Βαγγέλης Μαρινάκης: Εφτά συν μια ενοχλητικές αλήθειες -για τον ίδιο, την κυβέρνηση, την  ΝΔ και τον… ΔΟΛ

Του Γ. Λακόπουλου

Μετά το ραδιόφωνο, ο Βαγγέλης Μαρινάκης -μεγαλοεφοπλιστής, μεγαλοπαράγων του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, μεγαλομιντιάρχης και διεθνής μεγαλοεπιχειρηματίας με ισχυρή ρευστότητα- εμφανίσθηκε σε τηλεοπτική συνέντευξη, εφ’ όλης της ύλης.

Εμφανώς δεν το έκανε απλώς για απαντήσει σε όσους τον κατηγορούν να μιλήσει για τις δουλειές του ή να προωθήσει την υποψηφιότητά του ως…δημοτικός σύμβουλος Πειραιά. Το έκανε για να υπερασπιστεί το «πακέτο» που διαμορφώνουν όλα αυτά.

Αν στύψει κάποιος την πολυετή επικαιρότητα που διαμορφώνεται γύρω του, θα προκύψουν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, μάλλον ενοχλητικές  για τον ίδιο, για την κυβέρνηση, για τη ΝΔ, αλλά και για τον ΔΟΛ που απέκτησε.

Πρώτο: Ο Μαρινάκης δεν είναι διαπλεκόμενος. Με την έννοια ότι δεν στρατολογεί πολιτικούς για να αποσπάει κρατικές προμήθειες,όπως έκαναν επί δεκαετίες άλλοι επιχειρηματίες, που είχαν ιδιωτικούς στρατούς στις κοινοβουλευτικές ομάδες του ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ κυρίως και έβγαζαν μέχρι και… Πρωθυπουργούς!

Ωστόσο η οικονομική του επιφάνεια, η μιντιακή ισχύς του και η ποδοσφαιρική επιρροή του έχουν φέρει στην αυλή του πρόθυμους πολιτικούς και πολιτευτές από τη ΝΔ το Κινάλ- ενδεχομένως και κάποιους από τον ΣΥΡΙΖΑ. Για ποια χρήση προορίζονται μένει να το δούμε. Πάντως δεν ανήκει στη λίστα των «διαπλεκόμενων συμφερόντων», αφού δεν απομυζά  δημόσιο χρήμα. Ό,τι κάνει, το κάνει με δικά του λεφτά- για τα οποία κανείς δεν μπορεί να του πει » «πού τα βρήκες;».

Δεύτερο: Η σχέση των κυβερνήσεων Τσίπρα με τον Μαρινάκη έχει εκατέρωθεν αδιευκρίνιστες πλευρές. Ειδικά σε ό,τι αφορά τους κυβερνητικούς -που είναι και οι ελεγχόμενοι, ως εξουσία- υπήρξε η ωμή παρασκηνιακή παρέμβαση Καμμένου- μέλους της κυβέρνησης- σε δικαστικές ενέργειες που  τον αφορούσαν. Δημόσιες υπάρχουν και από άλλους.

Με ποια λογική και ποια νομιμοποίηση ο υπουργός … Άμυνας κινητοποιείται προσωπικά για την απονομή Δικαιοσύνης και επικοινωνεί με εμπλεκόμενους  σ’ αυτή τη διαδικασία;

Αλλά αν ο Καμμένος ήταν το προβληματικό μέλος του κυβερνητικού σώματος που αποκόπηκε, υπάρχουν πάντα ερωτήματα για τις επαφές του σημερινού υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής με τον «ολιγάρχη» Μαρινάκη- στην περίοδο των τηλεοπτικών αδειοδοτήσεων.

Στην συζήτησή του με τον Αντώνη Σρόιτερ ο Μαρινάκης απάλυνε κάποια από όσα είχε πει στην προηγουμένη συνέντευξη του για τον Νίκο Παππά, ως …εντολέα του Καλογρίτσα  -με πρωθυπουργική ενημέρωση- για δανεικά  και εξωράισε  άλλες πλευρές των επαφών τους.  Είχε προηγηθεί, η επίσης … απαλή, υπουργική διάψευση.

Το θέμα είναι αν, όπως έχει πει ο ίδιος, οι επαφές τους έφταναν μέχρι υπουργικές επισκέψεις στο γραφείο του εφοπλιστή ή στο σπίτι του. Οι αναγκαίες υπηρεσιακές επαφές επιχειρηματιών και υπουργών -που πρέπει να υπάρχουν- γίνονται στα γραφεία των υπουργών. Τα υπόλοιπα είναι ανάρμοστα.

