Δώρα Κοτσακά:  Τι να περιμένουμε από το Επιστημονικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα στις αρχές του 2026

Συνέντευξη στον Νίκο Παπαδημητρίου

 Δώρα Κοτσακά, αναπληρώτρια συντονίστρια Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, δρ Πολιτικής Επιστήμης

Η γη, το νερό και η ενέργεια είναι πεπερασμένα αγαθά μέγιστης σημασίας που μας ανήκουν από κοινού και η διάθεσή τους στην παραγωγική διαδικασία πρέπει να λειτουργεί με γνώμονα την αειφορία τους και την προτεραιοποίηση των εθνικών αναγκών.

Μπορεί να ακούγονται ως θέματα από το… μέλλον, αλλά στην πραγματικότητα η συζήτηση για τα Κέντρα Δεδομένων αφενός, τα κοινά αγαθά αφετέρου, είναι ήδη εδώ. Συζητάμε για τα θέματα αυτά με μία επιστήμονα που έχει ασχοληθεί πολύ με τα δύο αυτά ζητήματα, τη Δώρα Κοτσακά. Καθότι, όμως, είναι και αναπληρώτρια συντονίστρια του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, μας μιλάει για τη δουλειά που γίνεται εκεί και τι έχουμε να περιμένουμε από τις επεξεργασίες τους στην αρχή του έτους.

 Τι να περιμένουμε, κυρία Κοτσακά, από το Επιστημονικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα στις αρχές του 2026;

Το βασικό χαρακτηριστικό του Επιστημονικού Συμβουλίου έχει να κάνει τόσο με την ποιότητα όσο και με την πολυμέρεια των επιστημονικών αντικειμένων που καλύπτουν τα μέλη του. Ακολουθούμε συγκεκριμένη μεθοδολογία πάνω στην οποία εργαζόμαστε και τα πρώτα παραδοτέα αναμένονται στις αρχές του έτους. Στόχος είναι η τεκμηρίωση και η επεξεργασία προτάσεων σε καίριους τομείς εφαρμοσμένης πολιτικής στην παρούσα συγκυρία. Οι ομάδες που εργάζονται είναι πολυάριθμες και το πραγματικό στοίχημα είναι η σύνδεση των επεξεργασιών μεταξύ των διαφορετικών τομέων.

 Ενα θέμα με το οποίο έχετε ασχοληθεί πολύ, είναι αυτό των Κέντρων Δεδομένων (Data Centers), τα οποία είναι ιδιαίτερα υδροβόρα. Η Αττική καθίσταται περιφερειακός κόμβος και η κυβέρνηση πανηγυρίζει γι’ αυτό. Δεν βρίσκετε κάποια αντίφαση, δεδομένου του οξύτατου προβλήματος λειψυδρίας που αντιμετωπίζει το Λεκανοπέδιο;

Οι εργασιακές, κοινωνικές και ιδιαίτερα οι περιβαλλοντικές συνέπειες των Data Centers -ως προς την ενέργεια και το νερό που καταναλώνουν σε τεράστιες ποσότητες- απασχολούν έντονα την κοινή γνώμη σε διεθνές επίπεδο. Σε χώρες που εδώ και χρόνια φιλοξενούν μεγάλο αριθμό και πλέον υφίστανται τις συνέπειες, οι αντιδράσεις και τα κινήματα πολιτών οδήγησαν σε πάγωμα των επενδύσεων και μπλοκάρισμα της λειτουργίας τους, έχοντας ως αίτημα την εφαρμογή κανονισμών προστασίας.

Η Ελλάδα άργησε να ενταχθεί στο σχέδιο εξάπλωσης των Data Centers, αλλά τώρα αυτό συμβαίνει με μεγάλη ταχύτητα. Λόγω της γεωγραφικής θέσης της, παίζει ρόλο εναλλακτικής διαδρομής διασύνδεσης για πλήθος αναδυόμενων αγορών. Η Αττική φτάνει ήδη στα όρια κορεσμού από άποψη δυνατότητας να φιλοξενήσει νέα κέντρα. Πολύ περισσότερο τώρα που προσελκύει μεγάλα μεγέθη του κλάδου, που θέλουν πολλή γη, πολύ ρεύμα και πολύ νερό.

Παρότι οι εν λόγω επενδύσεις προβλήθηκαν επικοινωνιακά ως μεγάλη αναβάθμιση για τη χώρα, κανείς δεν ασχολήθηκε με το -ανεπαρκές- ρυθμιστικό πλαίσιο, η δημόσια διαβούλευση ήταν από προσχηματική έως ανύπαρκτη, οι υπεύθυνοι και οι πολιτικές δυνάμεις δεν τοποθετήθηκαν και οι τοπικές κοινωνίες δεν φαίνεται να είναι επαρκώς ενήμερες για το θέμα. Η συζήτηση φαίνεται να ξεκινά και στην Ελλάδα, καθώς η γη, το νερό και η ενέργεια είναι πεπερασμένα αγαθά μέγιστης σημασίας που μας ανήκουν από κοινού και η διάθεσή τους στην παραγωγική διαδικασία πρέπει να λειτουργεί με γνώμονα την αειφορία τους και την προτεραιοποίηση των εθνικών αναγκών.

