Γιατί ο Τσίπρας δικαιούται νέα ευκαιρία -και θα την έχει αν στη σύγκρουση με τον Μητσοτάκη και το «σύστημα» προσέλθει ως ηγέτης -που μιλάει με την Ιστορία και όχι με τις «φράξιες» και τα «βαρίδια»

Του Γ. Λακόπουλου

 Ο Αλέξης Τσίπρας επικράτησε το 2015, όταν εκφράζοντας  με αντισυστημικό τρόπο την  Δημοκρατική Παράταξη «καβάλησε» το αντιμνημονιακό κύμα. Επικράτησε -ο ίδιος και όχι το κόμμα του– γιατί οι επίγονοι του Ανδρέα Παπανδρέου αλλοτρίωσαν το ΠΑΣΟΚ.

Ήταν ιστορική ανατροπή. Αλλά στις επόμενες εκλογές δικαιούται μια νέα ευκαιρία. Γιατί την πρώτη φορά αδικήθηκε.

Κανείς άλλος πρωθυπουργός δεν παρέλαβε τη χώρα σε τόσο δεινή κατάσταση: με άδεια ταμεία και δεμένη στις αλυσίδες των Μνημονίων στα οποία την έσυραν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ  με τη χρεοκοπία που επέφεραν οι κυβερνήσεις τους.

Είχε θεούς και δαίμονες, εγχώριους  και διεθνείς, εναντίον του. Κι ένα  κόμμα που δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες της χώρας εκείνη τη στιγμή. Είχε στις γραμμές του από αντιευρωπαίους μέχρι ιδεοληπτικούς, ακόμη και σούργελα.

Επιπλέον η κολοβή πλειοψηφία του και η εκτίμηση ότι ο Θεοδωράκης και  η Γεννηματά, ως συστημικοί θα τον έριχναν, αν ρισκάριζε να συνεργαστεί μαζί τους, επέβαλε την ανάρμοστη σύμπραξη με τον αλλοπρόσαλλο  Καμμένο, που πάντως δεν τον ανέτρεψε.

Η αλήθεια είναι πως για να επικρατήσει υπήρξε αιθεροβάμων, με επιλογές που δεν θα μπορούσαν ποτέ να υλοποιηθούν. Όπως η άμεση έξοδος από το Μνημόνιο και η μονομερής αντιμετώπιση του χρέους.

Αλλά το πάλεψε. Διαπραγματεύτηκε μέχρι τέλους και ας ήταν πρακτικά αδύνατο να ξεφύγει η χώρα από τα Μνημόνια εκείνη την περίοδο.

Αλλά, όπως του αναγνωρίσαν οι συνομιλητές του στην Ευρώπη, «έδειξε χαρακτήρα», σθένος και διάθεση να στηρίξει τη χώρα του και τον λαό της .   Έδειξε ότι μαθαίνει από τα λάθη του και μπορεί να πάρει μεγάλες αποφάσεις.

Όπως η προσφυγή στο Δημοψήφισμα, ως αξιοπρεπής διέξοδος στις διαπραγματεύσεις και η ιστορική επιλογή να μην λάβει υπόψη του το αποτέλεσμά του.

Κυρίως απέδειξε ότι είναι συνεπής στις δεσμεύσεις του στο λαό. Όπως προσπάθησε να τιμήσει την εντολή που πήρε τον Ιανουάριο τη 2015, έτσι τήρησε και την -εντελώς διαφορετικού περιεχομένου -έγκριση που πήρε τον Σεπτέμβρη.

 Αφού έθεσε ενώπιον του εκλογικού σώματος με εντιμότητα την στροφή της πολιτικής του και το νέο Μνημόνιο με την υπογραφή του.

Ο Τσίπρας και ο τροχός της Ιστορίας

Το πρόσημο της διακυβέρνησης Τσίπρα είναι θετικό. Κύλησε μπροστά τον τροχό της χώρας σε πολλά μέτωπα. 

