
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή όπου η πραγματικότητα αποφασίζει να σατιρίσει τον εαυτό της, απαλλάσσοντας τους γελοιογράφους από τον κόπο της υπερβολής. Μία τέτοια στιγμή ζούμε με το Κίνημα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία». Το νέο αυτό εγχείρημα, που συστήθηκε ως υπόσχεση θεσμικής επανεκκίνησης, βρέθηκε εν ριπή οφθαλμού να αναλώνεται σε αυτό που η ελληνική πολιτική γνωρίζει καλύτερα από καθένα: τη γραφειοκρατία της εσωστρέφειας και, κυρίως, την τελετουργία της αποχώρησης.
Διότι στην εγχώρια σκηνή έχουμε δει τα πάντα: διασπάσεις, ανεξαρτητοποιήσεις, δραματικές επιστολές και τηλεοπτικούς αφορισμούς. Αυτό που σπάνια συναντάμε είναι η παραίτηση να αποκτά δικό της… πρωτόκολλο. Να μην αρκεί απλώς να φύγεις, αλλά να καταγράφεται η «σειρά εξόδου» με την ακρίβεια στρατιωτικού αγήματος. Δημιουργείται έτσι μια νέα, ιδιότυπη πολιτική επετηρίδα: οι αποχωρήσαντες πρώτης, δεύτερης και επόμενης γενιάς — ένα παράδοξο *savoir-vivre* της πολιτικής δραπετεύσεως.
Η βαθύτερη ειρωνεία, βεβαίως, δεν βρίσκεται στην ίδια την πράξη της φυγής. Η αποχώρηση μπορεί να είναι πράξη αξιοπρέπειας. Το αληθινά ανθρωπολογικό ερώτημα είναι άλλο: **τι ήταν αυτό που τους έπεισε αρχικά να μπουν;** Ποια πολιτική αλχημεία τους υποσχέθηκε ότι αυτό το σχήμα θα ξέφευγε από τη μοίρα των προηγούμενων;
Ο Μπρόνισλαβ Μαλινόφσκι, στο «Μαγεία, Επιστήμη και Θρησκεία», σημείωνε ότι η μαγεία δεν επιστρατεύεται όταν ο άνθρωπος ελέγχει την πραγματικότητα, αλλά όταν βρίσκεται εκτεθειμένος στην απόλυτη αβεβαιότητα. Ελλείψει ορθολογικού σχεδίου, το ξόρκι γίνεται υποκατάστατο της βεβαιότητας. Η πολιτική λειτουργεί με τους ίδιους όρους. Σε περιόδους θεσμικής απαξίωσης, οι κοινωνίες δεν αναζητούν προγράμματα· αναζητούν θαύματα. Οι άνθρωποι δεν εντάσσονται απλώς σε ένα κόμμα, αλλά στρατολογούνται σε μια προσδοκία.
Εκεί ακριβώς εμφανίζονται οι μαθητευόμενοι μάγοι της πολιτικής. Όπως ο νεαρός βοηθός στο ποίημα του Γκαίτε επικαλείται δυνάμεις που δεν μπορεί να τιθασεύσει, έτσι και κάθε νεοπαγές εγχείρημα ανακαλύπτει απότομα ότι **η κατασκευή ενός συμβόλου είναι ασύγκριτα ευκολότερη από τη λειτουργία ενός θεσμού**.
Διότι η πολιτική μαγεία διαλύεται αμέσως μόλις τελειώσουν οι διακηρύξεις και τεθούν τα πεζά ερωτήματα: *Ποιος αποφασίζει; Πώς ελέγχεται η ηγεσία; Πού προστατεύεται η διαφωνία;*
Η κοινή επιστολή των αποχωρούντων συμπυκνώνει αυτή την τραγικωμωδία. Δεν πρόκειται για μια απλή ανακοίνωση διαφωνίας, αλλά για μια προσπάθεια δημόσιου εξορκισμού. Οι υπογράφοντες δεν δηλώνουν απλώς ότι αποχωρούν· πασχίζουν να αποδείξουν ότι οι ίδιοι παρέμειναν «αγνοί», ενώ το εγχείρημα «μολύνθηκε». Πρόκειται για το κλασικό αφήγημα αυτοδικαίωσης: η ιδέα ήταν τέλεια, αλλά οι φορείς της αποδείχθηκαν ανάξιοι.
Γι’ αυτό και η «σειρά αποχώρησης» αποκτά σχεδόν υπαρξιακό βάρος. Σε μια αντίστροφη ιστορική καταγραφή, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το ποιοι ίδρυσαν το κόμμα, στο ποιοι κατάφεραν να βγουν πρώτοι από την έξοδο κινδύνου.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι τα σχήματα που γεννιούνται για να καταγγείλουν τις παλιές παθογένειες, καταλήγουν να ηττώνται από τα ίδια τους τα υλικά. Η πολιτική έχει την αμείλικτη ιδιότητα να μετατρέπει τους επίδοξους αναμορφωτές της σε αμήχανους διαχειριστές των ίδιων προβλημάτων που υποσχέθηκαν να εξαφανίσουν.
Το πραγματικό μάθημα της ιστορίας είναι απλό: **κανένα πολιτικό ξόρκι δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς**. Η ελπίδα αρκεί για να συγκεντρώσει ένα πλήθος, αλλά μόνο η θεσμική συγκρότηση μπορεί να το αποτρέψει από το να μετατραπεί σε θίασο. Στο τέλος, όταν η αυλαία πέσει, οι μάγοι οφείλουν να αφήσουν τα ραβδιά τους και να αποδεχθούν την πιο βαρετή, αλλά απαραίτητη ιδιότητά τους: αυτή του απλού τεχνίτη της δημοκρατίας.

