Η παγίδα της πολιτικής ασάφειας: το ζήτημα της ιδεολογικής και γεωπολιτικής ταυτότητας των νέων κομμάτων

Του Σωκράτη Αργύρη 

Η διαρκής ρευστότητα του ελληνικού κομματικού συστήματος και η εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών στο προσκήνιο αναδεικνύουν μια βαθύτερη δομική κρίση αντιπροσώπευσης, η οποία υπερβαίνει τη συγκυριακή δυσαρέσκεια και αγγίζει τα θεμέλια της πολιτικής νεωτερικότητας. 

Σε μια γεωγραφική ζώνη όπως η Ανατολική Μεσόγειος, όπου η εσωτερική πολιτική ζωή υπήρξε ιστορικά οργανικά συνδεδεμένη με τις διεθνείς ισορροπίες ισχύος, η γέννηση νέων κομμάτων δεν μπορεί να αναλύεται αποκλειστικά με όρους επικοινωνιακής τακτικής ή προσωποπαγούς στρατηγικής. Η συγκρότηση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου οφείλει να απαντά σε δύο θεμελιώδη και αλληλένδετα ερωτήματα, τα οποία αποτελούν τις συμπληρωματικές όψεις του ίδιου νομίσματος: την αποκρυστάλλωση μιας συνεπούς, εσωτερικά συνεκτικής ιδεολογικής ταυτότητας και τον σαφή, ανυποχώρητο προσδιορισμό της γεωπολιτικής του τοποθέτησης.

Η παράλειψη ή η σκόπιμη ασάφεια σε αυτούς τους δύο άξονες δημιουργεί μια επικίνδυνη ζώνη πολιτικής θολότητας, μια παγίδα για το εκλογικό σώμα, η οποία συχνά εργαλειοποιείται από δυνάμεις που επιδιώκουν την εκλογική λεηλασία χωρίς την ανάληψη του αντίστοιχου προγραμματικού κόστους. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάδυση δύο νέων κομμάτων στην ελληνική πολιτική σκηνή δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό γεγονός του εκλογικού κύκλου, αλλά μια κρίσιμη δοκιμασία για τα αντανακλαστικά μιας κοινωνίας που καλείται να ξεπεράσει το μετατραυματικό σοκ των προηγούμενων δεκαετιών και να αξιολογήσει τους επίδοξους αντιπροσώπους της με όρους σκληρού ρεαλισμού.

Ιστορικά, η ελληνική πολιτική σκηνή έχει υποφέρει από το σύνδρομο του ιδεολογικού συγκρητισμού, όπου η ανάγκη για τη δημιουργία ευρέων εκλογικών πολυσυλλεκτικών συνασπισμών οδήγησε στην εξάλειψη των σαφών διαχωριστικών γραμμών. Όταν ένα νέο κόμμα αυτοπαρουσιάζεται ως υπεράνω ιδεολογιών ή επιχειρεί να υπερβεί τη διάκριση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς χωρίς να προτείνει ένα εναλλακτικό, στέρεο θεωρητικό υπόβαθρο, ουσιαστικά υπονομεύει την ορθολογική λειτουργία της δημοκρατίας. 

Η ιδεολογία δεν αποτελεί ένα απαρχαιωμένο σύστημα δογμάτων, αλλά το απαραίτητο νοητικό φίλτρο μέσω του οποίου μια πολιτική οργάνωση ιεραρχεί τις κοινωνικές ανάγκες, προτείνει μοντέλα οικονομικής διανομής και αντιλαμβάνεται τα δικαιώματα του πολίτη απέναντι στο κράτος. Χωρίς αυτό το φίλτρο, οι υποσχέσεις εκφυλίζονται σε έναν άκρατο πραγματισμό ή, ακόμα χειρότερα, σε έναν λαϊκισμό χαμηλών προσδοκιών που προσαρμόζεται ανάλογα με τις εκάστοτε δημοσκοπικές τάσεις. Οι πολίτες, αναζητώντας απεγνωσμένα διέξοδο από το κατεστημένο πολιτικό προσωπικό, κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε σχήματα που λειτουργούν ως εκλογικές επιχειρήσεις, στερούμενα εσωτερικής ιδεολογικής ραχοκοκαλιάς, τα οποία μοιραία θα αποσυντεθούν μόλις βρεθούν αντιμέτωπα με την ανάγκη λήψης συγκεκριμένων νομοθετικών αποφάσεων. Αυτή η απουσία ιδεολογικού βάθους μετατρέπει τα κόμματα σε θνησιγενή μορφώματα, τα οποία καταναλώνονται γρήγορα από το ίδιο το σύστημα που υποτίθεται ότι ήρθαν να ανατρέψουν, αφήνοντας πίσω τους ένα ακόμη πιο βαθύ αίσθημα κυνισμού και ματαιότητας στους ψηφοφόρους.

