔΑ, αυτοί θα τους λένε το ίδιο αποστάτες, αλλά θα είναι αποστάτες; “.
Πέρα όμως από την ιδεολογική και ιστορική της διάσταση, η ταύτιση της διαφωνίας με την αποστασία συνδέεται και με τον τρόπο οργάνωσης της κομματικής ισχύος. Στα συγκροτημένα κόμματα, ο έλεγχος των οργάνων και της γραμμής δεν αποτελεί δευτερεύον τεχνικό ζήτημα, αλλά έναν από τους βασικούς όρους πολιτικής συνοχής και επιρροής. Σε αυτό το πλαίσιο, η εσωτερική απόκλιση δεν απειλεί μόνο τη θεωρητική ενότητα, αλλά μπορεί να δημιουργήσει και ρωγμές στον οργανωτικό έλεγχο και στη δυνατότητα συγκεντρωμένης δράσης.
Έτσι, η κατηγορία της αποστασίας λειτουργεί συχνά ως ένας τρόπος οριοθέτησης των εσωτερικών ορίων του κόμματος, τόσο ιδεολογικά όσο και οργανωτικά.
Αυτή η λογική δεν περιορίζεται στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά επεκτείνεται στο ευρύτερο πολιτικό σύστημα.
Στο πιο χαρακτηριστικό της πεδίο εφαρμογής, αυτή η δυναμική αποτυπώνεται στο σύγχρονο κοινοβουλευτικό σύστημα, όπου η έννοια της αποστασίας αποκτά άμεση πολιτική λειτουργία.
Στο σύγχρονο κοινοβουλευτικό πεδίο, η κατηγορία της αποστασίας επιστρατεύεται συχνά όταν στελέχη ή βουλευτές επιλέγουν να αποχωρήσουν από ένα κόμμα διατηρώντας τις βουλευτικές τους έδρες. Για την ηγεσία που υφίσταται την απώλεια, η πράξη αυτή συνιστά κλοπή της λαϊκής εντολής. Για τους αποχωρούντες, ωστόσο, η διατήρηση της έδρας προβάλλεται ως ηθική υποχρέωση για τη διάσωση της πραγματικής ιδεολογικής ταυτότητας, την οποία θεωρούν ότι η τρέχουσα ηγεσία έχει προδώσει. Η αποστασία του ενός είναι η ηρωική έξοδος και η διάσωση των αρχών για τον άλλον.
Η ιστορία της Αριστεράς, από το σχίσμα της Πρώτης Διεθνούς έως τη διάσπαση Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων, είναι μια ιστορία συνεχών διαιρέσεων. Το φαινόμενο αυτό, που συχνά λοιδορείται από τους πολιτικούς της αντιπάλους ως δείγμα ναρκισσισμού των μικρών διαφορών, έχει βαθύτερες αιτίες. Ήδη στον 19ο αιώνα, ο Καρλ Μαρξ αντιμετώπιζε τις θεωρητικές αποκλίσεις όχι ως απλές διαφορές γνώμης, αλλά ως εν δυνάμει πολιτικούς κινδύνους για το ίδιο το εργατικό κίνημα. Η πολεμική του απέναντι στον Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, η σύγκρουσή του με τον Φερντινάντ Λασάλ, αλλά και η αυστηρή κριτική του στο Πρόγραμμα της Γκότα το 1875 αποκαλύπτουν τον διαρκή φόβο ότι η υποχώρηση σε ζητήματα θεωρίας και στρατηγικής μπορούσε να οδηγήσει το κίνημα στην πολιτική ενσωμάτωση. Η ίδια αγωνία επανεμφανίστηκε αργότερα στη σύγκρουση με τον αναθεωρητισμό του Έντουαρντ Μπερνστάιν και, ακόμη πιο δραματικά, στην πολεμική του Λένιν εναντίον του Καρλ Κάουτσκι μετά τη χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς το 1914. Η Αριστερά, λόγω του θεωρητικού της χαρακτήρα, τείνει έτσι να αποδίδει τεράστια σημασία στη στρατηγική και τακτική ακρίβεια. Μια διαφωνία για τον χαρακτήρα της μεταβατικής περιόδου ή για τη στάση απέναντι σε μια διεθνή κρίση δεν θεωρείται απλή διαφορά εκτίμησης, αλλά επιλογή που μπορεί να οδηγήσει στην αφομοίωση του κινήματος από την αστική τάξη πραγμάτων.