Τρίτο:  Ο Βαγγέλης Μαρινάκης είναι υπόδικος. Για την ακρίβεια ελέγχεται από την ελληνική Δικαιοσύνη για δυο συγκεκριμένες υποθέσεις και -για θέματα  που η αφετηρία  των οποίων προηγείται της  διακυβέρνησης Τσίπρα. Άρα δεν τα δημιούργησε. Το πολύ – πολύ να της καταλογιστεί ότι τα εκμεταλλεύεται.

Στο κράτος δικαίου όταν κάποιος ελέγχεται δεν σημαίνει ότι έχει  εμπλοκή, ούτε ενοχή του. Κανείς δεν μπορεί να προτρέχει. Αλλά και από την πλευρά του ελεγχόμενου- που έχει το δικαίωμα υπεράσπισης του – δεν σημαίνει και ότι πρόκειται για «σκευωρία -κατά την μέθοδο ο ερευνώμενος να… ενοχοποιεί τους ελεγκτές του, όπως  καθιέρωσαν κάποιοι  από τους αναφερθέντες στο  σκάνδαλο Νοβάρτις και πάει να γίνει μόδα.

Ένας τρόπος υπάρχει  για  να βρεθεί άκρη: να μείνει η Δικαιοσύνη ανεπηρέαστη για να ολοκληρώσει την ερευνά της. Όλα τα άλλα μπάζουν. Από τους ισχυρισμούς των κυβερνητικών -στις διαμάχες τους με τον … Μητσοτάκη πρωτίστως  και κατά περίπτωση στις  ενστάσεις τους για τα ΜΜΕ του Μαρινάκη- μέχρι τη  βεβαιότητα του ερευνώμενου ότι για τη μια υπόθεση «δεν θα υπάρξει δίκη».

Αυτό θα το κρίνει ο ανακριτής- χωρίς και πάλι η ενδεχόμενη παραπομπή σε δίκη να τον καθιστά ένοχο. Αλλά και ο ερευνώμενος  δεν αποκτά ασυδοσία λόγου, επειδή ενοχλείται. Οφείλει εξηγήσεις.

Τέταρτο: Ο Μαρινάκης ενισχύει πολιτικούς- με τους τρόπους που μόνο αυτοί και ο ίδιος γνωρίζουν, όπως γνωρίζουν και για το ενδεχόμενο αντάλλαγμα.  Έτσι κι αλλιώς πάντως ενισχύει ολοφάνερα όσους προβάλλουν τα ΜΜΕ που κατέχει.

Επίσης ο ίδιος δηλώνει ότι συνέδραμε σε μια περίπτωση την υποψήφια περιφερειάρχη του ΣΥΡΙΖΑ. Η πιάτσα βοά για την υποστήριξη και σε άλλα πρόσωπα  από άλλα κόμματα -για να μπουν στη Βουλή η την Ευρωβουλή.  Υπάρχει και η -επουσιώδης- στήριξη μιας τοπικής οργάνωσης της ΝΔ, που αποκαλύφθηκε από σπόντα.

Για όλα αυτά υπάρχουν ανοικτά ερωτήματα, αλλά υπάρχει μια βεβαιότητα: αν στην αρχή ήταν ουδέτερος, όπως λέει, τώρα έχει επιλέξει πλευρά.

Πέμπτο: Οι σχέσεις του Μαρινάκη με τη ΝΔ δεν έχουν ασάφειες: είναι μαζί.  Ενισχύει τον Κυριάκο Μητσοτάκη για να εκπορθήσει από την κυβέρνηση τον Τσίπρα. Το κάνουν τα μίντια που του ανήκουν, ωμά, αντιδεοντολογικά συχνά- αν έχει νόημα να συσχετίζουμε τη δημοσιογραφία με την δεοντολογία πλέον-  μονομερώς, επιθετικά , κακοπροαίρετα και διατεταγμένα.  Γούστο του και καπέλο του, αλλά αυτό κάνουν.

Αν υπάρχουν περιπτώσεις ρεπορταζιακής αλήθειας, που επικαλείται, υπάρχουν πολύ περισσότερες για το αντίθετο. Και πάντως υπάρχει το σχολιογραφικό περιεχόμενο των μέσων του.

