Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Για έναν σπουδαίο άντρα που άκουγε στο όνομα Βασίλης Τσιτσάνης

Γράφει ο Χρήστος Γκίμτσας

Για τον  Βασίλη Τσιτσάνη (Β.Τ.) γράφτηκαν τόσα και τόσα και άλλα τόσα θα ακολουθήσουν. Άλλα σοβαρότερα, άλλα αδιάφορα και άλλα μίζερα και μικρόψυχα. Έτσι, είπα και εγώ να καταθέσω μία άποψη για τον Άνδρα, μια και η γνώμη είναι σαν τον πισινό:  Όλοι έχουν!

Λοιπόν, τι είναι ο Β. Τ.; Ένα μουσείο με κάποιους δίσκους χτυπημένους σε κερί και κάποια μπουζούκια κρεμασμένα στους τοίχους;  Κάποιο τετράδιο των μαθητικών του χρόνων κοκκινισμένο από τον δάσκαλο; Μήπως ο τιμοκατάλογος από το  ‘’ουζερί’’ του στην Θεσσαλονίκη, ή κάποιες φλοκάτες της μάνας του;

Ακόμα μπορεί κάποιος  σοβαρός ερευνητής να θεωρεί πως ο Β.Τ. και η ιστορία του, είναι συνυφασμένη με μια γειτονοπούλα που είχε αγαπήσει κάποτε, ενδεχομένως με τον αριθμό χαντρών του κομπολογιού του, ή το νούμερο του παπουτσιού που φορούσε. Ή τέλος με ένα αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης του. Αν έκανε!

Όμως εγώ λέω πως ο Β. Τ. δεν είναι τίποτα από όλα αυτά που με τόση φροντίδα προσπαθούν να καταγράψουν και να επιδείξουν κάποιοι.
Ο Β.Τ. είναι ένα ‘’εξωτικό’’, ένα άυλο πλάσμα με ήχο, χρώμα, λόγο, άρωμα, που ζει ανάμεσά μας και που έγινε λειτουργικό κομμάτι της ζωής μας. Εξηγούμαι:

Τρεις γενιές Ελλήνων πορεύτηκαν μαζί του. Στο έρωτα, στην φτώχεια, στην απόρριψη, στην καταστροφή, στην ξενιτιά, στην ελπίδα, στην  απογοήτευση, στην ερημιά. Ένα ατέλειωτο ταξίδι αγκαζέ  μαζί του. Δεν υπάρχει σπίτι και καρδιά που να μην μπήκε μέσα τους, έτσι αβίαστα σαν εκείνες τις  ευεργετικές  βροχούλες που σταλάζουν μέσα μας και μαλακώνουν τον πόνο της ζωής και της ψυχής.

Καλοί και  σπουδαίοι (αλίμονο!) ο Ελύτης , ο Μίκης, ο Μάνος, ο Παλαμάς, αλλά κανένας τους δεν κατάφερε να μπει στα κατάβαθα όλων των Ελλήνων  και να μείνει εκεί συντροφεύοντας τους στα πάντα.Επιμένω και υποστηρίζω πως ο Β. Τ. δεν είναι μουσειακό είδος για να τον μεταχειριζόμαστε έτσι. Είναι ζωντανός, κινείται ανάμεσά μας, μας ψιθυρίζει στο αυτί, μας παρακινεί να χορέψουμε, να ερωτευτούμε, να μετουσιώσουμε τα αισθήματά μας σε ήχο κίνηση και λόγο. Έχει γίνει ανάγκη μας όπως η ανάσα.

Έκτισε με το έργο του μέσα μας τον Σύγχρονο Έλληνα, όπως ακριβώς  είναι. Με τα πάθη του, τους ανεκπλήρωτους έρωτές του, τις αδυναμίες του, την λεβεντιά του, τις αντοχές του, με ό,τι έχει ζήσει μέσα στην  καταστροφή την φτώχεια, την ξενιτιά και τον ξεριζωμό  της φυλής. Και πάντα φιλόξενος και ελεήμων.

Μας απάλλαξε από τα συμπλέγματα της προγονολατρείας και του μεγαλοϊδεατισμού και  κατέδειξε  με ήχους και λόγο ποιοι πραγματικά είμαστε σήμερα, έτσι απλά, χωρίς τις ενοχές, τα ψέματα και  τα ιδεολογικά δάνεια από παλιές εποχές δόξας, που μας φόρτωσαν οι πλαστογράφοι της ιστορίας μας.

Και όταν χρειάστηκε στα δύσκολα και μαύρα της  ζωής μας, όπως τώρα, ήταν αυτός που μας είπε ‘μην απελπίζεσαι’’ γιατί  ‘’ είμαστε λεβέντες, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα’’.

