Ζει η έκθεση Πισσαρίδη;

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Όταν, το φθινόπωρο του 2020, η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρουσίαζε την Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη ως τον οδικό χάρτη για τον «παραγωγικό μετασχηματισμό» της ελληνικής οικονομίας, η ρητορική ήταν σαφής: επρόκειτο για ένα σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης, για τη μετάβαση από το «παλιό» στο «νέο», από την κρίση στην ανάπτυξη, από τη στασιμότητα στη δυναμική σύγκλιση με την Ευρώπη. Η Έκθεση βαφτίστηκε, σχεδόν τελετουργικά, ως η ελληνική εκδοχή των μεγάλων μεταρρυθμιστικών σχεδίων που αλλάζουν παραδείγματα.

Πέντε χρόνια μετά, το ερώτημα επανέρχεται σχεδόν αμείλικτο: ζει η έκθεση Πισσαρίδη;

Ή μήπως ανήκει πλέον στο μακρύ νεκροταφείο στρατηγικών σχεδίων που παρουσιάστηκαν ως τομές και κατέληξαν σε υποσημειώσεις της πολιτικής επικαιρότητας;

Η απουσία του ίδιου του νομπελίστα οικονομολόγου από τον δημόσιο διάλογο, η σιωπή των συν-συγγραφέων της έκθεσης και η αποσπασματική –αν όχι εργαλειακή– αξιοποίηση των προτάσεών της από την κυβέρνηση τροφοδοτούν μια αίσθηση εγκατάλειψης. Όχι απαραίτητα γιατί οι ιδέες της διαψεύστηκαν, αλλά γιατί η πολιτική βούληση για τη συνολική εφαρμογή τους φαίνεται να εξαντλήθηκε πολύ πριν δοκιμαστεί στην πράξη.

Η Έκθεση Πισσαρίδη δεν υπήρξε απλώς ένα τεχνοκρατικό κείμενο. Υπήρξε πρωτίστως ένα πολιτικό γεγονός. Σε μια χώρα εξαντλημένη από μια δεκαετία μνημονίων, η κυβέρνηση αναζητούσε ένα αφήγημα που θα σηματοδοτούσε τη «μεταμνημονιακή κανονικότητα» χωρίς να αμφισβητεί τις δομικές επιλογές της λιτότητας, της ευελιξίας στην εργασία και της περιορισμένης κρατικής παρέμβασης.

Η επιλογή του Χριστόφορου Πισσαρίδη –ενός οικονομολόγου με διεθνές κύρος, σαφές νεοκλασικό υπόβαθρο και ισχυρή παρουσία στους ευρωπαϊκούς θεσμούς– δεν ήταν τυχαία. Η Έκθεση θα λειτουργούσε ως επιστημονική επικύρωση μιας ήδη προδιαγεγραμμένης στρατηγικής: ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, περιορισμός του «μη παραγωγικού» κράτους, ευελιξία στην αγορά εργασίας, έμφαση στις επενδύσεις και στις εξαγωγές.

Το πρόβλημα δεν ήταν –και δεν είναι– ότι οι διαπιστώσεις της Έκθεσης ήταν εξ ολοκλήρου λανθασμένες. Αντιθέτως, πολλά από τα διαρθρωτικά προβλήματα που περιέγραφε ήταν γνωστά εδώ και δεκαετίες: χαμηλή παραγωγικότητα, κατακερματισμένο παραγωγικό μοντέλο, έλλειψη οικονομιών κλίμακας, ασθενής καινοτομία, θεσμική αναποτελεσματικότητα.

Το κρίσιμο ερώτημα ήταν –και παραμένει– ποιος πληρώνει το κόστος της μετάβασης και ποιος καρπώνεται τα οφέλη.

