Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Δείξε μου τα σχολεία σου να σου πω τι κράτος είσαι

Της Κωνσταντίνας Κοτταρίδη*

Το Στρατηγικό Πλαίσιο για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης (ΕΚ 2020) Νέες προτεραιότητες για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης (2015/C 417/04) ορίζει ότι «η εκπαίδευση και η κατάρτιση, ως φιλικοί προς την ανάπτυξη τομείς, πρέπει να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στο πλαίσιο του νέου αυτού προγράμματος. Οι επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο είναι χρήματα που δεν πάνε χαμένα. Η σωστή εκπαίδευση και κατάρτιση συμβάλλουν στην προαγωγή της συνεχούς οικονομικής μεγέθυνσης και της βιώσιμης ανάπτυξης: τροφοδοτούν την έρευνα και ανάπτυξη, την καινοτομία, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα.»

Στις παραπάνω λίγες γραμμές είναι πρόδηλος ο άρρηκτος δεσμός μεταξύ της εκπαίδευσης και της οικονομικής ανάπτυξης μιας χώρας. Το εκπαιδευτικό σύστημα μια χώρας είναι μια τεράστια επένδυση η οποία αποσκοπεί στην ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου που αποτελεί καίριο παράγοντα στην παραγωγική διαδικασία. Το ανθρώπινο κεφάλαιο δημιουργεί καινοτομία, επιχειρηματικότητα, παραγωγικότητα, και δρα πολλαπλασιαστικά στην ανταγωνιστικότητα ενός κράτους. Πόσο αποτελεσματική είναι αυτή η επένδυση στην ελληνική πραγματικότητα; Με όρους καθαρής οικονομικής αξιολόγησης επενδύσεων, όχι μόνο δεν είναι αποτελεσματική αλλά, αντίθετα, είναι πλήρως μη παραγωγική. Ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη και τις τρέχουσες συνθήκες φυγής των νέων επιστημόνων από τη χώρα, θα λέγαμε ότι ο Έλληνας φορολογούμενος πληρώνει για να δημιουργηθεί ικανό στελεχιακό δυναμικό για το εξωτερικό.

Οι άξονες προτεραιότητας του στρατηγικού πλαισίου της ΕΕ για την εκπαίδευση αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι «Η κατάλληλη και υψηλής ποιότητας μάθηση απαιτεί, ανάμεσα άλλα, ενεργητικότερη χρήση καινοτόμων παιδαγωγικών μεθόδων και εργαλείων για την ανάπτυξη ψηφιακών ικανοτήτων» και «ευρεία υποστήριξη των εκπαιδευτικών, των εκπαιδευτών, των διευθυντών σχολείων και άλλων μελών του εκπαιδευτικού προσωπικού, που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξασφάλιση της επιτυχίας των εκπαιδευομένων και στην εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής».

Τα Προγράμματα Σπουδών που εφαρμόζονται σήμερα στη χώρα μας, παρά το γεγονός ότι περιγράφουν την υιοθέτηση σύγχρονων αρχών, δεν έχουν στην πράξη επιφέρει αλλαγές στο σχολείο. Δεν προκαλούν τον μαθητή να ερευνήσει και να ανακαλύψει τη γνώση αλλά προσφέρουν έτοιμες απαντήσεις προς απομνημόνευση, ενώ δεν αφήνουν περιθώρια ανάπτυξης πρωτοβουλιών από τον εκπαιδευτικό. Παρά τα κατά καιρούς εξαγγελλόμενα, η υπερφόρτωση της ύλης και τα εγχειρίδια οδηγούν στην μετωπική διδασκαλία, στην αφήγηση και την απομνημόνευση. Ο μαθητής εντέλει αξιολογείται πάνω στην δυνατότητα αποστήθισης.

