Πέμπτη 24 Μάϊου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Γιατί το φάντασμα του Μαρξ εξακολουθεί να στοιχειώνει τον πλανήτη

Του Ishaan Tharoor (*)

H 200ή επέτειος από τη γέννηση του Μαρξ σήμανε πολλά πράγματα για πολλούς και πολύ διαφορετικούς ανθρώπους. Το Σαββατοκύριακο, οι αρχές της δυτικογερμανικής πόλης Τρίερ, όπου γεννήθηκε ο Μαρξ το 1818, αποκάλυψαν ένα γιγάντιο, κινεζικής κατασκευής, άγαλμα του φιλοσόφου. Ηταν μια κίνηση που προκάλεσε επιδοκιμασίες από το Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας, αλλά και πολλές επικρίσεις.

«Εχουν περάσει πια 30 χρόνια από την ενοποίηση της χώρας», δήλωσε ο δήμαρχος Βόλφραμ Λάιμπε. «Εχουμε λοιπόν τη δυνατότητα να δούμε τον Μαρξ με κριτική ματιά, χωρίς προκαταλήψεις». Οι επικριτές του βέβαια είπαν ότι αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι οι τουρίστες που θα έρχονται στην πόλη και τα έσοδα που θα αποφέρει το μαρξιστικό προσκύνημα.

Οι αρχές της Κίνας, της τελευταίας μεγάλης χώρας που η κυβέρνησή της υποστηρίζει ότι ακολουθεί τη μαρξιστική ιδεολογική κληρονομιά, εξύμνησαν τον συγγραφέα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου και του Κεφαλαίου. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ χαρακτήρισε τον Μαρξ «μεγαλύτερο διανοητή της σύγχρονης εποχής» και τα κρατικά μέσα πραγματοποίησαν μια τηλεοπτική εκστρατεία με σύνθημα «ο Μαρξ είχε δίκιο». Οσο περισσότερο απομακρύνεται η Λαϊκή Δημοκρατία από τις μαρξιστικές καταβολές – και ο ίδιος ο Σι εμφανίζεται ως υπερασπιστής της καπιταλιστικής τάξης -, τόσο μεγαλύτερες προσπάθειες καταβάλλει η κυβέρνηση να καλλιεργεί την πίστη στον Μαρξ στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εθνικιστικής εκστρατείας.

«Είναι πολύ δύσκολο να προωθηθεί ο μαρξισμός στη σύγχρονη Κίνα, ιδιαίτερα στην εποχή του Διαδικτύου», επισημαίνει ο Ζανγκ Λιφάν, ένας ανεξάρτητος πολιτικός αναλυτής με έδρα το Πεκίνο. «Ακόμη και στο εσωτερικό της χώρας, πιστεύω ότι τα περισσότερα κομματικά στελέχη δεν καταλαβαίνουν ή δεν πιστεύουν πια στον μαρξισμό. Απλώς τον χρησιμοποιούν ως εργαλείο για την άνοδό τους».

Στη Δύση, συντηρητικοί πολιτικοί και συγγραφείς αναφέρθηκαν στα βίαια κομμουνιστικά καθεστώτα που ανέλαβαν και άσκησαν την εξουσία στο όνομα του Μαρξ. Αλλά ο γερμανός πρόεδρος Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγιερ ήταν πιο προσεκτικός. «Δεν πρέπει να φοβόμαστε τον Μαρξ», είπε, «ούτε όμως να του στήνουμε χρυσά αγάλματα».

Εν μέσω όλου αυτού του θορύβου, ένα είναι σίγουρο: όποια άποψη κι αν έχει κανείς, ο Μαρξ εξακολουθεί να μετράει. Ο Εκόνομιστ, το βρετανικό συντηρητικό περιοδικό που αντιπαρατίθεται εδώ και δεκαετίες με τις μαρξιστικές αρχές, δημοσίευσε ένα μακροσκελές άρθρο που συμβουλεύει τους ηγέτες του πλανήτη να εξακολουθούν να τον διαβάζουν.

Η πολιτική κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης δεν μείωσε τη δύναμη της κατανόησης του καπιταλισμού από τον Μαρξ. Τουναντίον, η μαρξιστική θεωρία έχει ακόμη μεγαλύτερη αξία σήμερα σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι οικονομικές ανισότητες. Η πεποίθηση του Μαρξ στην αταξική κοινωνία μπορεί να τον έχει κάνει φόβητρο των αντικομμουνιστών, όμως η οικονομική του ανάλυση παραμένει αναμφισβήτητης αξίας.