Όταν η Έκθεση Πισσαρίδη μιλούσε για ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3,5% σε ορίζοντα δεκαετίας, δεν επρόκειτο για μια απλή αισιόδοξη πρόβλεψη ούτε για έναν επικοινωνιακό στόχο χωρίς περιεχόμενο. Ήταν μια κανονιστική υπόθεση, ένα σενάριο που προϋπέθετε βαθύ και διαρκή μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Οι συντάκτες της Έκθεσης δεν περιέγραφαν μια αυτόματη ανάκαμψη που θα προέκυπτε σχεδόν φυσιολογικά μετά την έξοδο από τα μνημόνια, αλλά μια οικονομία που, μέσω εκτεταμένων και συχνά επώδυνων μεταρρυθμίσεων, θα κατάφερνε να καλύψει το χαμένο έδαφος της κρίσης και να συγκλίνει ταχύτερα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η υπόθεση αυτή στηριζόταν σε ένα πλέγμα προϋποθέσεων που δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν δευτερεύουσες. Προϋπέθετε ισχυρή και σταθερή αύξηση των επενδύσεων, όχι απλώς ποσοτικά αλλά και ποιοτικά· ραγδαία βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας· μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας προς κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας· και, κυρίως, αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου μιας χώρας που είχε υποστεί μαζική φυγή νέων και καταρτισμένων εργαζομένων. Με άλλα λόγια, το 3,5% δεν ήταν απλώς ένας αριθμός. Ήταν το αποτέλεσμα μιας συστηματικής ρήξης με το παρελθόν και με τις δομικές αδράνειες της ελληνικής οικονομίας.

Η σημερινή πραγματικότητα, ωστόσο, απέχει αισθητά από εκείνο το φιλόδοξο σενάριο. Οι τρέχοντες ρυθμοί ανάπτυξης, αν και θετικοί και σε αρκετές περιπτώσεις υψηλότεροι από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, κινούνται σταθερά γύρω στο 2%. Η δυναμική αυτή δεν είναι αμελητέα, ούτε μπορεί να απορριφθεί ως αποτυχία. Όμως προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από εξωτερικούς παράγοντες και, κυρίως, από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Πρόκειται για μια ανάπτυξη πραγματική αλλά εύθραυστη, περισσότερο κυκλική παρά διαρθρωτική, η οποία δύσκολα μπορεί να αναπαραχθεί με την ίδια ένταση μετά τη λήξη της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.

Οι επίσημες προβλέψεις συγκλίνουν σε αυτή την εκτίμηση. Η ελληνική οικονομία αναμένεται να διατηρήσει ρυθμούς ανάπτυξης λίγο πάνω από το 2% τα επόμενα χρόνια, πριν εισέλθει σε μια φάση επιβράδυνσης όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος των επενδύσεων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης. Η απόσταση από το 3,5% δεν είναι απλώς στατιστική. Είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι οι βαθιές αλλαγές που περιέγραφε η Έκθεση δεν υλοποιήθηκαν ποτέ στον βαθμό που απαιτούσε το ίδιο της το σενάριο.

Η εικόνα της αγοράς εργασίας επιβεβαιώνει αυτή τη διάσταση. Η ανεργία έχει μειωθεί αισθητά και κινείται πλέον σε επίπεδα που πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζαν απρόσιτα. Ωστόσο, η μείωση αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αύξηση της απασχόλησης σε κλάδους όπως ο τουρισμός και οι υπηρεσίες, όπου η προστιθέμενη αξία παραμένει περιορισμένη και οι αμοιβές συχνά χαμηλές. Η βελτίωση των ποσοτικών δεικτών δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας, ούτε από άλμα στην παραγωγικότητα, η οποία εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς εταίρους.

Παρόμοια εικόνα παρουσιάζεται και στο πεδίο των εισοδημάτων. Ο πληθωρισμός υποχωρεί σταδιακά και προσεγγίζει τα επίπεδα-στόχο της νομισματικής πολιτικής, ενώ οι μισθοί καταγράφουν αυξήσεις. Ωστόσο, η πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών βελτιώνεται με αργό και άνισο τρόπο, χωρίς να καλύπτει τις απώλειες της προηγούμενης δεκαετίας. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η ανάπτυξη, όσο κι αν καταγράφεται στους μακροοικονομικούς δείκτες, δεν διαχέεται ομοιόμορφα στην κοινωνία.

Η συζήτηση για την Έκθεση Πισσαρίδη συχνά παρουσιάζεται ως ουδέτερη, σχεδόν αφηρημένη: δείκτες, ποσοστά, παραγωγικότητα, επενδύσεις. Όμως κάθε παραγωγικό μοντέλο προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο κοινωνικό υποκείμενο. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η πιο συστηματικά αποσιωπημένη διάσταση της Έκθεσης.