Από τη λύση του Μακεδονικού- για την οποία ακόμη τον τιμά η διεθνής κοινότητα, όπως έδειξαν οι πρόσφατες δηλώσεις Μακρόν, ως τη λήξη της -καταστροφικής για την πολιτική, τους θεσμούς και την οικονομία- ασυδοσίας των καναλαρχών.

Με προάσπιση των πιο αδυνάμων σε μνημονιακές συνθήκες, διευθέτησε το χρέος,  και παρέδωσε διαχειρίσιμη οικονομία, πολλά λεφτά στα ταμεία -με  τη χώρα εκτός Μνημονίου.

Δεν είναι μόνο ο πρώτος πρωθυπουργός που δεν προέρχεται από τζάκι αλλά και ο πρώτος στον οποίο ουδείς καταλόγισε ότι παρέδωσε «καμένη γη».

Τον αδικεί η κατηγορία ότι έβαλε φόρους, ιδίως στη μεσαία τάξη». Οι φόροι είναι η μόνη μέθοδος -ως προ στάδιο της ανάπτυξης- για δημοσιονομική διόρθωση και τους  κατέστησε αναγκαίους η χρεοκοπία της χώρας από τους προκατόχους του -και η σκληρή εποπτεία των «τρόικας» που οι ίδιοι εγκατέστησαν  ως «ανώτερη αρχή» στη χώρα. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.

Εξ ίσου τον αδικεί και η εντύπωση ότι το 2019 τον «νίκησε ο Κυριάκος». Εκτός από τα δικά του λάθη τακτικής τον τελευταίο χρόνο, αντίπαλός του δεν ήταν ο νεότερος Μητσοτάκης -που δεν στάθηκε ποτέ απέναντί του,  ως ενώπιος ενωπίω.

Ήταν το κατεστημένο, το παλιό σύστημα, η διαπλοκή και όλα τα τυχοδιωκτικά στοιχεία της χώρας που επένδυσαν στον Μητσοτάκη  –  ενισχύοντας την προβολή του και στην εξαγορά  υποστηρικτών, ακόμη και με τη διάλυση άλλων κομμάτων.

Παρόλα αυτά, όπως συνέβη και το 1989 με τον Ανδρέα Παπανδρέου η Δημοκρατική  Παράταξη του έδωσε 32% . Με ένα κόμμα που ήταν και παραμένει αδύναμο ως μηχανισμός διείσδυσης στην κοινωνία και ως  ανώτερη μορφή οργάνωσης του λαού.

Η παρένθεση Μητσοτάκη

 Το εκλογικό αποτέλεσμα του 2019 δικαίωσε όσους έριξαν όλα τα λεφτά στον Μητσοτάκη. Αλλά δεν δικαίωσε όσους παρασυρθήκαν από την προπαγάνδα του και τον ψήφισαν. 

Οι λόγοι είναι ορατοί: τίποτε από όσα υποσχέθηκε στους πολλούς δεν έκανε. Η πολιτική του -πριν την πανδημία ακόμη- αποδείχθηκε μονομερής, ταξική, φαύλη, αδιαφανής και αναποτελεσματική.

Μεταξύ των άλλων η διαφθορά επέστρεψε και η πολιτική ζωή διευθύνεται πάλι απ’ τους «νταβατζήδες»- που πολεμούν τον Τσίπρα όπως πολέμησαν τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κώστα Καραμανλή «διότι δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις».

Παρόλα αυτά ο Τσίπρας δεν ηττήθηκε ιστορικά, όπως ήθελε ο Β. Βενιζέλος. Ούτε εξαφανίσθηκε, όπως επιδίωξαν μιντιάρχες και οικονομικοί παράγοντες.

Αν στο 32% συνυπολογισθούν και τα ποσοστά της διάσπασης Βαρουφάκη  διατήρησε τις δυνάμεις του 2015. Αθροιστικά με το Κινάλ της Γεννηματά υπερβαίνουν τα ποσοστά της ΝΔ του Μητσοτάκη- που απορρόφησε την ακροδεξιά και τη Χρυσή Αυγή.