Αυτή η ανάγκη για ιδεολογική καθαρότητα γίνεται ακόμη πιο επιτακτική όταν μεταφράζεται στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της γεωστρατηγικής. Στην ελληνική περίπτωση, η γεωπολιτική θέση δεν αποτελεί μια πολυτέλεια θεωρητικών αναζητήσεων αλλά ζήτημα υπαρξιακής επιβίωσης του κράτους. Ένα νέο κόμμα που αποφεύγει να τοποθετηθεί με σαφήνεια απέναντι στα μεγάλα παγκόσμια διλήμματα, τις περιφερειακές συγκρούσεις και τις διεθνείς συμμαχίες της χώρας, στερεί από τους ψηφοφόρους το πιο κρίσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση της κυβερνησιμότητάς του. Η γεωπολιτική τοποθέτηση δεν αφορά απλώς την επιλογή πλευράς σε μια παγκόσμια σκακιέρα, αλλά καθορίζει άμεσα την εσωτερική οικονομική πολιτική, την ενεργειακή ασφάλεια, τις αμυντικές δαπάνες και τη διαχείριση των συνόρων. 

Η ρητορική περί μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, αν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες αναλύσεις για τις σχέσεις με τους παραδοσιακούς συμμάχους, τους περιφερειακούς ανταγωνιστές και τις αναδυόμενες παγκόσμιες δυνάμεις, λειτουργεί συχνά ως προπέτασμα καπνού για να κρυφτεί η έλλειψη στρατηγικού βάθους ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, η εξάρτηση από αλλότρια συμφέροντα. Σε έναν κόσμο που μεταβαίνει βίαια από τη μονοπολική κυριαρχία στον πολυπολικό ανταγωνισμό, η ασάφεια ισοδυναμεί με στρατηγική τύφλωση και καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε εξωτερικές πιέσεις.

Η παγίδα για τον πολίτη στήνεται ακριβώς σε αυτό το σημείο της διπλής ασάφειας, όπου το συναίσθημα και η ανάγκη για τιμωρία του πολιτικού κατεστημένου υποκαθιστούν την ορθολογική κρίση. Τα νέα κόμματα τείνουν να επενδύουν σε μια αρνητική ταυτότητα, προσδιορίζοντας τον εαυτό τους κυρίως μέσα από αυτό που απορρίπτουν και όχι μέσα από αυτό που πρεσβεύουν. Η στρατηγική αυτή επιτρέπει τη συνύπαρξη στο εσωτερικό τους εντελώς αντίθετων ρευμάτων, τα οποία ενώνονται μόνο υπό το λάβαρο της διαμαρτυρίας. Ωστόσο, η διακυβέρνηση μιας χώρας απαιτεί θετικές θέσεις και κυρίως τη διαχείριση κρίσεων όπου οι συμβιβασμοί είναι αναπόφευκτοι.

Όταν ένα τέτοιο πολιτικό κίνημα καλείται να πάρει θέση για μια διεθνή συνθήκη, μια οικονομική κρίση ή μια εθνική πρόκληση, οι εσωτερικές του αντιφάσεις οδηγούν σε παράλυση ή σε βίαιες διασπάσεις, αφήνοντας τους ψηφοφόρους προδομένους και το πολιτικό σύστημα ακόμη πιο απονομιμοποιημένο. 