Ιδιαίτερα όσον αφορά στη χρήση ψηφιακών μέσων, πρόσφατα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων αναφέρουν ότι μόλις το 30% των σχολείων έχουν σύνδεση στο διαδίκτυο και, εξ΄αυτών, μιλώντας με καθηγητές και διευθυντές, προκύπτει ότι η σύνδεση είναι τόσο κακή που δεν μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν. Επιπλέον, σε μια εποχή που οι ΤΠΕ έχουν κατακλύσει την κοινωνική και οικονομική ζωή, μόνο το 37% των σχολείων διαθέτουν δική τους ιστοσελίδα! Ο εξοπλισμός σε ΤΠΕ δε, είναι ανεπαρκής, ανύπαρκτος σε πολλές των περιπτώσεων και απαρχαιωμένος στις υπόλοιπες περιπτώσεις.

Οι μαθητές βιώνουν μια αντικρουόμενη πραγματικότητα: οι απογευματινές δραστηριότητές τους είναι πλέον ψηφιακές μέσω τάμπλετ, Η/Υ ή κινητό τηλέφωνο ενώ τη μισή μέρα μέχρι το μεσημέρι καλούνται να παρακολουθήσουν μάθημα με απαρχαιωμένους τρόπους, με «χαρτί και μολύβι» και απαγγελία από τον δάσκαλο/καθηγητή. Το αποτέλεσμα είναι ότι κανένα παιδί πλέον δεν έχει ενδιαφέρον για το σχολείο, θεωρούν την ώρα διδασκαλίας μια υποχρεωτική αγγαρεία από την οποία μαθαίνουν μόνο να αποστηθίζουν τις έννοιες, την ιστορία μας, τα μαθηματικά, ένα καταναγκαστικό έργο που θα τους οδηγήσει στις πανελλαδικές εξετάσεις και την είσοδό τους στο πανεπιστήμιο για την απόκτηση ενός πτυχίου, με τι αντίκρισμα άραγε;

Ποιος όμως είναι ο ρόλος του σχολείου; Διεκπεραιωτικός; Υποχρεωτική βαρετή διαδικασία; Το σχολείο πρέπει να είναι ο χώρος που οι αυριανοί πολίτες θα έχουν διαμορφώσει την προσωπικότητά τους, θα έχουν δημιουργήσει την προσωπική τους ταυτότητα, θα έχουν ανακαλύψει τα ταλέντα τους, τα ενδιαφέροντά τους, θα έχουν αναπτύξει την κριτική τους σκέψη μέσα από τη γνώση. Επομένως είναι αδήριτη ανάγκη να δούμε κατάματα την πραγματικότητα. Ποια είναι η εκπαίδευσή μας σήμερα; Τι δίνουμε στα παιδιά μας και τους αυριανούς πολίτες που θα καλούνται να παίρνουν σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή τους και το κοινωνικό σύνολο;

Τα σχολικά προγράμματα πρέπει οπωσδήποτε να εναρμονιστούν στις διάφορες εκπαιδευτικές βαθμίδες με τις σύγχρονες επιστημονικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές απόψεις και ανάγκες. Στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή δεν είναι δυνατό το σχολείο να μη χρησιμοποιεί ψηφιακά μέσα διδασκαλίας. Υπάρχει ένα βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα βέβαια εδώ: η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι μέσης ηλικίας και άνω, οι οποίοι δεν έχουν γνώσεις τεχνολογιών ΤΠΕ και δεν νιώθουν άνετα με τις νέες τεχνολογίες. Οι νεότεροι εκπαιδευτικοί διορίζονται σε απομακρυσμένα σχολεία στα οποία δεν υπάρχει η δυνατότητα ΤΠΕ. Και οι μαθητές βρίσκονται στη μέση εγκλωβισμένοι σε μια αντιφατική και αποπροσανατολιστική πραγματικότητα.

Αν θέλουμε λοιπόν μια οικονομία ισχυρή και μια συνεκτική κοινωνία με αρχές, το σχολείο είναι το πρώτο που πρέπει να εστιάσουμε. Οι μαθητές πρέπει να είναι στο επίκεντρο της κάθε προσπάθειας, με στόχο την ανάπτυξη σκεπτόμενων πολιτών μέσα από τη συγκέντρωση πληροφοριών από πολλαπλές πηγές, την αξιολόγηση των πηγών, τη σύνθεση, την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, την ανάπτυξη των ταλέντων τους, τη δημιουργικότητα, τη συνέργεια.