Στις επόμενες εκλογές ο Αλέξης Τσίπρας θα βρεθεί -στην πραγματικότητα για πρώτη φορά -στα μαρμαρένια αλώνια με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Πλέον η σύγκριση είναι ευθεία και τα δείγματα γραφής από τις δυο πλευρές  δείχνουν ποιος είναι ο καθένας σε ό,τι αφορά τη σχέση με το λαό και τα συμφέροντα της  κοινωνίας.

Η νέα κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα

Σ’ αυτή τη σύγκρουση ο Τσίπρας διεκδικεί το δικαίωμά του στη δεύτερη ευκαιρία και δικαιούται να το πάρει για συγκεκριμένους λόγους:

Πρώτο: Να εφαρμόσει την πολιτική του σε κανονικές συνθήκες και όχι στην «κόλαση» της πρώτης φοράς. Έχοντας πλέον εμπειρία, γνώση, καλύτερη αντίληψη των εξωτερικών και διεθνών δεδομένων και πιο αξιόπιστο πολιτικό προσωπικό στη διάθεσή του.

Δεύτερο. Η διακυβέρνηση από τη Δημοκρατική Παράταξη- που σ’ αυτή τη φάση έχει ως φυσικό επικεφαλής τον Τσίπρα-  ιστορικά πάει μπροστά τη  χώρα. Το έδειξαν οι μεγάλοι σταθμοί του 1964 και του 1981.

Γι’ αυτό το κατεστημένο προσπαθεί να την αποκλείσει από τη διακυβέρνηση, ακόμη και αθέμιτα μέσα: παλιά ήταν η χούντα, μετά το «βρόμικο 89», τώρα όσα προανήγγειλε ο Βορίδης.

Τρίτο: Από τα εύσημα του Τσίπρα το σημαντικότερο είναι ότι οι Συριζαίοι δεν έκλεβαν. Έκαναν λάθη, κάποιοι ήταν άσχετοι, ενοχλητικοί, και ιδεοληπτικοί, αλλά δεν αξιοποίησαν την κυβέρνηση για να πλουτίσουν.

Δεν έκαναν περιουσίες, όπως πολλοί από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ. Ζουν με τον ίδιο τρόπο που ζούσαν και πριν και δεν σέρνονται στα σαλόνια των Βορείων Προαστίων και στα γραφεία μιντιαρχών και οικονομικά ισχυρών. Αν υπάρχουν εξαιρέσεις, επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Τέταρτο: Ο Τσίπρας μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Όχι επειδή δεν μπορεί ο Μητσοτάκης που τη έβαλε βαθύτερα και κατευθύνει τους πόρους εξορύσσουν στους λίγους.  Αλλά γιατί έχει βούληση, πρόγραμμα και σχέδιο εξόδου, δημοκρατική κουλτούρα και βρίσκεται πιο κοντά στις ανάγκες της κοινωνίας. Δεν θέλει να βγάλει λεφτά- αλλά να γράψει ιστορία.

Πέμπτο: Για ιδεολογικούς λόγους η πολιτική του έχει «παλλαϊκή» διάσταση.  Στην αναδιάρθρωση της οικονομίας δεν εξαιρεί όσους έχουν πληγεί από τη πανδημία, αλλά το αντίθετο ευνοεί τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα. Επιδιώκει ανάπτυξη για τους πολλούς με νέες θέσεις εργασίας και αυτο-απασχόλησης και εντάσσει την ψηφιακή αναβάθμιση και τις επενδύσεις στην ευημερία της χώρας, όχι στην κερδοφορία των «επενδυτών».

