Αποτελεσματικά εργαλεία κατά της φοροδιαφυγής

Toυ Μελέτη Ρεντούμη

Tο 2025 καταγράφεται ήδη ως σημείο καμπής για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα, καθώς για πρώτη φορά τα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία ελέγχου δεν λειτουργούν απλώς υποστηρικτικά, αλλά κυριαρχούν στον τρόπο με τον οποίο το κράτος παρακολουθεί, διασταυρώνει και τελικά εισπράττει φόρους.

Πιο συγκεκριμένα, η πλήρης ενεργοποίηση των ηλεκτρονικών βιβλίων myDATA, οι αυτοματοποιημένοι έλεγχοι σε πραγματικό χρόνο και ο σταδιακός περιορισμός της χρήσης μετρητών άλλαξαν ριζικά το τοπίο της φορολογικής συμμόρφωσης, μεταφέροντας μεγάλο μέρος της αόρατης οικονομίας στην επίσημη οικονομική δραστηριότητα.

Η ουσία αυτής της αλλαγής δεν βρίσκεται μόνο στην τεχνολογία καθαυτή, αλλά στη νέα φιλοσοφία που εισάγει. Το φορολογικό σύστημα παύει να βασίζεται σε εκ των υστέρων ελέγχους και καταγγελίες και περνά σε ένα καθεστώς συνεχούς παρακολούθησης και διασταύρωσης δεδομένων.

Πλέον οι συναλλαγές αποτυπώνονται ψηφιακά από τη στιγμή που πραγματοποιούνται, τα τιμολόγια διαβιβάζονται αυτόματα στην ΑΑΔΕ και οι αποκλίσεις εντοπίζονται χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Έτσι, περιορίζεται δραστικά το περιθώριο απόκρυψης εισοδήματος ή μη απόδοσης ΦΠΑ, ιδιαίτερα σε κλάδους που παραδοσιακά εμφάνιζαν υψηλά ποσοστά παραβατικότητας.

Τα αποτελέσματα αυτής της μετάβασης είναι ήδη μετρήσιμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της πρόσφατης έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κενό ΦΠΑ, το ελληνικό Δημόσιο χάνει πλέον έως και 7 δισεκατομμύρια ευρώ λιγότερα έσοδα από ΦΠΑ σε ετήσια βάση σε σχέση με το κοντινό παρελθόν.

Πρόκειται σαφώς για μια εντυπωσιακή μεταβολή, αν αναλογιστεί κανείς ότι για δεκαετίες η Ελλάδα συγκαταλεγόταν στις χώρες με τα μεγαλύτερα ποσοστά απώλειας ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συρρίκνωση του κενού δεν σημαίνει απλώς καλύτερη είσπραξη, αλλά υποδηλώνει ότι η οικονομική δραστηριότητα δηλώνεται πλέον πιο πιστά και συστηματικά.

Παράλληλα, η αύξηση των φορολογικών εσόδων, και ειδικά των εσόδων από ΦΠΑ, έχει άμεσο και έμμεσο αντίκτυπο στη δημοσιονομική πολιτική της χώρας. Από τη μία πλευρά, ενισχύει τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών, επιτρέποντας στο κράτος να στηρίζει κοινωνικές πολιτικές, επενδύσεις και παρεμβάσεις χωρίς να καταφεύγει σε οριζόντιες αυξήσεις φόρων.

Από την άλλη, δημιουργεί μεγαλύτερο βαθμό αξιοπιστίας απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις αγορές, καθώς τα έσοδα δεν προκύπτουν από έκτακτα μέτρα αλλά από διαρθρωτική βελτίωση της φορολογικής βάσης.

Επιπλέον, η μείωση της φοροδιαφυγής λειτουργεί και ως εργαλείο φορολογικής δικαιοσύνης. Όσο περιορίζεται η δυνατότητα απόκρυψης εισοδημάτων, τόσο μειώνεται η ανάγκη να επιβαρύνονται υπερβολικά οι συνεπείς φορολογούμενοι, είτε φυσικά πρόσωπα είτε επιχειρήσεις. Η ψηφιακή διαφάνεια τείνει να εξισορροπήσει τον ανταγωνισμό στην αγορά, καθώς όσοι μέχρι πρότινος λειτουργούσαν στο περιθώριο χάνουν το αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι των νόμιμων επιχειρήσεων.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η μάχη κατά της φοροδιαφυγής δεν κερδίζεται πλέον με αποσπασματικούς ελέγχους ή αυστηρότερες ποινές, αλλά με έξυπνα, διασυνδεδεμένα και αυτοματοποιημένα συστήματα που ενσωματώνουν τη φορολογική συμμόρφωση στην ίδια τη λειτουργία της οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση, το 2025 δείχνει ότι η ψηφιακή μετάβαση μπορεί να μετατραπεί σε ισχυρό δημοσιονομικό εργαλείο, αυξάνοντας τα έσοδα, βελτιώνοντας τη δικαιοσύνη και προσφέροντας στη χώρα μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας στη χάραξη μιας πιο σταθερής και αναπτυξιακής δημοσιονομικής πολιτικής.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός