Γιατί οι πολίτες ψηφίζουν τους χειρότερους; Πώς μπαίνουν στη Βουλή περσόνες της σειράς και σούργελα, εγκάθετοι και καιροσκόποι, ημιμαθείς και ηλίθιοι, λαμόγια και υπόδικοι, προβληματικοί και διαταραγμένοι, ανίκανοι και εχθροί της Δημοκρατίας;

Του Γ. Λακόπουλου

Στην πολιτική η βλακεία δεν είναι μειονέκτημα.

Ναπολέων Βοναπάρτης

Οι διεφθαρμένοι πολιτικοί είναι δυσφήμιση για το υπόλοιπο δέκα τοις εκατό.

Χένρι Κίσινγκερ

Όταν ζητούνται παρουσίες στη Βουλή πολλοί δεν ξέρουν αν πρέπει να φωνάξουν «παρών» ή «αθώος».

 T. Ρούσβελτ, γερουσιαστής

Πανεύκολο κουίζ: Πόσους από τους βουλευτές ένας σοβαρός άνθρωπος θα προσλάμβανε στην επιχείρησή του, θα έκανε παρέα ή θα τους εμπιστευόταν το πορτοφόλι του; Η απάντηση απαιτεί απλώς ειλικρίνεια.

Μπορεί να φταίει ότι το ενδιαφέρον των πολιτών για την πολιτική δεν ήταν ποτέ πραγματικό. Οπότε -κατά τον Πλάτωνα – όταν δεν ασχολείσαι σοβαρά με την πολιτική καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου.

Σε κάθε περίπτωση ανάμεσα στους λόγους που έχει κάποιος για να απογοητευτεί με τον «κυρίαρχο λαό», ο εμφανέστερος είναι η χρήση της ψήφου του.

 Από την ευκολία με την οποία αναθέσει την αρχηγία των κομμάτων και ενίοτε την πρωθυπουργία σε τέκνα πρώην πρωθυπουργών,  μέχρι τα κριτήρια με τα οποία συγκροτεί τη λεγόμενη Εθνική Αντιπροσωπεία, που μόνο αντιπροσωπεία δεν είναι.

Αν καταγράψει κανείς όλους τους υποψήφιους βουλευτές όλων των κομμάτων στη διάρκεια της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας θα μείνει άναυδος.

Σε  όλα τα ψηφοδέλτια όλων των κομμάτων μετείχαν πολλοί σοβαροί άνθρωποι, με διάθεση και ικανότητες να προσφέρουν και τίμησαν την Βουλή με την παρουσία τους, όσοι ψηφίσθηκαν.  Όσο πιο πίσω πάμε τόσο βρίσκουμε σημαντικές προσωπικότητες που μεταπηδούν στην πολιτική.

Αλλά από εκλογές σε εκλογές οι ψηφοφόροι αποκλείουν όσους έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία να τους εκπροσωπήσουν. Στέλνουν στη Βουλή όλο και χειρότερους, που κατά κανόνα το μόνο που δεν τους ενδιαφέρει είναι οι ψηφοφόροι τους. Και το μόνο που δεν μπορούν -ή δεν έχουν διάθεση – να κάνουν είναι να λειτουργήσουν ως εκπρόσωποι του έθνους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Πρωθυπουργοί -που είναι οι κυρίως υπεύθυνοι γι’ αυτή την έκπτωση- παραπονιούνται ότι δεν βρίσκουν στο κόμμα τους που πλειοψήφισε βουλευτές κατάλληλους να γίνουν υπουργοί.  Αλλά στις επόμενες εκλογές διαμορφώνουν χειρότερα ψηφοδέλτια.

Τα  υπόλοιπα τα αναλαμβάνουν οι ψηφοφόροι: αποκλείσουν τους επαρκείς -αν υπάρχουν πλέον -και σταυρώνουν τους χειρότερους.

Σε κάποιες περιπτώσεις η τυφλότητα των ψηφοφόρων γίνεται φανερή επειδή παρά είναι προκλητική. Πχ το 2000 οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ στην Α’ Αθήνας,  δεν έδωσαν καμία από τις εφτά έδρας που πήρε το κόμμα στον ευπατρίδη και σπουδαίο πολιτικό Ανάσταση Πεπονή.

Συνήθως όμως η ποιοτική διολίσθηση του Κοινοβουλίου περνάει απαρατήρητη όταν δεν γίνεται και ασμένως δεκτή. Με τη συνδρομή των ΜΜΕ που έβαλαν το χέρι τους στη εκλογή των πιο ακατάλληλων.

Αν πάρουμε ως δείγμα τις τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις θα διαπιστώσουμε ότι από τις εκατοντάδες που καθίσαν -ή βρίσκονται- στα βουλευτικά έδρανα ένα μικρό ποσοστό τους αξίζει.

 Στη Βουλή έχουν μπει ακόμη και εχθροί της, και όχι μόνο με το  νεοναζιστικό μόρφωμα τη Χρυσής Αυγής.  Πρόσωπα που έχουν υπηρετήσει τη χούντα και άλλοι που έχουν αντιδημοκρατικές απόψεις εξελέγησαν βουλευτές.  