Το υπόδειγμα που περιγράφεται δεν είναι κοινωνικά ουδέτερο. Προϋποθέτει μια αγορά εργασίας υψηλής ευελιξίας, εργαζόμενους διαρκώς διαθέσιμους να προσαρμόζονται, να επανεκπαιδεύονται, να μετακινούνται, να αποδέχονται την αβεβαιότητα ως κανονικότητα. Προϋποθέτει μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που είτε θα συγχωνευθούν είτε θα εξαφανιστούν. Και, κυρίως, προϋποθέτει ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας θα μείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα στη «λάθος πλευρά» της μετάβασης, χωρίς εγγύηση ότι θα φτάσει ποτέ στο υποσχόμενο μέλλον της υψηλής παραγωγικότητας.

Η Έκθεση δεν αγνοεί πλήρως αυτές τις συνέπειες· τις αντιμετωπίζει όμως ως παρενέργειες που θα εξισορροπηθούν μακροπρόθεσμα από την ανάπτυξη. Πρόκειται για μια κλασική παραδοχή της νεοκλασικής σκέψης: ότι οι ανισότητες είναι προσωρινές και λειτουργικές. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν αυτό ισχύει θεωρητικά. Είναι αν μπορεί να γίνει αποδεκτό πολιτικά και κοινωνικά σε μια χώρα που έχει ήδη βιώσει δεκαπέντε χρόνια απώλειας εισοδημάτων, αποδιάρθρωσης της εργασίας και διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής.

Στο δημοσιονομικό πεδίο, η εικόνα είναι πιο καθαρή αλλά όχι λιγότερο αντιφατική. Η Ελλάδα καταγράφει πρωτογενή πλεονάσματα και το δημόσιο χρέος μειώνεται σταθερά ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτή η εξέλιξη ενισχύει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας και αποκαθιστά τη σχέση με τις αγορές. Την ίδια στιγμή, όμως, τα υψηλά πλεονάσματα περιορίζουν τον δημοσιονομικό χώρο για παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν πιο ενεργά την παραγωγική ανασυγκρότηση και την κοινωνική συνοχή. Πρόκειται για μια ισορροπία που ευνοεί τη μακροοικονομική σταθερότητα, αλλά συχνά εις βάρος της δυναμικής ανάπτυξης.

Οι επενδύσεις, τέλος, παρουσιάζουν σαφή αύξηση, εν μέρει χάρη στους ευρωπαϊκούς πόρους και τη στήριξη διεθνών χρηματοδοτικών θεσμών. Ωστόσο, η δομή τους παραμένει προβληματική. Η συγκέντρωσή τους σε τομείς μεσαίας ή χαμηλής προστιθέμενης αξίας περιορίζει τον αντίκτυπό τους στην παραγωγικότητα και στην εξαγωγική ικανότητα της χώρας. Η μετάφραση των επενδύσεων σε μακροχρόνιο μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου παραμένει ζητούμενο.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί η Ελλάδα δεν πέτυχε ακόμη ρυθμούς ανάπτυξης 3,5%. Είναι αν δημιουργήθηκαν ποτέ οι προϋποθέσεις που η ίδια η Έκθεση Πισσαρίδη θεωρούσε αναγκαίες. Η απάντηση είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αμφίσημη. Οι δείκτες βελτιώθηκαν, αλλά η δομή της οικονομίας άλλαξε λιγότερο απ’ όσο απαιτούσε το φιλόδοξο σενάριο. Έτσι, το 3,5% λειτουργεί σήμερα όχι ως χαμένη ευκαιρία, αλλά ως μέτρο σύγκρισης που αποκαλύπτει τα όρια της εφαρμοσμένης πολιτικής. Όχι επειδή οι στόχοι ήταν εξωπραγματικοί, αλλά επειδή το πολιτικό σύστημα δεν έδειξε ποτέ διατεθειμένο να αναλάβει το πλήρες κόστος των αλλαγών που αυτοί οι στόχοι προϋπέθεταν.

Ένας πραγματικός παραγωγικός μετασχηματισμός δεν είναι ποτέ τεχνική άσκηση. Είναι διαδικασία σύγκρουσης: με κατεστημένα συμφέροντα, με παγιωμένες πρακτικές, με κοινωνικές ισορροπίες. Ιστορικά, όπου σημειώθηκαν διατηρήσιμοι ρυθμοί υψηλής ανάπτυξης και αναβάθμισης της παραγωγικότητας, αυτοί συνοδεύτηκαν από ισχυρό δημόσιο ρόλο, ενεργητική βιομηχανική πολιτική και ανοιχτές κοινωνικές διαπραγματεύσεις.