Λοιπόν, αυτός ο ζωντανός Β. Τ. δεν  θέλει μουσείο. Θέλει  εξέλιξη.  Το έργο του, όπως και το παράλληλο  έργο των άλλων σπουδαίων της λαϊκής συντεχνίας  χρειάζεται, έρευνα, εξέλιξη και επέκταση στο σήμερα και στο μέλλον, και όχι να χάνεται μέσα σε αναπαλαιώσεις και δήθεν διασκευές από κακότεχνους που το οδηγούν στην φθορά και απαξίωση.

Αν δεν μπορέσουμε να τα καταλάβουμε όλα αυτά, θα μείνουμε στα τσιτσανικά  ενθύμια κρεμασμένα σε άχαρους και απρόσωπους  μίζερους μουσειακούς τοίχους , αποδεικνύοντας πως ίσως δεν αξίζουμε να έχουμε τόσο σπουδαίους ανθρώπους  μέσα στο Έθνος. Και για να συνεννοηθούμε, ας προσέξουμε τι δημιούργησαν άλλοι λαοί με το λαϊκό μουσικό και χορευτικό υλικό  τους.

Οι Ισπανοί έκαναν διεθνή τέχνη το  φλαμέγκο (ήχο και κίνηση) και επάνω σ’αυτή την λαϊκή φόρμα γράφτηκαν όπερες και  χορογραφήθηκαν μπαλέτα. Το ίδιο  και οι  Αργεντινοί  που  έβγαλαν το ταγκό από τους οίκους ανοχής  το εξέλιξαν και το έκαναν διεθνή μουσικοχορευτική πρόταση.
Για να μην μιλήσουμε και για τις Λατινοαμερικάνικες  μουσικές και χορούς που έκαναν σχολές και κατέκλυσαν τον κόσμο. Και δεν πιστεύω να νομίζει κανείς  πως η βραζιλιάνικη σάμπα, είναι απλώς μία φολκλόρ ιστορία.

Και τι να πούμε για την τζαζ που έγινε παγκόσμια  μουσική γλώσσα. Αλήθεια, φαντάζεται κανείς πως οι  φτωχοί, κυνηγημένοι, εξαρτημένοι, απόκληροι, αμόρφωτοι, νέγροι που έχτισαν τις βάσεις της τζαζ, στις όχθες του Μισισιπή, διέφεραν απ’ αυτούς που έχτισαν τις λαϊκές φόρμες στα λιμάνια και στα καταγώγια της Ιβηρικής,  της Καραϊβικής  του Πειραιά και της Σύρας;

Γι’ αυτό  προκειμένου να αποδείξουμε πως είμαστε λαός ευφυής και έχουμε καταλάβει σε βάθος τον  Β. Τ. και τους ομοίους  του και τις πραγματικές διαστάσεις και δύναμη του έργου τους,  θα άξιζε η δημιουργία Πανεπιστημιακής Σχολής στα Τρίκαλα  μιας και θέλουμε να τιμήσουμε πραγματικά τον Άνδρα στην γενέτειρά του, και στα πλαίσια του Θεσσαλικού Πανεπιστημίου.

Μία Σχολή Λαϊκής Μουσικής και Χορού, έτσι για να της δώσω ένα τίτλο, και με την τιμητική επωνυμία «ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ», όπου σπουδαίοι  δάσκαλοι, και έχουμε πολλούς από δαύτους,  δηλαδή  συνθέτες, ιστορικούς  της τέχνης, μουσικούς, χορογράφους και ό,τι άλλο θέλετε, θα διδάξουν και θα μορφώσουν  μια νέα γενιά καλλιτεχνών. Και που κι αυτοί με την σειρά τους θα μετουσιώσουν και θα επεκτείνουν το έργο του Β. Τ. και των συνοδοιπόρων του,  και θα το εκτοξεύσουν σε όλον τον  κόσμο με σύγχρονη μορφή  και δύναμη, γιατί στο κάτω- κάτω της γραφής το αξίζει, αποενοχοποιημένο από  τις αγκυλώσεις  μιας ιδεολογίας που το ήθελε περιθωριακό.

Γιατί όπως είπαν άλλοι σπουδαίοι όπως ο  Μίκης, ο  Μάνος , ο Τσαρούχης, o Χριστιανόπουλος  και όχι κάποιοι ασήμαντοι, όπως εγώ, μέσα στην τέχνη που τόσο εξαιρετικά υπηρέτησε και εξέλιξε ο  Β.Τ., κρύβεται το Έθνος.

Σημείωση:  Τα παραπάνω  γράφτηκαν με αφορμή την δημιουργία και λειτουργία  στα Τρίκαλα , γενέτειρα του  Β.Τ.  ‘’μουσείου’’  αφιερωμένο  σ’ αυτόν.