Το βασικό πλεονέκτημα των σύγχρονων ψηφιακών ολοκληρωμένων εργαλείων προωθεί με τρόπο ευχάριστο όλα τα παραπάνω. Ο μαθητής, ασχολείται ενεργά και με αποφασιστικό τρόπο με τη μάθησή του με τρόπους που του είναι οικείοι και ευχάριστοι. Είναι κοινά αποδεκτό ότι η πιο αποτελεσματική μάθηση είναι η μάθηση που εμπλέκει ενεργά τα δρώντα πρόσωπα. Με τα ψηφιακά μέσα, ο μαθητής έχει την αίσθηση του ανήκειν στη διαδικασία της μάθησής του, και εμπλέκει σε αυτήν την ταυτότητα, την υποκειμενικότητα και την ιδιότητά του ως βασικού συντελεστή στη διαδικασία μάθησης. Ανακαλύπτει μόνος του τη μάθηση μέσα από πολυτροπικούς ψηφιακούς χώρους γνώσης με την επεξεργασία και αξιοποίηση κειμένων, εικόνων, διαγραμμάτων, βίντεο, ήχων, βάσεων δεδομένων, τέχνης, κτλ. άρα ο ίδιος ο μαθητής γίνεται παραγωγός της δικής του προσωπικής γνώσης και ταυτόχρονα μαθαίνει να λειτουργεί μέσα σ’ ένα πλαίσιο αυτονομίας και αυτο-ελέγχου. Ο εκπαιδευόμενος έχει την ικανότητα να βρίσκει, να διαπραγματεύεται και να συνθέτει τις γνώσεις είτε σε διαδικασίες ομαδικής παραγωγής της νοημοσύνης είτε αναζητώντας μια ποικιλία ηλεκτρονικών πηγών γνώσεων.

Ασφαλώς, κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να επιτύχει τους στόχους του, εάν οι εκπαιδευτικοί δεν δίνουν καθημερινά τον καλύτερο εαυτό τους μέσα στην τάξη και δεν αναδεικνύονται ως η πνευματική και ηθική πρωτοπορία της κοινωνίας. Γι’ αυτό, σύμφωνα με τους κατευθυντήριους άξονες της ΕΕ, τονίζεται ο άξονας για την «ευρεία υποστήριξη των εκπαιδευτικών, των εκπαιδευτών, των διευθυντών σχολείων και του λοιπού εκπαιδευτικού προσωπικού». Μελέτες περιπτώσεων για την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων επιμόρφωσης στην Ελλάδα καταδεικνύουν τα σοβαρά προβλήματα που χρήζουν σοβαρής σκέψης και αναμόρφωσης. Πορίσματα αυτών των μελετών αναφέρουν ότι οι εκπαιδευτικοί νιώθουν ότι δεν ενθαρρύνονται προς αυτή την κατεύθυνση και ότι αποτελεί τροχοπέδη η ηλικία και οι γνώσεις των ίδιων ενώ η χρήση ΤΠΕ επαφίεται αποκλειστικά στην ευχέρεια του κάθε εκπαιδευτικού πολλές φορές με προσωπικό εξοπλισμό του ιδίου.

Στην ευρύτερη «γειτονιά» μας βρίσκεται η Φινλανδία, η οποία αποτελεί χώρα πρότυπο για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το Φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα δίνει έμφαση στους καινοτόμους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι δοκιμάζουν κατά διαστήματα διάφορα πράγματα όπως π.χ. την εργασία σε ομάδες ή τη βιωματική μάθηση. Επομένως, οι εκπαιδευτικοί ενθαρρύνονται να δοκιμάζουν νέες μεθόδους και να αξιολογούν τα αποτελέσματα αυτών. Επίσης, στο πλαίσιο της καινοτομίας, χρησιμοποιούνται με ποικίλους τρόπους οι ΤΠΕ για τη διδασκαλία ενώ όλο και συχνότερα δίνονται ψηφιακά τεστ και πρότζεκτ που γίνονται στο «σύννεφο».