Η ιστορία της προηγούμενης δεκαετίας προσφέρει αρκετά παραδείγματα κομμάτων που αναδείχθηκαν μέσα στο κλίμα κοινωνικής και οικονομικής οργής των μνημονιακών χρόνων, επένδυσαν σε γενικόλογες ή αντισυστημικές υποσχέσεις χωρίς σαφή ιδεολογικό και στρατηγικό προσανατολισμό, και στη συνέχεια δυσκολεύτηκαν να διαχειριστούν τις απαιτήσεις της διεθνούς διπλωματίας και των δημοσιονομικών περιορισμών όταν βρέθηκαν αντιμέτωπα με την πραγματικότητα της διακυβέρνησης.

Για να κατανοήσουμε τη σύνδεση μεταξύ εσωτερικής πολιτικής και διεθνούς γεωπολιτικής, αρκεί να εξετάσουμε πώς οι παγκόσμιες στρατηγικές επιλογές μεταφράζονται σε καθημερινή οικονομική πραγματικότητα για τον πολίτη. Οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση, η εξάρτηση από συγκεκριμένες πηγές εισαγωγής καυσίμων, οι συμφωνίες για την παραχώρηση υποδομών ζωτικής σημασίας —όπως τα λιμάνια και τα δίκτυα μεταφορών— σε ξένα κρατικά ή ιδιωτικά κεφάλαια, δεν είναι τεχνοκρατικά ζητήματα. Είναι κατεξοχήν γεωπολιτικές επιλογές που επηρεάζουν το κόστος ζωής, την εγχώρια παραγωγή και την εθνική ανεξαρτησία.

 Ένα νέο κόμμα που δεν ξεκαθαρίζει τη θέση του, για παράδειγμα, απέναντι στον άξονα των ευρωατλαντικών σχέσεων ή των αναδυόμενων οικονομικών μπλοκ όπως οι BRICS, ουσιαστικά κρύβει το ποιοι κοινωνικοί και οικονομικοί κλάδοι θα ευνοηθούν ή θα πληγούν από την πολιτική του. Η ψευδαίσθηση ότι μια χώρα με το γεωγραφικό και οικονομικό μέγεθος της Ελλάδας μπορεί να πορευτεί στο διεθνές περιβάλλον χωρίς σαφείς άξονες αναφοράς αποτελεί ένα επικίνδυνο μύθο, τον οποίο οι πολίτες πρέπει να απορρίψουν αν δεν θέλουν να γίνουν θύματα μιας νέας οικονομικής και διπλωματικής περιπέτειας.

Η σύγχρονη επικοινωνιακή αρχιτεκτονική περιπλέκει ακόμη περισσότερο αυτή την κατάσταση, καθώς η πολιτική μετατοπίζεται από το πεδίο των ιδεών στο πεδίο της ψηφιακής εικόνας. Οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί χρησιμοποιούν με αριστοτεχνικό τρόπο τους αλγορίθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως το TikTok και το Instagram, για να παράγουν σύντομα, συναισθηματικά φορτισμένα μηνύματα που παρακάμπτουν την ανάγκη για προγραμματικό λόγο. Η πολιτική μετατρέπεται σε ένα προϊόν θεάματος, όπου η αυθεντικότητα του ηγέτη μετράει περισσότερο από τη συνοχή των θέσεών του. Αυτό το ψηφιακό μάρκετινγκ δημιουργεί μια εικονική σχέση εκπροσώπησης, η οποία βασίζεται στην ταύτιση με την αισθητική και όχι με το περιεχόμενο. Όταν η γεωπολιτική και η ιδεολογία υποβαθμίζονται σε απλά hashtags, ο πολίτης απογυμνώνεται από τα εργαλεία της κριτικής σκέψης. Η παγίδα της ασάφειας γίνεται έτσι πιο ελκυστική, καθώς ντύνεται με τον μανδύα του μοντέρνου και του αντισυμβατικού, ενώ στην πραγματικότητα κρύβει την παλαιότερη μορφή πολιτικού καιροσκοπισμού: την άρνηση ανάληψης ευθύνης.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η έλλειψη ξεκάθαρης γεωπολιτικής πυξίδας οδηγεί νομοτελειακά στην εξάρτηση. Όταν οι ηγεσίες των νέων κινημάτων στερούνται στρατηγικής παιδείας και θεωρητικής συγκρότησης, γίνονται εύκολα έρμαια των πιέσεων που ασκούνται από ξένα κέντρα αποφάσεων ή από εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα που επενδύουν στην πολιτική αστάθεια. Ένα κόμμα χωρίς σταθερές ιδεολογικές άγκυρες είναι σαν ένα καράβι χωρίς πηδάλιο στην τρικυμία της διεθνούς πολιτικής. Μπορεί να ξεκινά με τις καλύτερες προθέσεις, αλλά η έλλειψη προσανατολισμού το αναγκάζει να παραδοθεί στα ρεύματα της συγκυρίας. Για την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται στο σημείο τομής τριών ηπείρων και αντιμετωπίζει διαρκείς αναθεωρητικές απειλές στην περιφέρειά της, αυτή η συνθήκη είναι απαγορευτική. Η ανοχή στην πολιτική ασάφεια δεν είναι απλώς μια εκλογική αφέλεια, αλλά μια εθνική πολυτέλεια που η χώρα δεν μπορεί πλέον να αντέξει.