«Οι φιλελεύθεροι αναλυτές συμφωνούν σήμερα ότι η βασική θέση του Μαρξ – πως ο καπιταλισμός υποκινείται από μια βαθιά διχαστική ταξική πάλη όπου η κυβερνώσα μειοψηφία εκμεταλλεύεται την υπερεργασία της εργατικής πλειοψηφίας με σκοπό το κέρδος – είναι σωστή», έγραψε ο φιλόσοφος Τζέισον Μπάρκερ στους Νιου Γιορκ Τάιμς.

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 προκάλεσε την άνοδο λαϊκιστικών κινημάτων σε διάφορες χώρες της Δύσης, καθώς πολλοί συνειδητοποίησαν ότι η αναταραχή που προκλήθηκε από τους τραπεζίτες δεν είναι ανωμαλία αλλά χαρακτηριστικό γνώρισμα του συστήματος. «Η παγκοσμιοποίηση και η άνοδος μιας εικονικής οικονομίας οδηγούν σε μια εκδοχή του καπιταλισμού που για μια ακόμη φορά μοιάζει εκτός ελέγχου», έγραψε ο Εκόνομιστ.

Μπορεί κανείς να δει την απληστία αυτού του συστήματος στην κατάρρευση του κοινωνικού κράτους σε πολλές χώρες, στην αυξανόμενη συσσώρευση πλούτου στα χέρια των πολύ πλούσιων και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει μια γενιά ανθρώπων που οι γονείς τους ανήκαν χωρίς αμφιβολία στη μεσαία τάξη.

Ο Μαρξ θα έριχνε μια ματιά στη σημερινή Δύση, όπου οι τεχνολογικές εταιρείες βρίσκουν νέους τρόπους να εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη εργασία, και θα διέκρινε ομοιότητες με το κίνημα που οδήγησε στις δικές του ιδέες. «Ο Μαρξ του 19ου αιώνα μπορεί να προσελκύσει τους ανθρώπους του 21ου αιώνα», γράφει ο Σβεν-Ερικ Λίντμαν σε μια νέα βιογραφία του Μαρξ.

«H gig economy συγκεντρώνει μια εφεδρική δύναμη εργατών που περιμένουν να κληθούν ηλεκτρονικά για να μεταφέρουν φαγητό σε σπίτια, να εργαστούν ως οικιακοί βοηθοί ή να γίνουν σωφέρ», σημειώνει ο Εκόνομιστ, αναφερόμενος στην οικονομία όπου κυριαρχούν οι ευέλικτες και προσωρινές μορφές εργασίας. «Στη Βρετανία, οι τιμές των διαμερισμάτων είναι τόσο υψηλές, που οι κάτω των 45 έχουν ελάχιστες ελπίδες να τα αγοράσουν. Οι περισσότεροι αμερικανοί εργαζόμενοι λένε ότι έχουν μόλις μερικές εκατοντάδες δολάρια στην τράπεζα. Το προλεταριάτο του Μαρξ έχει δώσει τη θέση του στο πρεκαριάτο».

Ενώ όμως η μαρξιστική διάγνωση για την κυρίαρχη τάξη είναι πάντα χρήσιμη, οι μαρξιστικές συνταγές δεν είναι και τόσο. «Χρειαζόμαστε τον Μαρξ για να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε, αλλά αυτό είναι μόνο το προοίμιο μιας μεγαλύτερης μάχης, όπου τα γραπτά του είναι λιγότερο χρήσιμα», έγραψε ο Στιούαρτ Τζέφρις στην Γκάρντιαν.

Δεν είναι περίεργο ότι ο Μαρξ προσελκύει λιγότερο την προσοχή σε κοινωνίες όπου οι πολιτικοί κυβέρνησαν κάτω από τη σημαία του κομμουνισμού. Ακόμη και στην Κίνα, η 200ή επέτειος από τη γέννηση του Μαρξ δύσκολα θα οδηγήσει στην ιδεολογική αφύπνιση μιας βαθιά υλιστικής κοινωνίας. «Είναι πολύ δύσκολο να προωθηθεί ο μαρξισμός στη σύγχρονη Κίνα, ιδιαίτερα στην εποχή του Διαδικτύου», επισημαίνει ο Ζανγκ Λιφάν, ένας ανεξάρτητος πολιτικός αναλυτής με έδρα το Πεκίνο. «Ακόμη και στο εσωτερικό της χώρας, πιστεύω ότι τα περισσότερα κομματικά στελέχη δεν καταλαβαίνουν ή δεν πιστεύουν πια στον μαρξισμό. Απλώς τον χρησιμοποιούν ως εργαλείο για την άνοδό τους».

(*) Ο Ισαάν Ταρούρ είναι αρθρογράφος της Washington Post

(Πηγή: Washington Post- ΑΠΕ ΜΠΕ)