Μπορεί να είναι δικαίωμα όσων υπογράφουν να είναι βιτριολικοί, αγοραίοι, προχειρολόγοι και  να κάνουν μπούλινγκ, αλλά πάντως  είναι στην αντίθετη κατεύθυνση από την παράδοση των εφημερίδων του ΔΟΛ . Επιπλέον κάνει εντύπωση ότι από δεκάδες δημοσιογράφων που «γράφουν ελεύθερα», ούτε ένας δεν έχει άλλη  θέση.

Αυτά δεν σημαίνουν ότι ο Μαρινάκης έχει προσωπική σχέση με τον Μητσοτάκη. Δεν προκύπτει. Το λέει ο ίδιος ότι «δεν είναι φίλοι» και οι γνωρίζοντες λένε ότι υπάρχουν λόγοι να μην είναι. Αλλά και ο Κυριάκος στις εξομολογήσεις του, χρεώνει στη Ντόρα σχέσεις με τον επιχειρηματία.

Πολιτική σχέση όμως υπάρχει, και μάλλον το πάνω χέρι ΔΕΝ το έχει ο Μητσοτάκης.  Αυτό τουλάχιστον φάνηκε από τις διεργασίες για τον Δήμο Πειραιά. Και πάντως δεν μπορεί κανείς να σκεφθεί ότι ο Μητσοτάκης σηκώνει και στον Μαρινάκη το τηλέφωνο με το ύφος που το κάνει σε άλλους εκδότες.

Έκτο. Στην απόκτηση του ΔΟΛ τα πράγματα δεν ήταν υπόθεση μιας τραπεζικής δημοπρασίας στην οποία πλειοδότησε για να διασώσει τις δυο εφημερίδες όπως λέει συχνά «από «ενδιαφέρον» να επιβιώσουν,  όπως ίσως η παλιά απόπειρα με τον «Ελεύθερο Τύπο» που κατέληξε τελικά στους  Αγγελόπουλους.

Είχε προηγηθεί μια άλλη φάση που του έστρωσε το δρόμο: η συντονισμένη προσπάθεια του Μητσοτάκη -προσωπικά από τη Βουλή- και στελεχών του ΔΟΛ να στερηθεί από τον ιδιοκτήτη Σταύρο Ψυχάρη, το δικαίωμα να έχουν οι εφημερίδες την όποια πολιτική γραμμή κρίνει ο ίδιος και να τις πουλήσει σε όποιον ήθελε. Αν το έκανε, δεν θα τα έχανε όλα.

Ποιοι και γιατί τον πούλησαν από μέσα, αναδείχθηκε από τις εξελίξεις. Πάντως ο Μαρινάκης βρήκε τον ΔΟΛ έτοιμο να πέσει στο πιάτο του -δεδομένης και της αξιοπρόσεκτης αδράνειας των ανταγωνιστών του. Από την ώρα που τον απέκτησε  άλλαξε ύφος, πολιτική γραμμή και επί της ουσίας και περιεχόμενο. Δικαίωμά του, αλλά άλλαξε.

Θα βγουν οι Λαμπράκηδες και ο Καραπαναγιώτης από τους τάφους τους, όταν ακούνε ότι σήμερα το  ΒΗΜΑ και τα ΝΕΑ «ανήκουν στην κεντροαριστερά και υπηρετούν τις ιδέες της Αριστεράς». Αν  μη τι άλλο, ένα πράγμα δεν μπορούσαν ούτε να μυρίσουν: το Μητσοτακέικο.

Έβδομο: Η αναμέτρηση Μαρινάκη -κυβέρνησης είναι τοξική και έχει χαρακτήρα «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Και άλλοτε στο παρελθόν υπήρχαν συγκρούσεις ανάμεσα σε κυβερνήσεις και επιχειρηματίες , σε πολιτικό επίπεδο και για πολιτικά ζητήματα- που υπέκρυπταν οικονομικές εκκρεμότητες. Όταν ξεπερνούσαν ένα όριο υπήρχαν καταστροφικές συνέπειες.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σύγκρουση του Κώστα Μητσοτάκη με τον άξονα Αλαφούζου- Κόκκαλη, που έγραψε μια από τις πιο μελανές σελίδες της  εγχώριας πολιτικής ιστορίας και δεν έχει ερευνηθεί ακομη σε βάθος.