Για να αποφευχθεί αυτή η διαρκής ανακύκλωση της απογοήτευσης, η κοινωνία των πολιτών οφείλει να επιδείξει μια νέα μορφή πολιτικής ωριμότητας, απαιτώντας από τους επίδοξους ηγέτες των νέων σχηματισμών την πλήρη και εκ των προτέρων έκθεση των προγραμμάτων τους. Ένα πολιτικό κόμμα που διεκδικεί την ψήφο των πολιτών πρέπει να ξεκαθαρίζει αν το οικονομικό του μοντέλο βασίζεται στον κρατικό παρεμβατισμό ή στην ελεύθερη αγορά, αν η κοινωνική του ατζέντα είναι φιλελεύθερη ή συντηρητική, και πώς σκοπεύει να χρηματοδοτήσει τις υποσχέσεις του. 

Ταυτόχρονα, πρέπει να δηλώνει χωρίς αστερίσκους τη θέση του στο διεθνές σύστημα: πώς αντιλαμβάνεται τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, ποια είναι η στρατηγική του για την αποτροπή των αναθεωρητικών τάσεων στην περιοχή και πώς τοποθετείται απέναντι στις μεγάλες συμμαχίες του 21ου αιώνα. Οι πολίτες οφείλουν να αρνηθούν τις “λευκές επιταγές” και να θέσουν σκληρά, συγκεκριμένα ερωτήματα που ξεσκεπάζουν τη δημαγωγία.

Η απαίτηση για ξεκάθαρες απαντήσεις δεν αποτελεί μια ακαδημαϊκή εμμονή στη λεπτομέρεια, αλλά τη μόνη εγγύηση για τη διατήρηση της δημοκρατικής ουσίας. Η πολιτική δεν μπορεί να ανάγεται σε ένα διαρκές μάρκετινγκ προσώπων και συνθημάτων, όπου το περιεχόμενο θυσιάζεται στον βωμό της τηλεοπτικής ή διαδικτυακής ορατότητας. Αν τα δύο νέα κόμματα που πρόκειται να εμφανιστούν στο ελληνικό προσκήνιο επιδιώκουν να προσφέρουν μια πραγματική εναλλακτική λύση και όχι να αποτελέσουν μια ακόμη εφήμερη φούσκα του εκλογικού κύκλου, οφείλουν να παρουσιάσουν καταστατικά και διακηρύξεις που δεν θα αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών. 

Η γεωπολιτική τους πυξίδα και ο ιδεολογικός τους χάρτης πρέπει να είναι ορατά και ελέγξιμα από την πρώτη στιγμή, διότι μόνο έτσι ο πολίτης μετατρέπεται από παθητικό καταναλωτή πολιτικών προϊόντων σε συνειδητό συνδιαμορφωτή του εθνικού μέλλοντος, θωρακίζοντας τη χώρα απέναντι στις παγίδες του καιροσκοπισμού και της στρατηγικής τύφλωσης. Σε τελική ανάλυση, η ποιότητα της δημοκρατίας εξαρτάται από την αυστηρότητα των κριτηρίων της κοινωνίας· όσο πιο ψηλά θέτουν οι πολίτες τον πήχη της ιδεολογικής και γεωπολιτικής καθαρότητας, τόσο λιγότερο χώρο αφήνουν για να στηθούν οι παγίδες της πολιτικής εξαπάτησης.