Στην ελληνική περίπτωση, αντίθετα, ο μετασχηματισμός παρουσιάστηκε ως τεχνικός μονόδρομος, απογυμνωμένος από πολιτικό περιεχόμενο. Δεν τέθηκαν ερωτήματα για το ποιοι κλάδοι πρέπει να ενισχυθούν στρατηγικά, ποιοι να συρρικνωθούν, ποιοι να προστατευθούν. Δεν υπήρξε δημόσια συζήτηση για το κόστος της μετάβασης, ούτε μηχανισμοί αναδιανομής που να δημιουργούν κοινωνική αποδοχή.

Αυτό δεν είναι απλώς έλλειμμα εφαρμογής. Είναι επιλογή. Η απουσία σύγκρουσης δεν είναι ουδετερότητα· είναι τρόπος άσκησης πολιτικής. Και σε αυτή τη συνθήκη, η Έκθεση Πισσαρίδη λειτούργησε περισσότερο ως πλαίσιο νομιμοποίησης μιας ήδη αποφασισμένης κατεύθυνσης, παρά ως εργαλείο πραγματικής αλλαγής.

Η ζωή –ή μάλλον η επιβίωση– της Έκθεσης Πισσαρίδη συνδέθηκε άμεσα με το Ταμείο Ανάκαμψης. Εκεί, το κείμενο της Επιτροπής βρήκε έναν πρακτικό ρόλο: λειτούργησε ως ιδεολογικός και τεχνικός μπούσουλας για την κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων.

Όμως εδώ αποκαλύφθηκε και η πρώτη μεγάλη αντίφαση. Η Έκθεση μιλούσε για βαθιές, μακροχρόνιες μεταρρυθμίσεις, για αλλαγές στο παραγωγικό υπόδειγμα που απαιτούν κοινωνική συναίνεση, θεσμική συνέχεια και πολιτικό κόστος. Αντίθετα, η εφαρμογή μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης περιορίστηκε σε έργα με αυστηρά χρονοδιαγράμματα, διοικητική λογική «απορρόφησης» και προτεραιότητα στην ταχύτητα έναντι της ποιότητας.

Το αποτέλεσμα ήταν μια επιλεκτική ανάγνωση της Έκθεσης. Ό,τι συνέπιπτε με την ήδη υπάρχουσα κυβερνητική ατζέντα –ιδιωτικοποιήσεις, ψηφιοποίηση χωρίς ισχυρό κοινωνικό σκέλος, φορολογικά κίνητρα προς το κεφάλαιο– προωθήθηκε. Ό,τι απαιτούσε συγκρούσεις με ισχυρά συμφέροντα ή ενίσχυση του κοινωνικού κράτους έμεινε στο περιθώριο.

Η εφαρμογή της Έκθεσης Πισσαρίδη προχώρησε κυρίως μέσα από την ενίσχυση συγκεκριμένων τομέων, όπως ο τουρισμός, η ενέργεια, οι ψηφιακές υποδομές και οι μεγάλες κατασκευές, όπου η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων ήταν πιο άμεση και «μετρήσιμη». Οι πολιτικές και οι πόροι συγκεντρώθηκαν σε εργαλεία που εξασφάλιζαν ταχεία εκτέλεση και ορατά αποτελέσματα, ενώ οι βαθύτερες αλλαγές στο παραγωγικό υπόδειγμα και την οργανωτική δομή της οικονομίας παρέμειναν στο περιθώριο. Με αυτόν τον τρόπο, η στρατηγική πολιτική απέκτησε μορφή, αλλά όχι περιεχόμενο, αναπαράγοντας την εικόνα μιας «μεταρρύθμισης» που προχωράει χωρίς να αμφισβητεί πραγματικά το status quo.

Η απουσία του Πισσαρίδη από τον δημόσιο διάλογο δεν είναι απλώς προσωπική επιλογή. Είναι ενδεικτική της δομικής σχέσης τεχνοκρατίας και πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα. Οι επιτροπές «σοφών» καλούνται να παράξουν σχέδια, όχι να εγγυηθούν την εφαρμογή τους. Όταν το πολιτικό σύστημα αξιοποιήσει επικοινωνιακά το κύρος τους, η αποστολή θεωρείται λήξασα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Έκθεση Πισσαρίδη δεν εγκαταλείφθηκε επειδή απέτυχε, αλλά επειδή δεν χρειαζόταν πλέον ως σύμβολο. Η κυβέρνηση είχε ήδη κερδίσει την πολιτική μάχη του «εκσυγχρονισμού», χωρίς να δεσμευτεί στην πλήρη εφαρμογή των προτάσεων.

