Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ελλάδα, η πρώτη Σοβιετικού τύπου Ευρωπαϊκή Δημοκρατία

Του Hλία Κυριακάκη

Ήρθε το 2017 και μαζί του ήρθαν και οι αναμενόμενοι φόροι στα καύσιμα, στα τσιγάρα, τον καφέ, τις τηλεπικοινωνίες και την επιχειρηματικότητα. Αυξήθηκαν, επίσης, υπέρμετρα και δυσανάλογα οι ασφαλιστικές εισφορές όλων μας, εργοδοτών και εργαζομένων.

Το Κράτος μέχρι τον περασμένο χρόνο ήταν ο προνομιακός συνεταίρος κάθε επαγγελματία, κάθε επιχείρησης και κάθε ελεύθερου επαγγελματία, αφού τους απομυζούσε πάνω από το 50% των  κερδών τους. Το νέο χρόνο, το Κράτος, με τους παράλογους φόρους και τις αλόγιστες αυξήσεις που έχει επιβάλλει, γίνεται εργοδότης των επαγγελματιών και μάλιστα εργοδότης με πενιχρό μεροκάματο, αφού η συμμετοχή του στα κέρδη μέσω της άμεσης φορολόγησης και των ασφαλιστικών εισφορών ξεπερνά πια το 80% και σε αρκετές περιπτώσεις φτάνει ακόμη υψηλότερα.

Αν πάρουμε για παράδειγμα μια μεγάλη επιχείρηση εστίασης που έχει δύο συνεταίρους, μια υγιή κερδοφορία της τάξης των 140.000€ και απασχολεί οκτώ άτομα στην κουζίνα και στην εξυπηρέτηση πελατών, αυτή φέτος αντί να  φορολογηθεί με 70.000€ και να διανείμει από 35.000€ σε κάθε συνεταίρο για να ζήσουν αξιοπρεπώς, θα φορολογείται πολύ πιο άγρια, θα μένει με 18.000€ κέρδη για τους δύο συνεταίρους και ο κάθε ένας θα καλείται να ζήσει με 9.000 το χρόνο ή 750€ το μήνα. Επτακόσια πενήντα ευρώ από μια επιχείρηση που σε τζίρο ξεπερνά τις 600.000€. Η κατάσταση για τους μικρότερους μαγαζάτορες, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τα μπλοκάκια είναι ακόμη χειρότερη. Στις τάξεις αυτές, όπου οι τζίροι είναι πέντε, δέκα, και είκοσι χιλιάδες ευρώ το χρόνο, τα κέρδη πια γίνονται σε πολλές περιπτώσεις τριψήφια, αφού δεν ξεπερνούν τα χίλια ευρώ το χρόνο ή τα εκατό ευρώ το μήνα.

Τα παραπάνω ισχύουν για όσους θέλουν να είναι συνεπείς σε όλες τους τις υποχρεώσεις απέναντι στο Κράτος, τους εργαζόμενους και τους προμηθευτές τους.  Άρα, αυτοί ή θα κλείσουν ή θα μετατραπούν όλοι σε «κρατικούς υπαλλήλους», αφού για το κράτος θα δουλεύουν. Οι “πονηρότεροι” αλλά και οι πιο επιβιωτικοί, θα αρχίσουν να βάζουν χέρι στο ΦΠΑ, να απασχολούν ανασφάλιστους εργαζόμενους και να μην κόβουν αποδείξεις ούτε να αγοράζουν με τιμολόγια. Και θα ενισχύουν με τον τρόπο αυτό τη “μαύρη” οικονομία, που σήμερα ξεπερνά στην Ελλάδα το 25%, όταν στην Ιταλία είναι 12 και στη Βόρεια Ευρώπη κινείται σε μονοψήφια ποσοστά.

Για να αποφύγει τη φοροκλοπή, το Κράτος “εξαπολύει επίθεση στην μαύρη εργασία”, όπως μας πληροφόρησε προ ημερών η Αυγή, επιβάλλει τη χρήση πλαστικού χρήματος και συνδέει όλες τις ταμειακές μηχανές με το Μεγάλο Αδελφό της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων. Όταν όλα αυτά θα γίνουν και θα λειτουργήσουν, τότε ο επιχειρηματίας, ο αυτοαπασχολούμενος και ο μικρός καταστηματάρχης δεν θα έχουν πια καμία οδό διαφυγής. Ή θα κλείσουν ή θα γίνουν κρατικοί υπάλληλοι και αυτοί. Θα δουλεύουν για την τρίτη φορά Αριστερά και για να συντηρούν τους κάθε μορφής  Καρανίκες και Νοτοπούλου, που “στηρίζουν και υπηρετούν” τα γραφεία του Πρωθυπουργού στο Μαξίμου, στη Θεσσαλονίκη και προσεχώς και “σε επιλεγμένο σημείο στην πόλη σας”.

Αλλά μήπως είναι αυτό ακριβώς το σχέδιο του Σύριζα, που πιστό στην ιδεολογική γραμμή του Μαρξισμού-Λενινισμού εφαρμόζει την κατάργηση της αποθησαύρισης του χρήματος, την κοινωνική και όχι την ατομική ιδιοκτησία και τη διανομή του όποιου επαγγελματικού κέρδους απομένει ισομερώς σε όλους, με πρώτους και καλύτερους την κομματική και κρατική νομενκλατούρα; Και μήπως την κατάλληλη στιγμή, όταν η εξαθλίωση πια γίνει γενική και η υπομονή και η απαντοχή όλων εξαντληθούν, πάρει το “δωράκι” των πενήντα δισ. του κ Σόϊμπλε και αποχωρήσει από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, για να γίνει η Ελλάδα  Αργεντινή ή ακόμη χειρότερα η Βόρεια Κορέα της Ευρώπης;

Μέσα σ’ αυτό το ζοφερό περιβάλλον της στυγνής και ύπουλης  κρατικοποίησης, το παζλ συμπληρώνει η απουσία ή μάλλον η τεχνητή αποφυγή, παρά τα λόγια, κάθε είδους ανάπτυξης πέρα από το «γιγάντωμα» του δημόσιου τομέα, τη μόνη μορφή ανάπτυξης που αναγνωρίζει ένα κρατικοδίαιτο αριστεροακροδεξιό μόρφωμα. « Όρε πού πάμε, ρε»;, όπως αναρωτιόταν κάποτε και ο Αυλωνίτης, στην «Ωραία των Αθηνών».