 Κόμματα με εμφανώς προβληματικούς αρχηγούς και αντίστοιχης ποιότητας υποψηφίους βουλευτές, κέρδισαν την είσοδό τους στο κοινοβούλιο- έστω και για μια μόνο φορά. 

Π.χ. ο συμπαθής Βασίλης Λεβέντης θα μείνει στην Ιστορία, όπως θα μείνει ο  αλοιφοπωλητής Βελόπουλος. Ή το 10% που πήρε ως αρχηγός κόμματος  ο Καμμένος. Παλιότερα ούτε απέξω από τη Βουλή δεν θα μπορούσαν να περάσουν.

Στις τρεις κοινοβουλευτικές ομάδες των κομμάτων που έχουν πλειοψηφίσει και κυβερνήσει μεταπολιτευτικά -ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ- εντοπίζονται, στα δυο πρώτα κόμματα, ακόμη και πρόσωπα με ηθικά στίγματα.

Μόνο το ΚΚΕ αναδεικνύει με ελεγχόμενη σταυροδότηση βουλευτές χωρίς σκιές και ηθικές επιβαρύνσεις.

Στα άλλα κόμματα εντεταλμένοι επιχειρηματιών και συνδεδεμένοι εμφανώς με  συμφέροντα,  θεωρούμενοι διεφθαρμένοι ή έστω εμπλακέντες σε δυσώδεις υποθέσεις, βρίσκονται με άνεση στη Βουλή.

Ανάμεσα σε απολίτικους αθλητές και τηλεπερσόνες της σειράς, γυρολόγους και αμοραλιστές, διατεταγμένους δημοσιογράφους και ηλίθιους  δημοσιοσχεσίτες και άλλα δακτυλοδεικτούμενα πρόσωπα.

Τα πολιτικά φρονήματα, ακόμη και αν είναι ακραία, είναι άλλη απόθεση. Αλλά και στα ακραία κόμματα πάλι οι ψηφοφόροι επιλέγουν τους χειρότερους.

Πέρα από τις εμφανείς αιτίες, όπως η προτίμηση των ηγεσιών, οι κομματικοί  μηχανισμοί, τα ρουσφέτια και οι υποσχέσεις, η στήριξη των ΜΜΕ θα χρειαστεί ειδική μελέτη για να απαντηθεί το ερώτημα:

Τι είναι αυτό που κάνει ένας πολίτη να δίνει την ψήφο του σε κάποιον που είναι εκτεθειμένος ή έχει κακό όνομα στην κοινωνίας, θεωρείται ανισόρροπος και  απροσάρμοστος, ή χαρακτηρίζεται ανήθικος και προβληματικός;

Γιατί τυφλώνεται ο ψηφοφόρος και εμπιστεύεται κάποιον για τον οποίο κυκλοφορεί ευρέως ότι έβαλε το χέρι στο μέλι, έναν άλλο που συμπεριφέρεται ως λούμπεν στοιχείο, ή ένα τρίτο που έχει εμφανή αδυναμία να ασκήσει τα βουλευτικά καθήκοντα;

Οι πολίτες όχι μόνο δεν ερευνούν το ποιον  του ανθρώπου που ζητάει την η ψήφο του, αλλά, ενώ γνωρίζει όσα λέγονται γι’ αυτόν και συχνά τα πιστεύει και ο ίδιος, τον… ψηφίζει.  Ο άλλος θεωρείται απατεώνας με πατέντα,  ο ψηφοφόρος δεν το αγνοεί, αλλά τον εμπιστεύεται για να  τον κυβερνήσει.  Άβυσσος.

Βοά ο κόσμος για πολλούς και διάφορους που μπαίνουν στα ψηφοδέλτια των κομμάτων, ειδικά των κυβερνητικών, αλλά παρόλα αυτά εκλέγονται και… παίρνουν υπουργεία.

Για να μην θυμηθούμε ότι δύο τουλάχιστον από τους πιο κακόφημους μεταπολεμικούς πολιτικούς έγιναν αρχηγοί κομμάτων και Πρωθυπουργοί. Χώρια όσοι αντιμετωπίζονταν για χρόνια υποτιμητικά και μετά έγιναν περιούσιοι.

Κατά τα ψέματα. Η Βουλή όχι μόνο δεν είναι τόπος εκλεκτών, ικανών και αδιάφθορων, αλλά εξελίσσεται σε πλυντήριο λωποδυτών, ανήθικων και καθαρτήριο όπως αναδύεται κάθε χρόνο από κάποια «πόθεν έσχες»

 Είναι μια τραγική διαπίστωση που οδηγεί τον κοινοβουλευτισμό σε κρίση εκπροσώπησης και το πολιτικό σύστημα σε κρίση αντιπροσώπευσης.

Αν και δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ο Καναδός συγγραφέας Πήτερ Λόρενς έλεγε: «Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν τον κόσμο κυβερνούν κάποιοι έξυπνοι που μας δουλεύουν ή κάποιοι ηλίθιοι που μιλάνε σοβαρά».