Η τύχη της Έκθεσης Πισσαρίδη φωτίζει ένα βαθύτερο πρόβλημα της μεταμνημονιακής δημοκρατίας στην Ελλάδα: τη μετατροπή των κρίσιμων οικονομικών επιλογών σε ζητήματα τεχνικής αναγκαιότητας. Όταν η πολιτική παρουσιάζεται ως εφαρμογή «βέλτιστων πρακτικών» και όχι ως πεδίο σύγκρουσης αξιών και συμφερόντων, η δημόσια συζήτηση απονευρώνεται.

Η Έκθεση δεν τέθηκε ποτέ ουσιαστικά σε κοινωνικό διάλογο. Δεν αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης στη Βουλή, στα συνδικάτα, στους επαγγελματικούς φορείς. Παρουσιάστηκε ως επιστημονική αυθεντία που πρέπει να εφαρμοστεί, όχι να αμφισβητηθεί. Έτσι, η αποδοχή ή η απόρριψή της έπαψε να είναι πολιτική στάση και μετατράπηκε σε τεχνική διαφωνία.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή των συντακτών της δεν είναι παράλογη. Η τεχνοκρατία παρεμβαίνει για να ορίσει το πλαίσιο· όχι για να υπερασπιστεί τη δημοκρατική του νομιμοποίηση.

Ζει, λοιπόν, η Έκθεση; 

Αν η ερώτηση αφορά την επίσημη πολιτική ατζέντα, η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Η Έκθεση δεν αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς. Δεν συζητείται, δεν επικαιροποιείται, δεν λειτουργεί ως εργαλείο δημόσιου διαλόγου.

Αν όμως η ερώτηση αφορά το ιδεολογικό της αποτύπωμα, τότε η απάντηση είναι πιο σύνθετη. Πολλές από τις βασικές της παραδοχές έχουν ενσωματωθεί σιωπηρά στην κυρίαρχη οικονομική πολιτική: η αποδοχή της ανισότητας ως «παρενέργειας», η μετατόπιση της ευθύνης στην ατομική προσαρμοστικότητα, η υποβάθμιση της συλλογικής διαπραγμάτευσης.

Η Έκθεση Πισσαρίδη ζει, λοιπόν, όχι ως σχέδιο μετασχηματισμού, αλλά ως κανονικότητα. Και αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο.

Το πραγματικό ζήτημα είναι αν η ελληνική κοινωνία είχε ποτέ την ευκαιρία να αποφασίσει για το όραμα που αυτή περιέγραφε.

Γιατί η Έκθεση δεν απέτυχε επειδή δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Απέτυχε –ή, ίσως, πέτυχε με τον πιο ύπουλο τρόπο– επειδή λειτούργησε χωρίς να πολιτικοποιηθεί. Παρουσιάστηκε ως τεχνική αναγκαιότητα, όχι ως συλλογική επιλογή. Και έτσι, απαλλάχθηκε από την υποχρέωση της κοινωνικής λογοδοσίας.

Σήμερα, πολλά από όσα πρότεινε εφαρμόζονται αποσπασματικά, σιωπηρά, χωρίς να φέρουν το όνομά της. Η ευελιξία στην εργασία, η αποδοχή της ανισότητας ως «παράπλευρης απώλειας», η μετακύλιση του ρίσκου στον εργαζόμενο έχουν γίνει κανονικότητα. Όχι επειδή συμφωνήσαμε συλλογικά, αλλά επειδή δεν μας ζητήθηκε ποτέ να διαφωνήσουμε.

Αν υπάρχει κάτι πιο ανησυχητικό από μια έκθεση που ξεχάστηκε, είναι μια έκθεση που ενσωματώθηκε χωρίς να συζητηθεί. Γιατί τότε δεν έχουμε απλώς ένα τεχνοκρατικό σχέδιο που εγκαταλείφθηκε. Έχουμε μια δημοκρατία που συνήθισε να ζει με αποφάσεις που δεν πήρε ποτέ συνειδητά.

Και αυτό δεν είναι τεχνοκρατική αποτυχία. Είναι πολιτική επιλογή.