Μπορεί να εντάξει το τραπεζικό σύστημα στον κύκλο διεύρυνση της δανειοδότησης, να διευθετήσει το ιδιωτικό χρέος και να σώσει επιχειρήσεις και σπίτια, να ενισχύσει τους εποπτικούς μηχανισμούς και τους θεσμούς διαφανούς και αποτελεσματικής διαχείρισης των πόρων, να κάνει πιο λειτουργικές τις σχέσεις με τη Κοινοτική Ευρώπη, να υπερασπιστεί την εθνική κυριαρχία χωρίς παζάρια και έξωθεν υποδείξεις.

Γι’ αυτούς και άλλους λόγους ο Αλέξης μπορεί να επιστρέψει στη διακυβέρνηση και εκ των πραγμάτων έχει τις προϋποθέσεις να πείσει τους πολίτες να του δώσουν την ευκαιρία και να σχηματίσει προοδευτική κυβέρνηση.

 Ως πολιτικός ηγέτης με ευρεία ακτινοβολία δικαιούται να κυβερνήσει τη χώρα σε συνθήκες πολύ καλύτερες από αυτές που κλήθηκε να διαχειριστεί το 2015.

Ως φυσικός επικεφαλής της Δημοκρατικής Παράταξης μπορεί να πείσει:  είναι έντιμος, διορθώνει τα λάθη του, στέκεται όρθιος στις πιέσεις,  σέβεται το δημόσιο χρήμα.

Είναι, λοιπόν, όχι απλώς πιθανό, αλλά εντελώς φυσιολογικό, οι ψηφοφόροι να αποτινάξουν τη σκόνη της προπαγάνδας να φορτιστεί αρνητικά το όνομα του Τσίπρα και να τον καλέσουν να βγάλει τη χώρα από την κρίση-δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να τη βάλει αυτός που την έβαλε βαθύτερα.

Αλλά αυτή η προοπτική έχει μια προϋπόθεση: τα πρόσωπα. Ο Μητσοτάκης το 2015 το κατάλαβε και άφησε πολλούς από τη ΝΔ πίσω.

Για ειδικούς λόγους αυτή τη φορά είναι φανερό ποιους δεν θα εμπιστευθούν για μια τόσο κρίσιμη αποστολή. 

Ο Αλέξης και ο «Γόρδιος Δεσμός»

Να μην κρυβόμαστε: όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα της συγκυρίας  ο μέσος πολίτης δεν θα δώσει τη εντολή στον Τσίπρα αν πρόκειται στην επόμενοι θα βρεθούν στα υπουργεία συγκεκριμένα πρόσωπα με αρνητικά φορτία.

Μια χαρά άνθρωποι είναι. Αλλά πολιτικά δεν αρέσουν. Ο καθένας έχει καεί απέναντι στον πολίτη που αναζητά τη καλύτερη λύση διακυβέρνησης.

 Άλλος έχει τις ανάρμοστες εμπλοκές του, άλλος την ιδεοληψία του, άλλος τη συμπεριφορά του, άλλος την αποτυχία του. Ίσως ο καθένας να κουβαλάει  το σταυρό του, αλλά έτσι είναι η πολιτική.

Καθαρές κουβέντες. Οι χαρακτηριστικές περιπτώσεις ανάσχεσης της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ προς την κυβέρνηση είναι ορατές δια γυμνού  οφθαλμού:

Ο Π. Σκουρλέτης απέτυχε σε τέσσερα υπουργεία, υπονόμευσε την διεύρυνση και προωθεί ιδεολογικούς αναχρονισμούς.

Ο Ν. Παππάς δεν έδειξε αρετές στο χαρτοφυλάκιό του και παρότι καθάρισε το τηλεοπτικό τοπίο, έμπλεξε με τους Καλογρίτσες και επέτρεψε να τον πιάσουν στο στόμα τους ο Μιωνής, ο Μαρινάκης και άλλοι.

Η Ρένα Δούρου δεν έδειξε ευαισθησία ανάληψης της αντικειμενικής ευθύνης της μετά τραγωδία στο Μάτι.

Ο Δημ. Παπαδημούλης χρεώνεται την επικοινωνιακή διαχείριση της ιδιοκτησίας του.

