Η Αυγή ή σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις του Friedrich Nietzsche

Toυ Aποστόλη Λουλουδάκη

Ο Νίτσε στο έργο του «Η Αυγή » βρίσκουμε επί τω έργω μια «υπόγεια» ύπαρξη, μια ύπαρξη που διατρυπά, σκάβει και συνταράζει τη γη. Τη βλέπουμε, -αν παραδεχτούμε ότι έχουμε μάτια για μια τέτοια δουλειά σε βάθος,- όπως προχωρεί αργά, επιφυλακτικά, με ήρεμη ακαμψία, δίχως να προδίνει πολύ τη δυσφορία που φέρει μαζί της κάθε μακρά στέρηση από αέρα και φως.

Θα πίστευε κανείς σχεδόν πως αυτός ο υποχθόνιος είναι ευτυχισμένος με τη σκοτεινή δουλειά του. Δεν φαίνεται αλήθεια, ότι μια πίστη τον οδηγεί, ότι μια παρηγοριά τον ανταμείβει; Ότι θέλει ίσως να έχει δικό του ένα μακρύ σκοτάδι, πράγματα καθαρά δικά του, ασύλληπτα, κρυμμένα, αινιγματικά, επειδή ξέρει τι θα έχει σε αντάλλαγμα: το δικό του πρωί, τη δική του λύτρωση, την Αυγή του;…

Σίγουρα, θα επιστρέψει: μην τον ρωτάτε τι ψάχνει εκεί στα βάθη, θα σας το πει ο ίδιος, αυτός ο Τροφόνιος, αυτός ο τύπος με την καταχθόνια όψη, μόλις θα «έχει ξαναγίνει άνθρωπος». Ξεμαθαίνουμε τελείως να σωπαίνουμε, όταν τόσο καιρό όπως αυτός, ήμασταν μοναχικοί τυφλοπόντικες… (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Τον ίδιο τίτλο Η Αυγή, L’Aurore, χρησιμοποίησε και μια λογοτεχνική, φιλελεύθερη και σοσιαλιστική εφημερίδα που δημοσιεύθηκε στο Παρίσι της Γαλλίας, από το 1897 έως το 1916. Ο πιο διάσημος τίτλος της ήταν «το Κατηγορώ» [J’Accuse] του Emile Zola με το άρθρο του για την γνωστή «υπόθεση Ντρέιφους».

Επειδή χρόνια διαβάζω την Αυγή, παλιά συνήθεια και μάλιστα προ της δικτατορίας,, πάντα διέκρινα ένα χαρακτηριστικό είδος γραφής που με βοήθησε στο τρόπο σκέψης μου και στο τρόπο δράσης μου και με έκανε να ξεχωρίζω από τους συμμαθητές μου στην ανάλυση των γεγονότων. Μέχρι που από τους στίχους από το Προφητικό του Ελύτη στο Άξιον Εστί: «και θά ’ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα» τα ζήσαμε μέσα στη δικτατορία, που όλο το τότε πολιτικό σύστημα ζούσε μέσα στον ανταγωνισμό του Ψυχρού Πολέμου, όπως καταλάβαμε αργότερα. 

Με την μεταπολίτευση είδαμε ξανά την επανέκδοση της Αυγής που ήταν ο μόνος τίτλος που δεν άλλαξε σε μια παράταξη που άλλαζε συνέχεια ονόματα, ταυτότητες χωρίς σταματημό και που δεν ξέρουμε ακόμα πόσα ονόματα θα αλλάξει στο μέλλον. Γιατί μαζί με την αλλαγή των ονομάτων άλλαζε και το στυλ της γραφής της. Από την κριτική που παρέπεμπε στη μαρξιστική κριτική της» Άγιας Οικογένειας» και της «Γερμανικής Ιδεολογίας» , έφτασε τελευταία στην εισαγγελική κριτική των «δικών της Μόσχας» όπου όλοι κρίνονται με την αρχή του Raison d’ État. Γιατί ο Μακιαβέλι που εισήγαγε στην πολιτική σκέψη αυτή τον όρο, δεν είχε τίποτα άλλο στο μυαλό του από το να κτυπά τους αντιπάλους του Ηγεμόνα χωρίς οίκτο και με το χαρακτηριστικό κτύπημα της» καταστροφής του αντίπαλου χαρακτήρα» ώστε να φαίνεται στο μυαλό των υπηκόων τόσο απαίσιος ώστε να μη τολμά κανείς έκτοτε να αμφισβητεί τις επιλογές του Ηγεμόνα αλλά και να ξέρει τι τον περιμένει. 

Ο Λουί Αλτουσέρ στο έργο του «Γκράμσι ή Μακιαβέλι» διαβάζουμε το εξής ενδιαφέρον κομμάτι :» Όχι, ο Ηγεμόνας δεν είναι ένα άτομο που θα ήταν ανθρώπινο υποκείμενο, ικανό για αρετές ή ελαττώματα εκ φύσεως ή επίκτητα. Ο Ηγεμόνας είναι ένα σύστημα βαθμίδων χωρίς κεντρικό υποκείμενο, χωρίς αυτή την υποκειμενική ενότητα που θα συνιστούσε τη σύνθεση των αντικειμενικών λειτουργιών του στο πρόσωπό του. Και καθώς ο Ηγεμόνας δεν είναι τίποτα χωρίς τη στρατηγική χρήση αυτού του συστήματος βαθμίδων, χωρίς τη στρατηγική τους εφαρμογή, θα μπορούσαμε να πούμε επίσης: ο Ηγεμόνας είναι μια πολιτική στρατηγική, και από αυτή την άποψη είναι μια «διαδικασία χωρίς υποκείμενο », γιατί δεν κάνει τίποτα άλλο από το να αναπαριστά στην ίδια αυτή τη στρατηγική… » *

Υπάρχει ένα ωραίο παιδικό μυθιστόρημα που λέγεται» Όταν η νύχτα έχασε την Αυγή»  της Ευαγγελίας Ευσταθίου που διηγείται την εξής ιστορία:

Στο απέραντο βασίλειο του Χρόνου, οι δίδυμες κόρες του, η Νύχτα και η Αυγή, τσακώνονται διαρκώς για το ποια είναι η πιο αγαπητή στους ανθρώπους.

Ώσπου ένα χάραμα η Αυγή εξαφανίζεται, και η Νύχτα βρίσκει την απρόσμενη ευκαιρία να γίνει η μοναδική πολύτιμη πριγκίπισσα στο βασίλειο.

Καθώς ο Χρόνος ψάχνει απεγνωσμένα τη χαμένη του κόρη βυθισμένος στη θλίψη, η Νύχτα αρχίζει να νιώθει πολύ μόνη χωρίς την αδερφή της.
Και ο κόσμος όλος φαντάζει εντελών διαφορετικός τώρα που στην πλάση βασιλεύει μονάχα αυτή. Και καταλήγει αν το σύμπαν θα μείνει τυλιγμένο για πάντα στο σκοτάδι της Νύχτας, ή το φως της Αυγής θα φέρει πίσω τα χρώματά του ξανά;