Η τραγική μοίρα της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ μετά την αποτυχία της Γερμανικής Επανάστασης του 1919 συμπύκνωσε με δραματικό τρόπο τις αντιφάσεις της αριστερής συντροφικότητας. Οι δύο ηγέτες του Σπαρτακιστικού κινήματος δολοφονήθηκαν από παραστρατιωτικές δυνάμεις, με τη συνενοχή τμημάτων του κρατικού μηχανισμού της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης, αποκαλύπτοντας ότι οι διασπάσεις στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος μπορούσαν να λάβουν ακόμη και εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά. Η ήττα της γερμανικής επανάστασης και η αιματηρή σύγκρουση ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και την επαναστατική Αριστερά σημάδεψαν βαθιά τη συλλογική μνήμη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, ενισχύοντας την καχυποψία απέναντι στον πολιτικό συμβιβασμό και στην εσωτερική απόκλιση.
Η Αριστερά, λόγω του θεωρητικού της χαρακτήρα, τείνει να δίνει τεράστια σημασία στη στρατηγική και τακτική ακρίβεια. Μια διαφωνία για τον χαρακτήρα της μεταβατικής περιόδου ή για τη στάση απέναντι σε μια διεθνή κρίση δεν θεωρείται μια απλή διαφορά εκτίμησης, αλλά μια επιλογή που μπορεί να οδηγήσει το κίνημα στην ενσωμάτωση. Όταν ξεσπά μια τέτοια κρίση, ο μηχανισμός της απονομιμοποίησης ενεργοποιείται αμέσως. Η κομματική πλειοψηφία αντιμετωπίζει τη μειοψηφία όχι ως συντρόφους, αλλά ως εσωτερικό εχθρό που υπονομεύει το συλλογικό εγχείρημα. Η συντροφικότητα εξατμίζεται μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα. Άνθρωποι που μοιράζονταν κοινούς αγώνες για δεκαετίες μετατρέπονται σε ορκισμένους εχθρούς. Η πολιτική αντιπαράθεση εκτραχύνεται σε προσωπικές επιθέσεις και ηθική εξόντωση. Η μειοψηφία, αποκλεισμένη και κυνηγημένη, οδηγείται στην έξοδο, επιβεβαιώνοντας έτσι, μέσω μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας, την αρχική κατηγορία: ότι δηλαδή ήταν αποστάτες που δεν άντεχαν την κομματική πειθαρχία.
Αυτό το παράδοξο αναδεικνύει μια τραγική αλήθεια. Η Αριστερά συχνά καταστρέφει το ανθρώπινο δυναμικό της στο όνομα μιας ιδεολογικής καθαρότητας, η οποία, ωστόσο, την αφήνει κοινωνικά απομονωμένη και πολιτικά ανίσχυρη. Η ανάγκη για προστασία του συλλογικού υποκειμένου μετατρέπεται σε έναν ασφυκτικό συντηρητισμό που πνίγει κάθε δημιουργική σκέψη. Στον 21ο αιώνα, η συζήτηση αυτή έχει μετατοπιστεί, καθώς έχουν αλλάξει ριζικά οι ίδιες οι δομές της πολιτικής οργάνωσης, αντανακλώντας μια βαθύτερη πραγμοποίηση των σύγχρονων ανθρωπίνων σχέσεων εντός των κομμάτων. Η καπιταλιστική λογική της κατανάλωσης και του εφήμερου έχει εισχωρήσει στον πυρήνα της πολιτικής στράτευσης. Τα παραδοσιακά κόμματα μαζών έχουν δώσει τη θέση τους σε πιο ρευστά σχήματα: κόμματα-κινήματα, πλατφόρμες ψηφιακής δημοκρατίας και αρχηγικά κόμματα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Αυτή η ψηφιακή μετάλλαξη επαναπροσδιορίζει βίαια τη δυναμική των εσωκομματικών συγκρούσεων. Όταν η κομματική συμμετοχή περιορίζεται σε ένα κλικ σε μια οθόνη, ο οργανικός δεσμός μεταξύ των μελών διαρρηγνύεται. Η αλληλεγγύη του δρόμου αντικαθίσταται από την τοξικότητα των ψηφιακών αρένων. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο αλγόριθμος επιβραβεύει την πόλωση και τον απλουστευτικό λόγο, με αποτέλεσμα οι εσωκομματικές διαφωνίες να μην επιλύονται πλέον μέσα από εξαντλητικές συνεδριακές μάχες και θεωρητικά κείμενα, αλλά να εκτραχύνονται σε δολοφονίες χαρακτήρων με όρους θεάματος. Η έννοια της αποστασίας έχει απολέσει μέρος του παλιού, τραγικού της μεγαλείου, αλλά έχει γίνει πιο εύκολα διαχειρίσιμη ως επικοινωνιακό προϊόν. Η κατηγορία του αποστάτη εκτοξεύεται πλέον εύκολα από τις κομματικές ηγεσίες μέσω μιας ανάρτησης, με σκοπό να συσπειρώσουν ένα εναπομείναν ακροατήριο, λειτουργώντας ως ένας βολικός αποδιοπομπαίος τράγος για τις δικές τους στρατηγικές αποτυχίες.
Η διαχρονική σχέση ανάμεσα στην αποστασία και τη συντροφικότητα δείχνει ότι η Αριστερά δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια ισχυρή ηθική διάσταση, αλλά ταυτόχρονα κινδυνεύει να πεθάνει από αυτήν όταν μετατρέπεται σε δογματισμό. Για να βγει από το σημερινό τέλμα, η προοδευτική σκέψη οφείλει να επαναθεμελιώσει τη συντροφικότητα πάνω σε νέες, σύγχρονες βάσεις. Αυτό σημαίνει την αποδοχή της πολλαπλότητας στο εσωτερικό της. Η διαφωνία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προθάλαμος της προδοσίας, ούτε η πειθαρχία ως τυφλή υπακοή στον εκάστοτε αρχηγικό μηχανισμό. Η πραγματική συντροφικότητα δεν φοβάται τον διάλογο ούτε τη ρήξη· φοβάται τον εκφυλισμό των αξιών.
Αν η Αριστερά θέλει να ξαναγίνει ελκυστική απέναντι στη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα και την άνοδο της ακροδεξιάς, πρέπει να αποδείξει ότι είναι ικανή να χτίσει κοινότητες αγώνα όπου η ελευθερία της γνώμης και η συλλογική αλληλεγγύη συνυπάρχουν, ξεπερνώντας την αποξένωση που έχει διαπεράσει την ίδια την πολιτική στράτευση.
Διαφορετικά, η Αριστερά θα παραμένει παγιδευμένη σε μια κυκλική αναπαραγωγή ρήξεων, όπου κάθε διάσπαση διεκδικεί το κύρος της ιστορικής αλήθειας, ενώ στην πράξη υπονομεύει τη δυνατότητα συλλογικής πολιτικής εκπροσώπησης.
Βέβαια στη χεγκελιανή διαλεκτική, η αντίφαση και η διάσπαση δεν αποτελούν απλώς αρνητικές καταστάσεις, αλλά εσωτερικές κινητήριες δυνάμεις της ιστορικής εξέλιξης, μέσω των οποίων το πνεύμα προχωρά σε ανώτερες συνθέσεις.
Ωστόσο, στην πολιτική πρόσληψη που κυριαρχεί στους μεταγενέστερους μαρξιστικούς σχηματισμούς, η έμφαση μετατοπίζεται: η ρήξη παύει να νοείται ως παραγωγική στιγμή και αντιμετωπίζεται κυρίως ως απειλή για τη συνοχή του συλλογικού υποκειμένου.