Ο Π. Πολάκης είναι προκλητικός και δακτυλοδεικτούμενος για το ύφος της δημόσιας παρουσίας του και τον ρεβανσισμό του.

Γιατί να ψηφίσει ο ψύχραιμος πολίτης ένα κόμμα που ενδεχομένως θα τους αναθέσει χαρτοφυλάκια;

ΠΡΟΣΟΧΗ:  Κανέναν δεν βαρύνει κάτι που θα οδηγούσε στη διαγραφή ή την απομάκρυνσή του. Προς Θεού: απλώς δεν μπορούν να έχουν κομματικά αξιώματα που προοιωνίζονται υπουργοποίηση.

Υπάρχουν και άλλοι που δεν προκαλούν ενθουσιασμό στην ευρύτερη παράταξη. Είναι καλά στελέχη, αλλά δεν κάνουν για τη βιτρίνα, σε προεκλογική περίοδο. Κοντά στο νου κι η γνώση.

Π.χ. ο Τζανακόπουλος έδειξε ανωριμότητα στη Νοβάρτις και σε πρόσφατες δηλώσεις του. Ο Βούτσης αποπνέει υστέρηση. Ο Μπίστης, ως επικεφαλής της «σημιτικής συνιστώσας», είναι συγκροτημένος, αλλά και κόκκινο πανί για τους παλιούς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ.

Ακόμα, ορισμένοι που πέρασαν από την «Νεολαία ΠΑΣΟΚ» όταν κυβερνούσε, και στην πορεία συγχρωτίσθηκαν με το περιβάλλον του Γ. Παπανδρέου είναι τοξικοί.

Επίσης δεν προσφέρουν υπηρεσίες στην κυβερνητική προοπτική του ΣΎΡΙΖΑ -ΠΣ τα στελέχη που μιλούν για Αριστερά σαν να ζουν κάποιες δεκαετίες πίσω.

Ούτε όσοι ζητούν εκδικητικά «να επιστρέψει ο ΣΥΡΙΖΑ» – ενώ αυτό που ενδιαφέρει τους πολίτες να λυθούν προβλήματα, με Προοδευτική Κυβέρνηση.

Όπως δεν προσφέρει υπηρεσίες και η θεωρία μεγαλόσχημου στελέχους ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ του 3% έφερε το κόμμα στην κυβέρνηση». Προφανώς δεν έχει ιδέα ποιοι ψήφισαν ως τώρα, ποιον ψήφισαν και τι θα ψηφίσουν αν λάβουν υπόψη τις πολιτικές θέσεις και το Καταστατικό του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ.

Δόξα τω Θεώ στη Δημοκρατική Παράταξη και στην Αριστερά υπάρχουν πολλές πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια. Υπάρχει πλήθος προσώπων που μπορούν να συγκροτήσουν τη νέα κυβερνητική ομάδα του Τσίπρα:

Στελέχη που αναδείχθηκαν επί των ημερών του, πρόσωπα από τις διαφορετικές περιόδους του ΠΑΣΟΚ με αξιοπιστία, ήθος και αποτελεσματικότητα, και άνθρωποι από την κοινωνία, με ισχυρό προφίλ και ευρεία αποδοχή. Το μοναστήρι να είναι καλά.

Η σημειολογία της παρουσίας του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στην πρόσφατη απεργιακή συγκέντρωση -χωρίς τα «βαρίδια» και όσους εκπροσωπούν «φράξιες» δίπλα του -έδειξε ότι έχει επίγνωση του προβλήματος.

Είναι όμως ώρα να το δει σαν Γόρδιο Δεσμό: αν δεν λύνεται, να τον κόψει:  να «τραβήξει πίσω» όσους προκαλούν και να διαλύσει τις ομάδες.

Σαν ΗΓΕΤΗΣ που μιλάει με την Ιστορία και όχι με την εσωκομματική  γραφειοκρατία.