Οι νέες μέθοδοι ξεκίνησαν με τη συνεργασία των καθηγητών και δασκάλων μεταξύ τους σε μικρές ομάδες προκειμένου να παραχθούν ιδέες. Ήδη από το 1995, με την προμήθεια του πρώτου υπολογιστή στο σχολείο, οι Φινλανδοί αποφάσισαν να επιχειρήσουν όλη την ανάπτυξη του σχολείου στηριγμένη στη συνεργασία και στους Η/Υ. Γι’ αυτό, προσλαμβάνουν καθηγητές  με όρεξη για δουλειά, καινοτόμους αλλά και με κατάρτιση στους υπολογιστές. Το πρώτο πρόγραμμα που εφάρμοσαν αφορούσε ένα κοινό πρότζεκτ γεωγραφίας και αγγλικής γλώσσας, με τη χρήση υπολογιστών, κάτι που ονόμασαν «Το πρόγραμμα του μέλλοντος» (The future program).

Το πρόγραμμα αυτό ακόμη και σήμερα αποτελεί αντικείμενο μελέτης και αντιγραφής από χώρες όπως η Ιαπωνία, και το μότο του ήταν «Να θρέψουμε τη δημιουργικότητα με την επιμονή». Η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση χρηματοδοτείται από το Δημόσιο και η εκπαίδευση είναι δωρεάν για όλους. Οι υπεύθυνοι για τα προγράμματα σπουδών δεν είναι πολιτικοί αλλά εκπαιδευτικοί. Υπάρχει σαφής εξωτερική αξιολόγηση η οποία διεξάγεται σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο ως προς τα μαθησιακά αποτελέσματα σε επιλεγμένα γνωστικά αντικείμενα, θεματικές αξιολογήσεις και παραγωγή συμβατικών δεικτών εκπαίδευσης και κάθε σχολική μονάδα λαμβάνει μέρος στις διαδικασίες αυτές κάθε τρία έτη.

Η ψηφιακή τεχνολογία προσφέρει αμέτρητες δυνατότητες και πρέπει να τεθεί απόλυτη προτεραιότητα σε μια εθνική πολιτική για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η στόχευση πρέπει να φορά στον εκσυγχρονισμό όλων των σχολείων με εξοπλισμό ΤΠΕ σε όλες τις αίθουσες, σοβαρή και οργανωμένη κατάρτιση τόσο των διευθυντών, οι οποίοι χρειάζονται ειδική εκπαίδευση καθώς καλούνται να διαχειριστούν τη σχολική μονάδα αλλά και των εκπαιδευτικών όλων των ηλικιών τόσο στη χρήση ΤΠΕ όσο και σε νέους τρόπους διδασκαλίας.

Ας αναρωτηθούμε τώρα, τι από αυτά είναι τόσο δύσκολο να εφαρμοστεί στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα; Και δεύτερον, γιατί είναι τόσο δύσκολο; Δεν θα δεχτώ σε καμία των περιπτώσεων ότι είναι θέμα κονδυλίων. Γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά τον χείμαρρο των κονδυλίων που πέρασε από τον τόπο τις προηγούμενες δεκαετίες μέχρι σήμερα. Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Προφανώς υπάρχουν οι γραφειοκρατικές αγκυλωτικές δομές του συστήματος αλλά μήπως είναι η ώρα να ξεπεράσουμε τις παιδικές ασθένειές μας και να βάλουμε τα παιδιά μας σε προτεραιότητα; Μήπως είναι η ώρα να γίνουμε εμείς ώριμοι ενήλικες προκειμένου να παραδώσουμε ένα καλύτερο αύριο στη νέα γενιά;

Τα παιδιά χρειάζονται κίνητρο, δημιουργικότητα, ευχάριστο περιβάλλον που συμβαδίζει με την εποχή που ζουν και μεγαλώνουν και όχι μία ώρα παραπάνω ύπνο. Διότι σε ένα απαρχαιωμένο περιβάλλον, ακόμα και με πολλές ώρες ύπνου παραπάνω, τα παιδιά θα εξακολουθήσουν να κοιμούνται στα θρανία τους με τελικό αποτέλεσμα μια οκνηρή κοινωνία και μια αδύναμη οικονομία.

* Η Κωνσταντίνα Κοτταρίδη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Οικονομικών Πανεπιστημίου Πειραιώς

ΑΠΕ ΜΠΕ