 Ενα άλλο θέμα που σας έχει απασχολήσει είναι τα κοινά αγαθά. Τι είναι αυτά; Μπορούμε να μιλήσουμε για τη νέα ιδεολογία του 21ου αιώνα;

Η συγκεκριμένη πρακτική εφαρμόζει σε πλήθος ετερόκλητων πόρων και σε διαφορετικούς τομείς της κοινωνικής μας ζωής. Νέες λειτουργίες διοίκησης στηριγμένες στα κοινά, με έμφαση στην αυτοοργάνωση και τη συμμετοχή, βρίσκουν εφαρμογή με στόχο τη διαχείριση ενός ευρέος φάσματος πόρων: είτε παραδοσιακών (π.χ. ποτάμια, δάση, τοπικές κουλτούρες), είτε αναδυόμενων (π.χ. ηλιακή ενέργεια, κοινωνική καινοτομία, διαδίκτυο).

Μιλώντας για την παραγωγική ανασυγκρότηση από την πλευρά της κοινωνικής δικαιοσύνης, δεν μπορούμε να μην εντάξουμε τα παραπάνω στη συζήτηση, με την ιδιότητά τους ως κοινής μας κληρονομιάς. Ωστόσο – και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον- στο πλαίσιο του ψηφιακού μετασχηματισμού τα κοινά και η ομότιμη παραγωγή επανακάμπτουν δυναμικά με έμφαση στις αναπτυξιακές τους δυνατότητες.

Παραδείγματα όπως οι κοινότητες ελεύθερου λογισμικού υπό τη Γενική Αδεια Δημόσιας Χρήσης GNU, η Wikipedia και η κοινότητά της με τις άδειες Creative Commons, το ανοιχτό σχέδιο, τα ανοιχτά δεδομένα, αυτό που διεθνώς έχει ονομαστεί open culture movement, απελευθερώνουν δυνατότητες καινοτομίας. Μυριάδες έργα όπως το 3D printing υπογραμμίζουν την ανάδυση τεχνολογικών δυνατοτήτων, οι οποίες επαναδιαμορφώνουν το οικονομικό και κατά συνέπεια το κοινωνικό περιβάλλον, όπως η λειτουργική αρχή «design global – manufacture local».

 Το σχήμα των κοινών αγαθών συνδέεται και με την αυτοοργάνωση των πολιτών, στην οποία κάλεσε τις προάλλες ο Αλέξης Τσίπρας;

Θα μπορούσε, στην περίπτωση που μια κοινότητα των κοινών αποφασίσει ότι εξυπηρετεί τον στόχο της η οργανική εμπλοκή με ένα πολιτικό σχέδιο που μοιράζεται τις ίδιες αξίες. Ωστόσο, μεθοδολογικά μιλώντας, αυτό συνιστά μία υποπερίπτωση. Τα κοινά είναι τρισυπόστατα. Δεν υπάρχει πόρος που να καθίσταται κοινός αξιωματικά. Προϋποτίθενται η κοινότητα που είναι διατεθειμένη να αναλάβει την ευθύνη της διαχείρισής του, το πρωτόκολλο -τυπικό ή άτυπο- στη βάση του οποίου λειτουργεί η κοινότητα και φυσικά ο πόρος.

Η ανθρωπότητα διαχειριζόταν τους κοινούς της πόρους σε όλο το εύρος της ιστορίας της με αυτόν τον τρόπο. Ας σκεφτούμε το αλίευμα, τα βοσκοτόπια, το νερό κ.ά. Η Elinor Ostrom (Νόμπελ Οικονομικών 2009) απέδειξε με την έρευνά της ότι ο τρόπος της συνεργασίας είναι αποτελεσματικότερος και ωφελιμότερος για τις κοινότητες από αυτόν του ανταγωνισμού.

Τα κοινά διατηρήθηκαν ζωντανά στις σκιές της κουλτούρας της αγοράς και τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται ως μια δυνητική εναλλακτική στις επιτακτικές κρίσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η ανθρωπότητα. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτό συμβαίνει χωρίς να έχουν λάβει τη συστηματική υποστήριξη κάποιου πολιτικού χώρου, κάτι που συνδέεται και με το συστατικό τους χαρακτηριστικό, αυτό της οργάνωσης των δικτύων που συνιστούν οι κοινότητές τους πέρα από το κράτος και την αγορά.

Ωστόσο, όλο και συχνότερα γίνεται αντιληπτό ότι προκειμένου τα κοινά να κλιμακώσουν ο ρόλος του κράτους είναι κρίσιμος, τόσο για τη μεγιστοποίηση των ωφελημάτων τους, όσο και για την προστασία τους από επιθετικές περιφράξεις που μετατρέπουν το κοινό σε ιδιωτικό. Η ενίσχυση αυτής της τάσης προϋποθέτει καινοτόμες νομικές διατάξεις και πολιτικές, όπως και παρεμβάσεις σε όλα τα επίπεδα διοίκησης, ώστε τα κοινά να αναγνωριστούν και να υποστηριχτούν με τη νομική τους υπόσταση. Προϋποθέτει επίσης πρωτοπόρους θεσμούς διακυβέρνησης, οι οποίοι να επιτρέπουν και να δίνουν κίνητρο στους ανθρώπους προκειμένου να αναπτύξουν ποιοτικά διαφορετικούς τύπους σχέσεων με τη φύση και ανάμεσά τους.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