Όπως ήταν οι συγκρούσεις του Ανδρέα Παπανδρέου ή του Κώστα Καραμανλή με ασύδοτα επιχειρηματικά συμφέροντα-που άφησαν δυσάρεστες αναμνήσεις. Αλλά τώρα τα πράγματα είναι χειρότερα. Ίσως γιατί η σύγκρουση Κυβέρνησης – Μαρινάκη άρχισε ως σύγκρουση Κυβέρνησης- Μητσοτάκη και επεκτάθηκε στον Μαρινάκη.

Οι Συριζαίοι λένε ότι «το μεγάλο αφεντικό  είναι ο Μαρινάκης»και σ’ αυτό το πλαίσιο έκαναν ατυχείς  χειρισμούς-, παρότι  ίσως  κάποια στελέχη τους  έχουν εκτεθεί,  ανοίγοντας κάποια στιγμή πανιά με τον Μαρινάκη.

Χωρίς περιστροφές ο Πρωθυπουργός σημαδεύει τον ελεγχόμενο επιχειρηματία ως «ναρκέμπορο», ναρκοθετώντας  έτσι τις έρευνες των αρμοδίων αρχών. Τον πυροβολεί στη θέση του Μητσοτάκη ή με αφορμή τις αναμετρήσεις του με τον Μητσοτάκη.  Όχι και πολύ ευρωπαϊκό.

Από την πλευρά του ο Μαρινάκης -στον οποίο αποδίδονται αμφιλεγόμενες πρακτικές, που διαψεύδει εμμέσως και στην κουβέντα με τον Σρόιτερ- του  έχει κηρύξει τζιχάντ. Εμμέσως δεν κρύβει ότι υπάρχει πλέον… βεντέτα μεταξύ τους και υιοθετεί ακόμη και αθέμιτα χτυπήματα:

«Για έναν δήθεν αριστερό όπως ο κύριος Τσίπρας δεν πιστεύω ότι οι Έλληνες πολίτες νιώθουν ιδιαίτερα περήφανοι όταν βλέπουν πώς πλούτισε η οικογένειά του».

Ο δημόσιος λόγος του απέναντι στον εκλεγμένο Πρωθυπουργό της χώρας υπερβαίνει τα εσκεμμένα. Αποκαλεί την κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής «χούντα» και επιδιώκει το τέλος της  – επικαλούμενος τη «βλάβη που υφίσταται αδίκως» από όσα του καταλογίζονται.

Αυτό μεταφέρεται -με  τρόπο… μαρινακικότερο του Μαρινάκη- στα ΜΜΕ που ελέγχει και τροφοδοτεί την αντικυβερνητική ασυδοσία, ακόμη και  όσων  σε παλαιότερες καταστάσεις τον αποκαλούσαν «ένας χοντρός».

Τίποτε από αυτά δεν θα βγει σε καλό, ούτε  για την πολιτική, ούτε για την δημοσιογραφία, ούτε για τη Δικαιοσύνη  και το  κράτος δικαίου. Αλλά ούτε για τον ίδιο, όποιους και αν θεωρεί φίλους ή αντιπάλους του. Το έργο ανέβηκε κι αλλού και είδαμε τα χαΐρια…

Συμπέρασμα: Ο Βαγγέλης Μαρινάκης -ο «ηγέτης του Ολυμπιακού», όπως τον αναφέρουν οι εφημερίδες του- δεν είναι το άθροισμα των επιμέρους δραστηριοτήτων του. Είναι κεντρικό  δημόσιο πρόσωπο, με τα δικά του χαρακτηριστικά, τις δικές του επιδιώξεις στο δημόσιο χώρο και το δικό του εκτόπισμα  στην πολιτική σκηνή.

Δηλώνει ότι  «παρά το γεγονός ότι μπορεί ο τόπος να έχει ανάγκη ένα νέο κόμμα, δεν είναι μέσα στα πλάνα μου». Αλλά  είναι περισσότερα από ό,τι παρουσιάζεται. Π.χ. είναι ο πραγματικός δήμαρχος  και όχι απλός δημοτικός σύμβουλος. Είναι ο άρχων του Πειραιά κατ’ αντιστοιχία με τον Σαββίδη που είναι ο άρχων της Θεσσαλονίκης.

Δεν είναι  σχολιαστής, είναι παίκτης. Μετέχει συνειδητά και σε πολλά επίπεδα στο πολιτικό παιχνίδι. Με αντίπαλους  τον Αλέξη Τσίπρα, αλλά και τον  …Κυριάκο Μητσοτάκη.

Με λίγα λόγια, ήλθε καινούργιος σερίφης  στην πόλη…